Legislator Case Law & Legislation
497/2006 AI generated

497/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 497/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1676/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 2782/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/2002 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

497/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο χρόνο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι' αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement waiver of wage claims voluntary departure voluntary withdrawal severance pay redundancy
AI generated
685/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
1401/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
194/2011
Εργατικές διαφορές.
1674/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 709/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9328/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανέγνωσε την από 5-12-2006 έκθεση του ήδη αποβιώσαντος Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καράμπελα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1509/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 3225/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ με την από 11-7-2002 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 497 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 497/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Θεοδώρα Ευσταθοπούλου. Του αναιρεσίβλητου : ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο-Κων/νο Κωνσταντινίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/1/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1676/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 2782/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανάγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των παραγράφων, 1,4 και 7 εδάφ. α' και β' του άρθρου 2 Ν. 2271/1994 «Εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε.» προκύπτει ότι για να μειωθεί το προσωπικό της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. και Ολυμπιακής Αεροπλοiας Α.Ε. στο πλαίσιο της εξυγίανσης των εταιριών αυτών που εγκρίθηκε από την επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρασχέθηκε η δυνατότητα στους χειριστές και ιπταμένους μηχανικούς της Ο.Α.

που συμπλήρωσαν 4.500 ημέρες ασφαλίσεως και 3.000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες 500 τουλάχιστο την τελευταία δεκαετία και είχαν συμπληρώσει ταυτόχρονα το 53ο έτος της ηλικίας τους, να αποχωρήσουν οικειοθελώς και να λάβουν πλήρη σύνταξη από το ΙΚΑ και το ΤΕΑΠΑΕ καθώς και αυξημένη αποζημίωση (την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, προσαυξημένη κατά 25% και ποσό που αντιστοιχεί σε τακτικές αποδοχές δύο μηνών, χωρίς περιορισμό στο ανώτατο όριο) που θα υπόκειται σε ελαττωμένη φορολογία.

Το δικαίωμα της ως άνω οικειοθελούς αποχωρήσεως παρασχέθηκε στους χειριστές και ιπτάμενους μηχανικούς που συγκέντρωναν τις πιο πάνω προϋποθέσεις μέχρι τις 31-12-1997, εφόσον υπέβαλαν αίτηση μέσα σε ένα μήνα από τότε που πληρούσαν τις προϋποθέσεις αυτές ή μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του άνω νόμου (23-12-1994), για εκείνους που πληρούσαν τις εν λόγω προϋποθέσεις μέχρι τη δημοσίευσή του.

Περαιτέρω, με την παρ. 7 εδ. γ' του ανωτέρω άρθρου 2 ορίζεται ότι σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων, ώστε να μειωθεί το ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβέρνησης, σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από εισήγηση της Διοικήσεως της Ο.Α., συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά ο αναγκαίος αριθμός των χειριστών και μηχανικών που συγκεντρώνουν τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ενώ με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου διευκρινίζεται ότι ως επαρκής αριθμός οικειοθελώς αποχωρούντων θεωρείται ο αριθμός που αναφέρεται κατά κατηγορία προσωπικού στο σχέδιο εξυγίανσης που εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δυνατή απόκλιση πλέον ή έλαττον κατά 15%.

Εξάλλου, η παρ. 5 του πιο πάνω άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 2366/1995, ορίζει ότι ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί με απόφασή του να προσδιορίζει, κατά κατηγορία και ειδικότητα προσωπικού, τον αριθμό και τον χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν και προβλέπει επιπλέον ότι σε περίπτωση που οι υποβαλλόμενες αιτήσεις υπερβαίνουν τα όρια αυτά, γίνονται δεκτές οι αιτήσεις εκείνων που συμπληρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό ημερομισθίων μέχρι να καλυφθεί το ανώτατο όριο για κάθε περίοδο, καθώς και ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην Ο.Α., σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα όρια, και συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο από την πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων, η οποία όμως λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση μέχρι και τις 31-12-1997, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τους οικειοθελώς αποχωρούντες.

Οι παραπάνω διατάξεις της παρ. 5 αναφέρονται στο προσωπικό εδάφους και στις ιπτάμενες συνοδούς και τους φροντιστές (άρθρ. 2 παρ. 1α και β') και δεν έχουν εφαρμογή στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως, αφού η οικειοθελής αποχώρηση του προσωπικού αυτού ρυθμίζεται ειδικά από την παρ. 7 του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 και το εδάφιο β' της παραγράφου αυτής παραπέμπει μόνο στην παρ. 4 που προβλέπει την προθεσμία υποβολής της αιτήσεως για οικειοθελή αποχώρηση και την καταβαλλόμενη στους οικειοθελώς αποχωρούντες αυξημένη αποζημίωση και όχι στην παρ. 5 του άνω άρθρου.

Επομένως οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις έπρεπε να αποχωρούν από την υπηρεσία μέσα σε εύλογο χρόνο από την εμπρόθεσμη υποβολή της προβλεπόμενης στην παρ. 4 αιτήσεως και δεν υπήρχε γι' αυτούς θέμα σταδιακής αποχωρήσεως, σύμφωνα με τον αριθμό και τις ειδικότητες που θα όριζε η Υ.Α.

του άρθρου 2 παρ. 5α ή μη αποδοχής της αιτήσεως τους και παραμονής αυτών στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου στην Υ.Α. αριθμού αποχωρήσεων. Παρά ταύτα στην 6096/617/1995 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 136 β'/1-3-1995) που εκδόθηκε με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5α και προσδιόρισε κατά κατηγορία προσωπικού τον αριθμό και τον χρόνο σταδιακής αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν κατά το έτος 1995, προβλέπεται και η αποχώρηση κατά τη διάρκεια του έτους αυτού 10 χειριστών και 2 ιπτάμενων μηχανικών, ενώ στην 21570/2631/1996 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών που εκδόθηκε με βάση την ίδια διάταξη για το έτος 1996, δεν υπάρχει πρόβλεψη για το προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως.

Οι διατάξεις της πρώτης των ανωτέρω Υ.Α., κατά το μέρος που καθορίζουν τον αριθμό και τον χρόνο αποχωρήσεως των δικαιουμένων να αποχωρήσουν οικειοθελώς χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών, είναι ανίσχυρες, διότι δεν καλύπτονται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε στον άνω υπουργό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5α' του Ν. 2271/1994, αφού η παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζεται, όπως αναφέρθηκε, στο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως και δεν ήταν έτσι δυνατό οι Υ.Α.

που εκδόθηκαν με βάση διάταξη της παραγράφου αυτής να περιέχουν ρυθμίσεις για το παραπάνω προσωπικό. Για το προσωπικό αυτό, λοιπόν, δεν προβλέπονται στο νόμο, ούτε μπορούσαν να τεθούν με τις Υ.Α. του άρθρου 2 παρ. 5α' περιορισμοί ως προς το χρόνο της σταδιακής αποχωρήσεως και τον αριθμό των δικαιούμενων να αποχωρήσουν.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από τις διατάξεις της παρ. 7γ' του άρθρου 2 του πιο πάνω νόμου που κάνουν λόγο για «επαρκή αριθμό» αποχωρούντων και τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου που ορίζει την έννοια του «επαρκούς αριθμού», αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται μόνο στην περίπτωση που δεν θα υποβληθούν οι απαιτούμενες αιτήσεις για την προγραμματισμένη μείωση του ιπτάμενου προσωπικού του θαλάμου διακυβερνήσεως και υπάρξει ανάγκη υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως μέρους του προσωπικού αυτού για να συμπληρωθεί «επαρκής αριθμός» αποχωρούντων.

Το γεγονός μάλιστα ότι μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση γίνεται λόγος για «επαρκή αριθμό οικειοθελώς αποχωρούντων», συνδυαζόμενο με το γεγονός ότι δεν τίθεται ανώτατο όριο στον αριθμό των δικαιουμένων να αποχωρήσουν με τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, καθιστά σαφές ότι σκοπός του νομοθέτη -στον οποίο ήταν ασφαλώς γνωστός ο αριθμός των εργαζομένων που θα συγκέντρωναν μέχρι τις 31-12-1997 τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως- δεν ήταν να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων, αλλά να συμπληρώσει, έστω και με μικρές αποκλίσεις, τον αριθμό αποχωρήσεων που θα εξασφάλιζε την προβλεπόμενη στο σχέδιο εξυγίανση ελάχιστη μείωση του προσωπικού.

Εξάλλου πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει τον αριθμό των οικειοθελώς αποχωρούντων χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών δεν προκύπτει και από τις λοιπές διατάξεις της πιο πάνω παρ. 7γ, που προβλέπουν τη μείωση του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβερνήσεως «σύμφωνα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της Ο.Α., όπως αυτές διαμορφώνονται από το ετήσιο πρόγραμμα εκμετάλλευσής της και το νέο κανονισμό εργασίας», αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στα κριτήρια καθορισμού του αριθμού των χειριστών και ιπτάμενων μηχανικών που θα συνταξιοδοτηθούν αναγκαστικά, με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε περίπτωση που δεν υπάρξει επαρκής αριθμός οικειοθελών αποχωρήσεων και δεν θεσπίζουν κριτήρια για τον καθορισμό του αριθμού εκείνων που μπορούν να αποχωρήσουν οικειοθελώς ή που πρέπει να παραμείνουν στην υπηρεσία αν υπάρχει επαρκής αριθμός αποχωρούντων.

Τέλος, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι δεν αποκλείσθηκε η οικειοθελής αποχώρηση και των χειριστών ή ιπτάμενων μηχανικών που θα συνταξιοδοτούντο υποχρεωτικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-1997, αρκεί κατά τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως να πληρούσαν τις προϋποθέσεις της οικειοθελούς αποχωρήσεως και να μην είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτό, αλλά και κατά το χρόνο της πραγματικής αποχωρήσεως τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.

Διότι αν είχαν συμπληρώσει κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως και τις άνω προϋποθέσεις, θα έπρεπε να αποχωρήσουν αναγκαστικά και δεν θα είχαν δικαίωμα οικειοθελούς (όχι υποχρεωτικής) αποχωρήσεως, ενώ αν συμπλήρωναν τις εν λόγω προϋποθέσεις μετά την υποβολή της αιτήσεως, αλλά πριν πραγματοποιηθεί η οικειοθελής αποχώρηση αυτών, θα έπρεπε και πάλι να αποχωρήσουν αναγκαστικά, χωρίς τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου, αφού δεν εφαρμόζεται στο ιπτάμενο προσωπικό του θαλάμου διακυβερνήσεως η προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 5β' του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994 -που προβλέπει ότι όσοι υποβάλλουν εμπρόθεσμα αιτήσεις και παραμείνουν στην υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στις Υ.Α.

ανώτατου ορίου αποχωρήσεων, υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου για την οικειοθελή αποχώρηση όταν συνταξιοδοτηθούν σε άλλο χρονικό σημείο- κατά τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια οι χειριστές και ιπτάμενοι μηχανικοί που υπέβαλαν εμπρόθεσμα αιτήσεις για οικειοθελή αποχώρηση, αλλά παρέμειναν για οποιοδήποτε λόγο στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως, δεν δικαιούνται, κατά την αποχώρησή τους, να λάβουν την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.2271/1994 αυξημένη αποζημίωση, διότι, όπως αναφέρθηκε, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στους οικειοθελώς αποχωρούντες και όχι σε εκείνους που αποχωρούν αναγκαστικά, λόγω υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα Ο.Α. στις 22-3-1967 ως ιπτάμενος μηχανικός και υπηρέτησε σ' αυτή με την παραπάνω ιδιότητα μέχρι της 31-12-1996 οπότε διαγράφθηκε από τη δύναμη του προσωπικού των ιπταμένων μηχανικών λόγω συνταξιοδοτήσεως του διότι είχε συμπληρώσει κατά την ημερομηνία αυτή το 60ο έτος της ηλικίας του, ως γεννημένος την 8-10-1936.

Προηγουμένως στις 16-1-1995 ο αναιρεσίβλητος είτε υποβάλει αίτηση οικειοθελούς αποχωρήσεως κατά τις διατάξεις του Ν. 2271/1994, επειδή κατά το χρόνο εκείνο είχε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή 11770 ημέρες ασφάλισης στην Ο.Α., που υπερβαίνουν τις κατά το νόμο απαιτούμενες 4500 ημέρες, επίσης είχε τουλάχιστον 3000 ώρες πτήσεως, από τις οποίες τις 500 ώρες τουλάχιστον μέσα στην τελευταία δεκαετία, ως επίσης είχε υπερβεί το 53ο έτος της ηλικίας του.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, εκτός από τη ληφθείσα αποζημίωση του Ν. 2112/1920, δικαιούται και την αυξημένη αποζημίωση του άρθρου 2 του Ν. 2271/1994, καθόσον είχε υποβάλει εμπρόθεσμα την αίτησή του για οικειοθελή αποχώρηση. Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Ν. 2271/1994 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος στην ουσία του, ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από το νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε κυρωμένο φωτοαντίγραφο του με αριθμό 420/7-2-2003 εντάλματος πληρωμής αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα σε εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται, υπό την επιφύλαξη της αναζητήσεως των χρημάτων σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναιρέσεως, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο ποσό 77.036,30 ευρώ.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία της, η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, την οποία αίτηση υποβάλλει η αναιρεσείουσα παραδεκτά με τις προτάσεις της που υπέβαλε την προπαραμονή της συζητήσεως (12-12-2005), σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε καταβολή στην αναιρεσείουσα του παραπάνω ποσού με το νόμιμο τόκο από της επομένης της επιδόσεως της παρούσας.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 2782/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρούμενης απόφασης.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσό εβδομήντα επτά χιλιάδων τριάντα έξι ευρώ και τριάντα λεπτών (77.036,30) με το νόμιμο τόκο από της επομένης της επιδόσεως της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ