Legislator Case Law & Legislation
497/2007 AI generated

497/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 497/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

497/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, το άνω γενικό αίτημα των προτάσεων, του αναιρεσιβλήτου εμπεριέχει και το ειδικότερο αίτημα της απόρριψης της αγωγής για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 497 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 497/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης ΝΠΔΔ με έδρα την Παλαιά Πεντέλη Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το Ηγουμενοσυμβούλιό της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Φουντουλάκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ...., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Γρηγοριάδου, η οποία ανακάλεσε την από 10-1-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, 2) ...., και 3) ...., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-1993 αγωγή των ήδη 2ου και 3ου αναιρεσίβλητων και με την από 2-11-1993 πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1141/19994 μη οριστική, 3722/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4263/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 20-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11-5-2005 αίτησης για αναίρεση της 4263/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες .... και .... εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου ...., επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους .... και .... επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την υφιστάμενη παρά πόδας αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ να προχωρήσει η συζήτησή της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος που νίκησε και όχι κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ ΑΠ 24/1997).

Ενόψει τούτων η κρινόμενη αίτηση της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής, η οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, είχε πρωτοδίκως και κατ' έφεση την ιδιότητα της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των δεύτερου και τρίτου αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, πρέπει, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τελευταίων, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού στην άνω απόφαση δεν περιέχεται διάταξη βλαπτική γι' αυτήν.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 2 περ. α' ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το νόμο 490/1974, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της από το άρθρο αυτό ένστασης και επομένως και για το παραδεκτό αυτής, από την άποψη του χρόνου της προβολής της, δεν αρκεί τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση να προβάλλονται από τον εναγόμενο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα εν λόγω περιστατικά και ταυτόχρονα να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (Ολ.

ΑΠ 472/1983). Το αίτημα αυτό είναι δυνατό να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στην κατακλείδα των προτάσεων γενικό αίτημα του εναγομένου, για αποδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου που επικαλείται η αναιρεσείουσα, πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) που πρότεινε ο πρώτος αναιρεσίβλητος (εναγόμενος-εκκαλών), διότι τα επικαλούμενα από αυτόν περιστατικά προς θεμελίωση της ένστασης, καθώς και την επίκληση της κατάχρησης δεν τα συνδέει με αυτοτελές αίτημα για απόρριψη της αγωγής, αλλά αρκείται στο γενικό καταληκτικό αίτημα των προτάσεών του, με το οποίο ζητεί να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του και οι ενστάσεις του και ν' απορριφθούν η αγωγή και η παρέμβαση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, το άνω γενικό αίτημα των προτάσεων, του αναιρεσιβλήτου εμπεριέχει και το ειδικότερο αίτημα της απόρριψης της αγωγής για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού, ή ότι δεν πρόκειται τούτο ν' ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί, κατ' αρχήν, να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντά του, τότε, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Στην περίπτωση αυτή της μακράς αδράνειας, συνοδευόμενης από τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, δεν απαγορεύεται απλώς η άσκηση του δικαιώματος, που σημαίνει ότι το δικαίωμα υπάρχει και δεν καταλύεται, αλλά επέρχεται η αποδυνάμωσή του με συνέπεια το αποδυναμωμένο δικαίωμα είναι σαν αποσβημένο.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως και αντίστοιχα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου 559 έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή αν ελλείπουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης, που δεν εφαρμόστηκε καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση που άσκησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την 3722/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε ως παραδεκτή, νόμιμη και βάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που πρότεινε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, απέρριψε τη διεκδικητική αγωγή των δεύτερου και τρίτου αναιρεσιβλήτων και την υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής, δεχόμενο τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 1000 τ.μ. άρτιο και οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο στη θέση .... στο οικοδομήσιμο τετράγωνο .... και επί της διασταυρώσεως των οδών ..... του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας .... Το οικόπεδο αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος εδαφικής έκτασης, εμβαδού πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, γνωστής με το όνομα ....., η οποία εκτείνεται κατά μήκος του όρους ....

από τη θέση ...., μέχρι τη δημόσια οδό ....στη θέση ..... και από εκεί μέχρι την κορυφή του όρους ..... και τη θέση ..... και της οποίας είχε γίνει κυρία, με έκτακτη χρησικτησία, η Ιερά Κοινοβιακή Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης. Η τελευταία, για να εκποιήσει το επίδικο οικόπεδο, στις .... το εξέθεσε, μετά την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, σε δημόσιο πλειστηριασμό, κατά τη διενέργεια του οποίου οι δύο τελευταίοι αναιρεσίβλητοι αναδείχθηκαν από κοινού τελευταίοι πλειοδότες, με την προσφορά τιμήματος 3.750.000 δρχ.

Στη συνέχεια οι αυτοί αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με βάση το ..... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου .... , το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε στις .... στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Χαλανδρίου. Όμως το επίδικο οικόπεδο το οποίο, ως ανήκον στην κυριότητα της άνω Ιεράς Μονής, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας και παραγραφής, το είχε καταλάβει από το έτος 1959 ο πρώτος αναιρεσίβλητος και έκτοτε το κατέχει αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, προβαίνοντας στην άσκηση διακατοχικών πράξεων και στην αξιοποίησή του σταδιακώς έως τον Μάρτιο του 1981.

Ειδικότερα ο ίδιος αναιρεσίβλητος προέβη στην εκχέρσωση και τον εκβραχισμό του με τη χρησιμοποίηση κατάλληλων μηχανημάτων, στην επιχωμάτωσή του για την κάλυψη του υπάρχοντος ρέματος, στη φύτευση οπωροφόρων δένδρων, στην περίφραξή του με μανδρότοιχο, στη διαμόρφωση κήπου, στην κατασκευή αποχετευτικού βόθρου με τοιχία και πλάκα και κυρίως στην -κατά το μεγαλύτερο μέρος πραγματοποιηθείσα από το Μάϊο του 1978 έως το Μάρτιο του 1981- κατασκευή μονώροφου πλακοσκεπούς κτίσματος, εμβαδού 150 τ.μ., χρησιμοποιούμενον ως κατοικίας αυτού (αναιρεσιβλήτου) και των λοιπών τριών μελών της οικογένειάς του καθώς επίσης στην κατασκευή αποθήκης από σκυρόδεμα, χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου από σκυρόδεμα, κλίμακας από σκυρόδεμα με πλακόστρωτες βαθμίδες, πλακόστρωση της αυλής και των διαδρόμων από σκυρόδεμα.

Την κατοχή του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο από το έτος 1959 και την από αυτόν, με δαπάνες του και προσωπική εργασία, ως οικοδόμου, εκτέλεση των προαναφερόμενων έργων, εξαιτίας των οποίων υπερδιπλασιάστηκε η αξία του επίδικου οικοπέδου, γνώριζαν καθ' όλη την περίοδο από το έτος 1959 μέχρι το έτος 1981 οι νόμιμοι εκπρόσωποι της Ιεράς Μονής, τόσο από δική τους αντίληψη, λόγω εγγύτητας του επιδίκου με την έδρα αυτής, όσο και από τους ασχολούμενους με την επίβλεψη του μείζονος ακινήτου φύλακες της ίδιας, χωρίς ποτέ αυτοί (εκπρόσωποι) να προβάλουν αντίρρηση ή εναντίωση ή να επιδιώξουν με οποιονδήποτε τρόπο την πραγμάτωση του περιεχομένου του δικαιώματος κυριότητας της Μονής έως το Μάρτιο του 1981, και ως εκ τούτου με τη συμπεριφορά τους αυτή δημιούργησαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται στο μέλλον ν' ασκηθεί το δικαίωμα κυριότητας της Μονής στο επίδικο ακίνητο, για το οποίο άρχισαν να ενδιαφέρονται για πρώτη φορά από το Μάρτιο του 1981, οπότε το Ηγούμενο συμβούλιο της Μονής συνέταξε την υπ' αριθμ.

πρωτοκ. ..... διακήρυξη εκποιήσεως του επιδίκου (μαζί με δύο άλλα ακίνητα) με δημόσιο πλειστηριασμό μετά τον οποίο μεταβίβασε τούτο όπως προαναφέρθηκε, στους δύο τελευταίους αναιρεσίβλητους-πλειοδότες. Την κατοχή του επιδίκου από τον από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και τη χρησιμοποίηση του επ' αυτού κτίσματος ως οικογενειακή κατοικία του, γνώριζαν οι άλλοι δύο αναιρεσίβλητοι διάδοχοι της Μονής το αργότερο από το Μάρτιο του 1981, αφού σχετική περί της εν λόγω κατοχής μνεία γίνεται στην ανωτέρω διακήρυξη του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής για την εκποίηση του επιδίκου, ενώ λεπτομερέστερη, προς τούτο, αναφορά υπάρχει στο .....

πωλητήριο συμβόλαιο, που προαναφέρθηκε. Με βάση τα αναφερόμενα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα, το Εφετείο έκρινε ότι το δικαίωμα κυριότητας της Ιεράς Μονής στο επίδικο ακίνητο, από το Μάρτιο του 1981 και εντεύθεν είχε αποδυναμωθεί, δηλαδή είχε εξασθενήσει, υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που έγινε αφενός με την εκ μέρους της Μονής εκποίησή του προς τους δύο τελευταίους αναιρεσίβλητους και αφετέρου με την εκ μέρους των τελευταίων (ως ειδικών διαδόχων της πρώτης) έγερση της κρινόμενης αγωγής διεκδίκησης του εν λόγω ακινήτου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, να είναι καταχρηστική και, άρα ανεπίτρεπτη, ως ενέχουσα προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, ενόψει μάλιστα και του ότι η -με την άσκηση του δικαιώματος αυτού- επιχειρούμενη εκ των υστέρων ανατροπή της ήδη διαμορφωμένης καταστάσεως πραγμάτων δημιουργεί και πάντως μπορεί να δημιουργήσει δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός απειλείται με απομάκρυνση του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του από το επίδικο ακίνητο και με στέρησή του από την κατοχή τούτου, το οποίο έχει αξιοποιηθεί από αυτόν με μακρόχρονη ανοχή των εκπροσώπων της Ιεράς Μονής.

Βέβαια είναι αλήθεια ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έλαβε μέρος στον προαναφερόμενο πλειστηριασμό του επιδίκου και προσέφερε τίμημα 2.311.320 δρχ. Η ενέργειά του όμως αυτή, αποσκοπούσε στην απόκτηση νόμιμου τίτλου κυριότητας για το επίδικου που κατείχε και δεν υποδηλώνει έλλειψη δημιουργίας σ' αυτόν εύλογης πεποίθησης μη ενάσκησης του αγωγικού δικαιώματος και άρα δεν αναιρεί τον καταχρηστικό χαρακτήρα της άσκησης του δικαιώματος τούτου από τους λοιπούς δύο αναιρεσίβλητους.

Μετά τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο, όπως πιο πάνω έχει σημειωθεί, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ που πρόβαλε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και απέρριψε την διεκδικητική αγωγή των λοιπών δύο αναιρεσιβλήτων και την υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής.

Με τις κρίσεις αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων υπέρ των οποίων η πρόσθετη παρέμβαση της αναιρεσείουσας Ιεράς Μονής, κατά παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που πρότεινε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που εφάρμοσε και επομένως ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου τρίτος λόγος της αίτησης, διότι το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της και τα οποία είναι αναγκαία για την απόρριψη της αγωγής, ως αντίθετης προς τους ορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 11 Μαΐου 2005, αίτηση της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης-Ν.Π.Δ.Δ για αναίρεση της 4263/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ...., που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ