497/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.6.2001 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1348/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8552/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 28.3.2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated497/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 497 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 497/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Δημήτριο Πατινίδη- Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημοσθένης Μητακίδης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου:Ψ1, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.6.2001 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1348/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8552/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 28.3.2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 21.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα ..... έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ........ προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28-3-2006 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου για την οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή, με επιμέλεια του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία του απολειπομένου αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 806 ΑΚ, με τη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, της ιδίας ποσότητας και ποιότητας. Κατά δε το άρθρο 807 του ιδίου κώδικα, αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου, ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη, ως καταγγελία δε κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης θεωρείται και η άσκηση της αγωγής με την οποία ζητείται από το δανειστή η απόδοση του δανείου.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι συγγενείς εξ αίματος και συγκεκριμένα ο εναγόμενος είναι τέκνο της αδελφής του ενάγοντος ......... Είναι επίσης συγκύριοι εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου καθένας, ενός οικοπέδου με τα της επ' αυτού παλαιάς διωρόφου οικίας αποτελούμενης εκ δύο διαμερισμάτων (ενός σε κάθε όροφο), που βρίσκεται στο ......
Αττικής και συγκεκριμένα στον προσφυγικό συνοικισμό Νέων Κυδωνίων και επί της οδού ...... αριθμ. .... και που περιήλθε σε αυτούς εκ κληρονομίας της κοινής δικαιοπαρόχου των Γ1 (μητέρας του ενάγοντος και γιαγιάς του εναγομένου), που πέθανε το 1987, καθόσον αποδέχθηκαν την ως άνω κληρονομιά τους που άφησε σε αυτούς δυνάμει της .......
δημόσιας διαθήκης της. που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Αργυριάδη και μετέγραψαν την σχετική δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς της δικαιοπαρόχου τους. Το φθινόπωρο του έτους 1998 ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να του αποδώσει λογαριασμό των μισθωμάτων της ως άνω κοινής παλαιάς οικίας, τα οποία ο τελευταίος είχε εισπράξει από την εκμίσθωση αυτής σε τρίτους χωρίς να το γνωστοποιεί στον εναγόμενο.
Ο ενάγων δεν ενέδωσε στην αξίωση αυτή του εναγομένου με συνέπεια από τότε να διαταραχθούν οι σχέσεις τους και ο τελευταίος να κοινοποιήσει στους μισθωτές της προαναφερθείσας οικίας στις 26-10-1999 εξώδικη γνωστοποίηση, πρόσκληση και δήλωση του με την οποία καλούσε αυτούς να καταβάλουν σε αυτόν ποσοστό του μισθώματος ανάλογο του μεριδίου του στο μίσθιο, γνωρίζοντας τους παράλληλα το ποσοστό συγκυριότητας του στο μίσθιο, την παράλειψη του εκμισθωτή να τους ενημερώσει γι' αυτό καθώς και τις επιπτώσεις που θα είχαν σε περίπτωση που δεν του κατέβαλαν το παραπάνω ποσοστό του μισθώματος.
Προηγουμένως ο εναγόμενος με την από 15-5-1999 αίτηση του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και συγκεκριμένα της συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του ενάγοντος και του αδελφού του αυτού Χ μέχρι του ποσού των 50.000.000 δραχμών προς εξασφάλιση απαίτησης του κατ' αυτών για περιουσιακή ζημία του και ηθική του βλάβη από αδικοπραξίες που είχαν τελέσει οι καθ' ων σε βάρος του κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αίτηση του.
Η αίτηση του αυτή συζητήθηκε στις 27-9-1999 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που με την 37279/1999 απόφαση του την έκανε δεκτή εν μέρει και διέταξε την συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων, οι οποίοι πρέπει να σημειωθεί ότι είχαν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, προς εξασφάλιση απαίτησης του αιτούντος για χρηματική του ικανοποίηση μέχρι του ποσού του 1.000.000.
δραχμών. Ακόμη προέκυψαν ότι ο εναγόμενος άσκησε κατά του ενάγοντος και του αδελφού του Χ την από 18-11-1999 αγωγή του την οποία κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 29-11-1999 και με την οποία ζητούσε από αυτούς να του καταβάλουν εις ολόκληρον καθένας 1.434.000 δραχμές για αξιώσεις του από τα ωφελήματα του κοινού ως άνω ακινήτου των που αναλογούν στο ποσοστό συγκυριότητας του από την αποκλειστική χρήση που έκανε σε αυτό ο ενάγων.
Τέλος προέκυψαν ότι πριν ο ενάγων ασκήσει την ένδικη αγωγή κατά του εναγόμενου ο τελευταίος είχε καταθέσει στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας την από 9-1-2001 (αριθμός κατάθεσης 38/24-1-2001) αγωγή του κατά του ήδη εκκαλούντος, περί λογοδοσίας αυτού ως προς τη μέχρι τότε διαχείριση του στο προαναφερθέν κοινό ακίνητο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 108/2002 του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας με την οποία υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να λογοδοτήσει κατά το άρθρο 474 του ΚΠολΔικ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ήδη ενάγων, μετά την αξίωση του εναγομένου να λαμβάνει την αναλογία του μισθώματος της κοινής ως άνω οικίας των διαδίκων της οποίας την εκμετάλλευση και διαχείριση είχε ο ίδιος ο ενάγων: α) Προέβη σε καταγγελία σε βάρος του εναγομένου στο Αστυνομικό Τμήμα Παλαιού Φαλήρου για κλοπή διαφόρων αντικειμένων αξίας από το διαμέρισμα τους στις 28-11-1998.
β) Προσέφυγε στις 2-12-1998 στο Αστυνομικό Τμήμα Ακροπόλεως και κατήγγειλε ότι ο εναγόμενος διατηρούσε διαδοχικά στη ...... Αττικής και στην .... εργαστήριο εκκλησιαστικών ειδών το οποίο δεν πληρούσε τους κανόνες ασφαλείας και δεν είχε άδεια λειτουργίας και γ) Κατήγγειλε στις 15-1-1999 στη Διοίκηση Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Αθηνών ότι το επί της οδού ....
αρ. ... στην ..... κατάστημα - εργαστήριο του εναγομένου δεν διέθετε τις απαιτούμενες προδιαγραφές πυροπροστασίας και πυρασφάλειας, ενώ στις αρχές του 1998 ο ενάγων από κοινού με τον αδελφό του Χ είχαν καταγγείλει στις αστυνομικές αρχές τον εναγόμενο ως ύποπτο αρχαιοκαπηλείας με αποτέλεσμα να ενεργηθεί έρευνα στο εργαστήριο του αλλά και στην κατοικία του που απέβησαν άκαρπες.
Σημειώνεται ότι και ο ως άνω αδελφός του ενάγοντος Χ κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του εναγομένου την από 7-6-1999 αγωγή (αρ. καταθ. 5177/1999) με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει 7.560.000 δραχμές ως μισθώματα, οφειλόμενα από άτυπη μίσθωση του επί της οδού .... αρ. ... στη .....
Αττικής καταστήματος του, που καταρτίστηκε το έτος 1988. Τα προαναφερθέντα προκύπτουν από τα δικόγραφα των αγωγών που έχει καταθέσει ο ίδιος ο εναγόμενος στο Μονομελές και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμούς κατάθεσης 11198/1989 και 6601/2001 αντίστοιχα εναντίον του ενάγοντος και του αδελφού του Χ, καθώς και από τις μηνύσεις που έχει υποβάλει κατά των αυτών ως άνω θείων του στον Εισαγγελέα Πλημ/ων Αθηνών (αρ.
βιβλίου μηνύσεων ....., ...... και .....) και δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τον ενάγοντα. Σημειώνεται όμως ότι κανένας από τους διαδίκους δεν προσκομίζει απόφαση ή βούλευμα ή κάποια διάταξη από τα οποία να προκύπτει η τύχη των ως άνω δύο αγωγών και των προαναφερομένων μηνύσεων. Προς απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής του ο ενάγων εξέτασε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τη ........, συμπεθέρα του.
Η τελευταία κατέθεσε ότι ήταν παρούσα όταν ο ενάγων έδωσε στον εναγόμενο το Σεπτέμβριο του έτους 1991 5.000.000 δραχμές για να αγοράσει ο τελευταίος μηχανήματα για το εργαστήριο αργυροχρυσοχοίας που είχε τότε, και ότι ο εναγόμενος του πρότεινε να του δώσει έγγραφο, πράγμα που δεν δέχθηκε ο ενάγων, λέγοντας "σε έχω παιδί μου θα μου τα δίνεις τα χρήματα λίγα-λίγα από τη δουλειά σου" Στην κατ' έφεση δίκη ο ενάγων προσκόμισε προς απόδειξη της αγωγής του τις αναφερόμενες στην αρχή ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Β1 και Β2.
Οι δύο ως άνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι ο ενάγων δάνεισε το ποσό των 5.000.000 στον εναγόμενο, όπως ο πρώτος είπε σε αυτούς, και επιπλέον η μεν πρώτη ότι είχε συζητήσει με τον ενάγοντα πριν το Σεπτέμβριο του 2001 (χρονολογία δανεισμού) το θέμα του δανεισμού του εναγομένου και ότι η ίδια είχε προτρέψει τον ενάγοντα να δανείσει τον εναγόμενο, ο δε δεύτερος ότι το γεγονός του δανείου το επιβεβαίωσε σε αυτόν ο ίδιος ο εναγόμενος περί τα τέλη του 1997 όταν τον επισκέφθηκε μαζί με τον ενάγοντα στο σπίτι του.
Τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες περί της καταρτίσεως της επίδικης σύμβασης δανείου και της μεταβίβασης του ποσού 5.000.000 δραχμών από τον ενάγοντα στον εναγόμενο δεν κρίνονται πειστικά για τους εξής λόγους: α) Η μάρτυρας του ενάγοντος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε μεταξύ των άλλων ότι " δεν θα έκανε αγωγή ο Χ1 αν δεν είχε τσακωθεί με τη μητέρα του Ψ1 (εναγομένου).
Η τελευταία επιβεβαιώνει με την κατάθεση της, επίσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως μάρτυρας ανταποδείξεως, την άσκηση της αγωγής κατά του εναγομένου (τέκνου της) για λόγους εκδίκησης προς αυτήν, β) Η ίδια ως άνω μάρτυρας κατέθεσε επίσης κατά λέξη "ποτέ δεν ενόχλησε παρουσία μου ο ενάγων τον εναγόμενο για τα χρήματα".
Όμως φυσικό και εύλογο θα ήταν το αντίθετο, τόσο γιατί παρήλθε δεκαετία μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής από το χρόνο κατάρτισης του, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, όσο και γιατί ο ενάγων δεν προσκόμισε και κάποια έγγραφη όχληση του εναγομένου προς επιστροφή του δανείου, προγενέστερη αυτής του Μαΐου του έτους 2001 με την οποία κατήγγειλε την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση δανείου, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία από το φθινόπωρο του έτους 1998 είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις τους και είχαν αντιδικίες, γ) Στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του ενάγοντος για εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης στην περιουσία του προς εξασφάλιση απαίτησης του εναγομένου κατ' αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση του εναγομένου, δεν προβλήθηκε από τον ενάγοντα ισχυρισμός ότι έχει και αυτός ανταπαίτηση από δάνειο, όπως θα μπορούσε, ώστε να μη γίνει δεκτή η αίτηση του εναγομένου, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία η συζήτηση της αίτησης έγινε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων δεδομένου ότι ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε στην δίκη αυτή, άλλ' ούτε και προσκόμισε κάποιο σχετικό διαδικαστικό έγγραφο (προτάσεις-σημείωμα) από το οποίο να προκύπτει η προβολή του.
Σημειώνεται ότι τόσον η από το μήνα Μάιο 2001 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος (καταγγελία) προς τον εναγόμενο, όσο και η ένδικη αγωγή κοινοποιήθηκαν στον τελευταίο μετά την εκ μέρους αυτού άσκηση της παραπάνω αγωγής λογοδοσίας και την υποβολή των προαναφερθεισών μηνύσεων καθώς και μετά τις καταγγελίες του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου σε διάφορες αρχές (αστυνομία, πυροσβεστική) και βεβαίως πολύ μετά την άσκηση σε βάρος του της παραπάνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Δεν προσκομίσθηκε από τον ενάγοντα βιβλιάριο Τραπέζης ή κάποιο άλλο σχετικό αποδεικτικό έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι κατά το χρόνο που ισχυρίζεται ότι έδωσε στον εναγόμενο ως δάνειο το ποσό των 5.000.000 δραχμών έκανε εκταμίευση ενός τέτοιου ποσού, που ήταν φυσικό και να είχε και να το έχει καταθέσει σε κάποιο λογαριασμό πιστωτικού ιδρύματος, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία δεν υπάρχει έγγραφο για την απόδειξη του δανείου και τη στιγμή κατά την οποία επί μακρό χρονικό διάστημα δεν προέβη σε δικαστική επιδίωξη της ένδικης αξιώσεως του κατά του εναγομένου ο οποίος και αρνείται τη λήψη του δανείου και έχει στραφεί δικαστικώς κατά του ενάγοντος από το έτος 1999 για αξιώσεις του κατά του τελευταίου.
Τα προαναφερθέντα κλονίζουν την αξιοπιστία των όσων κατέθεσε η μάρτυρας του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, περί του ότι ο ενάγων έδωσε παρουσία της στον εναγόμενο το ποσό των 5.000.000 δραχμών ως δάνειο, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα αυτού Β2, που περιέχεται στην ως άνω ένορκη βεβαίωση του περί του ότι ο εναγόμενος τέλη του έτους 1997 επιβεβαίωσε σ' αυτόν ότι έχει λάβει δάνειο από τον ενάγοντα και δεν είχε καταβάλει στον τελευταίο κανένα ποσό και ενόψει κα της αρνήσεως της ιστορικής βάσης της αγωγής από τον εναγόμενο, γεννούν αμφιβολίες ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και δίδουν την εικόνα ότι αυτή ασκήθηκε από σκοπιμότητα, από εκδίκηση και σε αντιπερισπασμό στις αιτιάσεις του εναγομένου κατά του ενάγοντος".
Ακολούθως με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων (ενάγων) δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό του βάρος να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και απέρριψε την έφεση αυτού (αναιρεσείοντος) ως κατ' ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας την τα αυτά δεχθείσα, πρωτοβάθμια απόφαση.
Ετσι που έκρινε το Εφετείο το μεν ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, το δε διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες στο θέμα της ελλείψεως των όρων για την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της ιστορουμένης στην αγωγή συμβάσεως δανείου.
Ειδικότερα δε οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί α) ότι η στο ακροατήριο εξετασθείσα μάρτυρας του ενάγοντος Β1 κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι αυτός δεν θα είχε ασκήσει την αγωγή (δανείου) αν δεν είχε φιλονικήσει με τη μητέρα του εναγομένου (αναιρεσίβλητου), η οποία ως μάρτυρας βεβαίωσε ότι η άσκηση της αγωγής έγινε για λόγους εκδικήσεως προς αυτή, β) ότι ποτέ δεν ενόχλησε παρουσία της (της μάρτυρος) τον εναγόμενο για τα χρήματα (του δανείου), αν και θα ήταν φυσικό και εύλογο το αντίθετο, τόσο γιατί παρήλθε δεκαετία μέχρι την άσκηση της αγωγής από το χρόνο καταρτίσεώς του (δανείου), όσο και γιατί δεν προσκόμισε κάποια έγγραφη όχληση προγενέστερη του Μαϊου 2001, τη στιγμή κατά την οποία από το φθινόπωρο του 1998 είχαν διαταραχθεί οι μετά του εναγομένου σχέσεις του, γ) ότι στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του ενάγοντος για εγγραφή συντηρητικής κατασχέσεως δεν προβλήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος ο ισχυρισμός ότι έχει απαίτηση από δάνειο και ότι τόσο η εξώδικη δήλωσή του, όσο και η ένδικη αγωγή κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο μετά την εκ μέρους του τελευταίου άσκηση της περί λογοδοσίας αγωγής του και την υποβολή μηνύσεων σε βάρος του και μετά τις καταγγελίες του ενάγοντος σε διάφορες αρχές και δ) ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε βιβλιάριο ή κάποιο άλλο σχετικό έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει ότι έκανε ανάλογη του δανείου εκταμίευση τη στιγμή κατά την οποία δεν υπάρχει έγγραφη απόδειξη δανείου και ότι επί μακρό χρονικό διάστημα δεν προέβη σε δικαστική εκδίωξη της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος κατά του αναγομένου, ο οποίος αρνείται τη λήψη του δανείου.
Οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από απ' αυτές και αναφέρεται με σαφήνεια και επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως από μεν το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, από δε το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί λόγω της αοριστίας του ως απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιος ο ισχυρισμός ("πράγματα") και ποια τα πραγματικά περιστατικά που το θεμελιώνουν και που θα κρινόταν ως ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 8552/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ