Legislator Case Law & Legislation
497/2009 AI generated

497/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 497/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

497/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, σχετικά με τις αντίθετες ένδικες αγωγές των διαδίκων : Ο ΑΑ, που απεβίωσε στην ..., στις 21-7-1978, κατέλιπε τις ακόλουθες ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα: 1) Την από Νοεμβρίου / Δεκεμβρίου 1975, με την οποία όρισε, μεταξύ άλλων, ότι η κατοικία του στην ...

Keywords

AI generated
act of accession of Greece accession to agreement credit mandate del credere international agreements on transport installment payments
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 497 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 497/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Συλλόγου με την επωνυμία ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΡΕΘΥΜΝΙΩΝ "ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αντώνιος Βγόντζας με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του: α) Γεώργιο Πρασιανάκη ο οποίος ανακάλεσε την από 27-11-2008 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και β) Γεώργιο Κανδαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 3-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 1 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, κατά δε τη διάταξη της παρα.3 του ίδιου άρθρου, ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.

Από τις διατάξεις αυτές και το συνδυασμό τους με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ίδιου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, συνάγεται ότι, η ατελής ή ελλιπής, ως προς ένα ή περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία της, χρονολογία ιδιόγραφης διαθήκης εξομοιώνεται προς την παντελώς ελλείπουσα χρονολογία και συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης, εκτός εάν το στοιχείο που λείπει μπορεί να αναπληρωθεί επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης καθεαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς αποσαφήνιση εκείνων που είτε αναφέρονται ως προς την χρονολογία είτε συνάγονται από το κείμενο της διαθήκης.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1712 και 1721 ΑΚ προκύπτει ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, μπορεί να συνταχθεί και με τον τύπο επιστολής προς τον τετιμημένο ή τρίτο ή εγγράφου, αρκεί στο περιεχόμενό της να εκφράζεται η οριστική βούληση του συντάκτη της ως προς τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του μετά θάνατο, η κρίση δε για την ύπαρξη ή μη τέτοιας πραγματικής βούλησης εξαρτάται προεχόντως από την εκτίμηση του περιεχομένου της επιστολής και, σε περίπτωση αδυναμίας τέτοιας κρίσης, από τη στάθμιση και ειδικών συνθηκών στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, σχετικά με τις αντίθετες ένδικες αγωγές των διαδίκων : Ο ΑΑ, που απεβίωσε στην ..., στις 21-7-1978, κατέλιπε τις ακόλουθες ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα: 1) Την από Νοεμβρίου / Δεκεμβρίου 1975, με την οποία όρισε, μεταξύ άλλων, ότι η κατοικία του στην ...

θα περιέλθει στη σύζυγό του ΒΒ, για χρήση και εκμετάλλευση, μετά δε τον θάνατό της η οικία αυτή με ολόκληρο τον κήπο της να περιέλθει στο ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο. Περαιτέρω, δήλωσε την επιθυμία να διατεθούν στο ίδιο νομικό πρόσωπο, του οποίου υπήρξε τακτικό μέλος επί τριακονταετία, δέκα χιλιάδες δραχμές και στον ήδη αναιρεσείοντα σύλλογο, με την επωνυμία "ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ", του οποίου υπήρξε αντιπρόεδρος επί σειράν ετών, δέκα πέντε χιλιάδες δραχμές καθώς και την επιθυμία η σύζυγός του να εκτελέσει τις ως άνω επιθυμίες του. 2) Την από 1 Νοεμβρίου (χωρίς αναγραφή έτους) διαθήκη, με την οποία όρισε, μεταξύ άλλων, την αξίωσή του, όπως το οικονομικό του τμήμα σε χρήμα συγκεντρωθεί και παραδοθεί σε οργανισμούς και άτομα Ρεθύμνου και για τον χειρισμό τον μεγάρου του στην ...

να εργασθούν όλοι οι Ρεθύμνιοι στην ..., χωρίς, ωστόσο να προκύπτει, από το περιεχόμενό της, εγκατάσταση του σωματείου "Σύλλογος Ρεθυμνίων ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ". 3) Την από 28.2.1976 διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης όρισε, ότι το οίκημα με τον κήπο στη ..., επί της οδού ..., θα ανήκει στη σύζυγό του ΒΒ, καθόλη τη ζωή της και ότι επιθυμία και απόφασή του είναι, μετά τον θάνατο αυτής, να περιέλθει στο σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ", για τις ανάγκες κυρίως των Ρεθυμνίων, συντηρούμενο από την Παγκρήτιο 'Ένωση.

Συνέχισε δε, εμφατικά, ότι επιθυμία του είναι να παραμείνει το οίκημα στην περιουσία της Παγκρητίου Ενώσεως. Και 4) την από 16.11.1976 διαθήκη, με την οποία φέρεται ότι ο διαθέτης εκδήλωσε την επιθυμία του η οικία του στην ..., επί της οδού ..., να περιέλθει, μετά τον θάνατο της συζύγου του, στο σωματείο με την επωνυμία "ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ".

Η πρώτη από τις ως άνω διαθήκες είναι άκυρη, διότι ως χρονολογία σύνταξης αυτής αναφέρεται, στην αρχή του κειμένου αυτής, η ένδειξη "Νοέμβριος 1975" και, στο τέλος, η ένδειξη "Δεκέμβριος 1975" και δεν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της χρονολογίας της διαθήκης κατά τρόπο ώστε να προκύπτουν όλα τα απαιτούμενα για το κύρος αυτής στοιχεία, ήτοι η ημέρα, ο μήνας και το έτος, με αποτέλεσμα η διαθήκη να παραμένει ελλιπής ως προς την ημέρα σύνταξης, παράλληλα δε και αντιφατική, εφόσον φέρει δύο ημερομηνίες σύνταξης αυτής.

Άκυρη, για τον ίδιο λόγο, είναι και η δεύτερη των ανωτέρω διαθηκών , διότι δεν αναφέρεται, για τη πληρότητα αυτής, το έτος σύνταξής της, ούτε μπορεί να αναπληρωθεί το στοιχείο αυτό επιτρεπτώς από το όλο περιεχόμενό της καθαυτό ή σε συνάρτηση με άλλα εκτός αυτού στοιχεία. Η φράση "Ανέθεσα και επαναλαμβάνω δια της παρούσης δια συμπλήρωσιν των συνεννοήσεων μας επί μακρού χρόνου", που περιέχεται στο κείμενο της διαθήκης και την οποία επικαλείται το ως άνω σωματείο για την συναγωγή του χρόνου σύνταξης αυτής, είναι ασαφής και από αυτή δεν μπορεί να συναχθεί το χρονικό σημείο των διαπραγματεύσεων, πολύ δε περισσότερο της συμπλήρωσης των διαπραγματεύσεων ή της σύνταξης της ένδικης διαθήκης και μάλιστα σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου σύνταξης των από Νοεμβρίου/Δεκεμβρίου 1975 και από 28.2.1976 διαθηκών.

Συνακόλουθα, η φράση αυτή δεν συνιστά στοιχείο της διαθήκης, το οποίο παρέχει βάση πιθανολόγησης του χρόνου σύνταξης της και το οποίο χρήζει αποσαφήνισης από κάποιο στοιχείο, εκτός αυτής λαμβανόμενο αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Αλλά και η από 8.12.1979 επιστολή της συζύγου του διαθέτη προς το ως άνω σωματείο δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμφισβήτητα αναμφίβολη απόδειξη περί του έτους κατάρτισης της εν λόγω διαθήκης, καθόσον δεν προκύπτει από τα κείμενό της ότι αναφέρεται στην ένδικη διαθήκη.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι παλαιότερη υπήρξε και η από Νοεμβρίου/Δεκεμβρίου 1975 διαθήκη, με την οποία, μάλιστα, ο διαθέτης - σύζυγός της κατέλιπε στο σωματείο με την επωνυμία "ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ" το ποσό των 15.000 δραχμών, ποσό για το οποίο γίνεται αναφορά στην εν λόγω επιστολή, ενώ η ένορκη βεβαίωση του ΓΓ είναι ασαφής καθόσον αφορά τον χρόνο σύνταξης της ένδικης διαθήκης και σ' αυτήν ο τελευταίος εκφράζει την γνώμη του και όχι την πεποίθησή του για το έτος σύνταξης αυτής, στην δε ένορκη βεβαίωση της ΔΔ δεν γίνεται ουδόλως αναφορά στον χρόνο αυτό.

Άκυρη, όμως, είναι και η τελευταία, από 16.11.1976 διαθήκη, καθόσον το κείμενο αυτής δεν είχε γραφεί με το χέρι του διαθέτη, αλλά από τον ανεψιό αυτού ΓΓ. Επίσης, το Εφετείο έκρινε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος , ότι άκυρη είναι και η από 28.2.1976 διαθήκη, διότι δεν περιέχει σοβαρή και οριστική θέληση του διαθέτη για την ρύθμιση της τύχης της κληρονομίας του, με την αιτιολογία, ότι, είναι γεγονός ότι το από 28.2.1976 έγγραφο φέρει τον χαρακτηρισμό "πρόχειρος απόδειξη του ασθενούντος", έχει, ωστόσο γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον διαθέτη και από το προαναφερθέν περιεχόμενο αυτού προκύπτει ότι σε αυτό εκφράζεται, με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα, η οριστική βούληση του διαθέτη σχετικά με τον τρόπο διάθεσης της οικίας του μετά το θάνατο του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι κληρονόμος του ΑΑ, στο ανωτέρω ακίνητο, που βρίσκεται στην ..., επί της οδού ... αρ. ..., είναι το σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ", δυνάμει της έγκυρης από 28.2.1976 ιδιόγραφης διαθήκης του, και, κατά παραδοχή της έφεσής του, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε αντιθέτως, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την αντίθετη αγωγή του αναιρεσείοντος.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της από 28-2-1976 ιδιόγραφης διαθήκης του διαθέτη και την εγκατάσταση του αναιρεσιβλήτου, ως κληρονόμου επί της ανωτέρω αναφερόμενης οικίας, αφού δέχθηκε ότι το ως άνω έγγραφο, παρόλο ότι φέρει τον χαρακτηρισμό "πρόχειρος απόδειξη του ασθενούντος", έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον διαθέτη και από το περιεχόμενό του, το οποίο παρατίθεται στην απόφαση και σύμφωνα μ' αυτό, ο διαθέτης όρισε, ότι το ανωτέρω ακίνητό του, στην ..., επί της οδού ..., θα ανήκει στη σύζυγό του ΒΒ, καθόλη τη ζωή της και ότι επιθυμία και απόφαση του είναι, μετά τον θάνατο αυτής, να περιέλθει στο σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ", για τις ανάγκες κυρίως των Ρεθυμνίων, συντηρούμενο από την Παγκρήτιο 'Ένωση, συνέχισε δε, εμφατικά, ότι επιθυμία του είναι να παραμείνει το οίκημα στην περιουσία της Παγκρητίου Ενώσεως, προκύπτει ότι με αυτό εκφράζεται, με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα η οριστική βούληση του διαθέτη σχετικά με τον τρόπο διάθεσης της οικίας του μετά τον θάνατό του, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1712, 1721,που εφαρμόσθηκαν.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι α) περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω από 28-2-1976 έγγραφο, το οποίο ενώ δέχεται ότι φέρει τον χαρακτηρισμό "πρόχειρος απόδειξη του ασθενούντος ", στη συνέχεια αντιφατικώς θεωρεί τούτο ως διαθήκη, β) δεν αιτιολογεί με ποίο τρόπο το έγγραφο αυτό εκφράζει την οριστική βούληση του διαθέτη για την τύχη της περιουσίας του, ενόψει μάλιστα και του ότι ο διαθέτης, με τη φράση, "ασθενούντα" ομολογεί την ασθένειά του, γ) ενώ δέχεται ότι "επιθυμία" του διαθέτη είναι να παραμείνει το ανωτέρω οίκημα στο αναιρεσίβλητο, περαιτέρω δέχεται ότι με το ως άνω έγγραφο εκφράζεται η "οριστική βούληση" του διαθέτη, η οποία είναι διάφορη της "επιθυμίας", είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με το ότι το από 28-2-1976 έγγραφο του διαθέτη ΑΑ αποτελεί έγκυρη ιδιόγραφη διαθήκη αυτού, ήτοι ότι περιέχει την οριστική βούλησή του για τη ρύθμιση της τύχης της ανωτέρω αναφερόμενης οικίας του, καθώς και ότι η από 1 Νοεμβρίου διαθήκη αυτού δεν είναι έγκυρη, τόσο την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ΕΕ, η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και την από 8-12-1979 επιστολή της συζύγου του ανωτέρω διαθέτη και την από την από 1 Νοεμβρίου διαθήκη του τελευταίου, που μ' επίκληση προσκόμισε το αναιρεσείον και ρητώς μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος. Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από την ως άνω διάταξη του άρθρ.559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο στο λόγο αυτό θεμελιωτικό της αγωγής του αναιρεσείοντος ισχυρισμό, σχετικά με την εγκυρότητα της από 1 Νοεμβρίου διαθήκης του διαθέτη, η οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτό, συντάχθηκε το έτος 1976 όπως προκύπτει από την από 8-12-1979 επιστολή της συζύγου του διαθέτη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος , διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2008 αίτηση του Συλλόγου Ρεθυμνίων "ΤΟ ΑΡΚΑΔΙ" για αναίρεση της 120/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009 Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ