Legislator Case Law & Legislation
496/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding Saturday work pay, overturning lower court's dismissal of claim for statutory Sunday premium.

Case Number 496/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision, ordering a remand for further proceedings. The appellant argued that the lower court erred by applying unjust enrichment laws to Saturday work instead of the statutory 30% premium mandated by Law 3846/2010. The court agreed that the statutory provision applied to work performed after May 11, 2010, while upholding the lower court's application of unjust enrichment for the period prior to that date.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 of Law 3846/2010; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The statutory provision for a 30% premium on Saturday work prevails over unjust enrichment claims for work performed after its entry into force, requiring the lower court to apply the specific law rather than general principles.

Keywords

AI generated
Saturday work premium unjust enrichment statutory compensation partial appeal success remand for retrial Labor Law 3846 Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 of Law 3846/2010
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 178 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 307 of the Code of Civil Procedure
Art. 254 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 496 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 496/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου-Ελευθερίου Τάγαρη.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "... Α.Ε." και το δ.τ. "... AE.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Κηφισιά Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωστή Μπακόπουλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1449/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6346/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-9-2019 αίτησή του.

Με την 185/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη με αριθμό 185/2024 πράξη της Προέδρου του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης από 21.9.2019 (με αριθ. εκθ. καταθ. ...2019) αίτησης αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο της 7.11.2023, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου.

Σημειώνεται, δε, ότι οι διάδικοι παρέστησαν τόσο κατά την αρχική όσο και την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, που συνθέτουν μία συζήτηση, και, συνεπώς, δικάζονται αντιμωλία (άρθρ. 307 και 254 ΚΠολΔ). 2. Με την υπό κρίση από 21.9.2019 και με αριθ. καταθ. ...2019) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης (της οποίας η επωνυμία κατόπιν της από 20.12.2017 απόφασης της Έκτακτης Γ.Σ.

των μετόχων της, που εγκρίθηκε με τη με αριθ. 25/26.1.2018 απόφαση της Περιφέρειας Αττικής ΠΕ Βορείου Τομέα Αθηνών και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ την 26.1.2018 τροποποιήθηκε σε "..." (και τον δ.τ. "... A.E.") προσβάλλεται η υπ' αριθ. 6346/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 1449/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή και η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 24.9.2019 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει έγκυρη επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 21.12.2018, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικώς, δε, ως προς την εμπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης λεκτέα τα εξής: Κατά το άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως οι περιπτώσεις α', β' και γ' αυτής αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3994/2011, αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α)το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο ..., μπροστά σε ένα μάρτυρα .......β)Το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό υπηρεσίας ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού τμήματος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παρ. 1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την Απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα.

Το αντίγραφο που παραδόθηκε φυλάγεται σε ιδιαίτερο φάκελο στο υπηρεσιακό γραφείο, όπου υπηρετεί εκείνος που το παρέλαβε. γ)Το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, σύμφωνα με την περίπτωση β', εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται το είδος του εγγράφου που επιδόθηκε, η διεύθυνση της κατοικίας, όπου έγινε η θυροκόλλησή του, η ημερομηνία της θυροκόλλησης, η αρχή στην οποία παραδόθηκε το έγγραφο, καθώς και η ημερομηνία της παράδοσης. ....".

Κατά δε το άρθρο 136 παρ.2 ΚΠολΔ, στις επιδόσεις του άρθρου 128 παράγραφος 4 η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου στην πόρτα της κατοικίας εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή με τα στοιχεία β' και γ'. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της επίδοσης με θυροκόλληση στην κατοικία φυσικού προσώπου, προς το οποίο απευθύνεται η επίδοση, απαιτείται, εκτός άλλων, η επίδοση αντιγράφου του εγγράφου στον προϊστάμενο του αστυνομικού τμήματος και αν λείπει αυτός στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος και ότι στην έκθεση επίδοσης (στην απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από αυτή) πρέπει να αναφέρεται το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο του εγγράφου, αν δηλ.

είναι ο προϊστάμενος του αστυνομικού τμήματος ή σε περίπτωση απουσίας του αν είναι αξιωματικός ή υπαξιωματικός υπηρεσίας ή ο σκοπός του αστυνομικού τμήματος (ΑΠ 1457/1999). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια της ήδη αναιρεσίβλητης, στον αναιρεσείοντα, που διαμένει στην Ελλάδα, στις 24.7.2019, η δε επίδοσή της συντελέστηκε με τη θυροκόλληση αυτής στην κατοικία του αναιρεσείοντος, επί της οδού ..., στο Περιστέρι Αττικής (λόγω απουσίας του τελευταίου και των λοιπών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ), και στη συνέχεια έγιναν όσα ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 128 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην υπ' αριθ. 845Α'/24.7.2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ο.

Σ.. Ωστόσο, στη συνταχθείσα (την ίδια ημέρα) κάτω από την έκθεση αυτή από 24.7.2019 έκθεση εγχειρήσεως θυροκολληθέντος δικογράφου, αναφορικά με την παράδοση του επιδοθέντος εγγράφου στο οριζόμενο κατά νόμο πρόσωπο του Αστυνομικού Τμήματος της περιφέρειας της ως άνω κατοικίας του προς ον η επίδοση, αναγράφηκε μόνο η ιδιότητα του προσώπου, που παρέλαβε το αντίγραφο του επιδοθέντος εγγράφου, και δη ότι αυτός ήταν ο αξιωματικός υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Β' Περιστερίου, όχι δε και το ονοματεπώνυμό του, μολονότι η αναγραφή αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, απαιτείτο για την εγκυρότητα της επίδοσης.

Κατ' ακολουθίαν όσων στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, επομένως, η διενεργηθείσα επίδοση δεν ήταν νόμιμη και, υπό τα δεδομένα αυτά, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δηλαδή στις 24.9.2019, δεν είχε αρχίσει η τριακονθήμερη (30ήμερη) γνήσια προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ.

Η δε αίτηση αναίρεσης, ασκηθείσα κατά τα ανωτέρω εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών, είναι (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή, απορριπτομένου του περί εκπρόθεσμης άσκησης αυτής ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης (που υποβλήθηκε παραδεκτώς διά των προτάσεών της, οι οποίες κατατέθηκαν τουλάχιστοην είκοσι ημέρες πριν τη συζήτηση της υπόθεσης), η οποία υποστηρίζει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της γνήσιας τριακονθήμερης (30ήμερης) προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, που άρχισε με την κατά τα ανωτέρω επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

3. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 12.5.2015 (με αριθ. καταθ. ...2015) αγωγή του, την οποία απηύθυνε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ιστορούσε τα εξής:

Ότι την 1.12.1992 προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γενικών καθηκόντων, με ωράριο από 08.00 π.μ. έως 16.00 μ.μ.. για πέντε (5) ημέρες έναντι μηνιαίου μισθού. Ότι με την ιδιότητα αυτή εργάστηκε στην επιχείρηση της εναγομένης έως τις 3.7.2014, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, ο δε μηνιαίος μισθός του από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2010 έως τη λύση της εργασιακής του σχέσης διαμορφώθηκε στο ύψος που προσδιορίζεται στην αγωγή για τα κατά περίπτωση αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.

Ότι κατά το διάστημα από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2010 και έκτοτε, ενώ ο ίδιος αναγκαζόταν, καθ' υπόδειξη των αρμοδίων διευθυντικών οργάνων της εναγομένης, να εργάζεται πέραν του συμβατικού ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου, η τελευταία δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή του για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, οδοιπορικά, αμοιβή για νυκτερινή απασχόληση και απασχόληση και εργασία τις ημέρες του Σαββάτου, της Κυριακής και τις αργίες, που της προσέφερε, και δη τα ποσά που κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, ανά ημέρα απασχόλησης και ανά κονδύλιο εκτίθενται, συνολικού ύψους 89.189,91 ευρώ.

Ζήτησε, δε, για τις αιτίες αυτές, α)να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 58.255,70 ευρώ, και β)να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 30.934,11 ευρώ, σε αμφότερες τις περιπτώσεις νομιμοτόκως. Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστική αβάσιμη με την υπ' αριθ. 1449/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ο ενάγων άσκησε την από 29.11.2016 (με αριθ.

εκθ. κατ. 4855/30.11.2016) έφεση. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 6346/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή και, αφού εξαφανίστηκε στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση, η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και α)αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα, για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, το ποσό των 3.020,22 ευρώ και β)υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, για την ίδια αιτία, το ποσό των 1.305,59 ευρώ), σε αμφότερες τις περιπτώσεις νομιμοτόκως. 4.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίησή τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που ελήφθησαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που ελήφθησαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 5/2020, 897/2014, 254/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. α` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (OλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1645/2023, 1088/2019).

Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: α)ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β)ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν επιτρέπει, και γ)ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1645/2023, 1557/2023), επιπλέον δε να προβάλλεται ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

εξαιρετικές περιπτώσεις, την οποία πρέπει επίσης να αναφέρει (ΑΠ 1416/2023, 374/2019, 809/2017). Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσής του προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, και συγκεκριμένα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την υπ' αριθ. 1820/1.4.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Φ., την οποία προσκόμισε η αντίδικός του και η οποία χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης, διότι δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσείων κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης, με συνέπεια να είναι εφαρμοστέο το άρθρο 424 ΚΠολΔ.

Με βάση όσα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν διαλαμβάνει στο αναιρετήριο ποιος είναι ο ισχυρισμός της αντιδίκου του προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, την οποία ο νόμος δεν επιτρέπει να ληφθεί υπόψη, ούτε, επιπλέον, και αν ο ίδιος πρότεινε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο το απαράδεκτο της λήψης υπόψη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου.

Ο λόγος αυτός, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι, εφόσον πρόκειται για ένορκη βεβαίωση που χρησιμοποιήθηκε σε άλλη δίκη και, συνεπώς, λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για να ληφθεί υπόψη στην προκείμενη δίκη δεν απαιτείτο να είχε προηγηθεί κλήτευση του αναιρεσείοντος από την αντίδικό του για να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης, η δε χρησιμοποίηση της συγκεκριμένης ένορκης βεβαίωσης στην προκείμενη δίκη, ενόψει του ότι δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, έγινε με την προσκόμιση και επίκληση, από την εναγομένη - εφεσίβλητη και νυν αναιρεσίβλητη, των εγγράφων της, στα οποία η ένορκη βεβαίωση περιέχεται. 5.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 205/2024, 23/2023, 19/2022).

Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο δικόγραφο να προσδιορίζεται, ποια είναι τα πράγματα, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 205/2024, 19/2022).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο προσκόμισε η αντίδικός του και του οποίου η γνησιότητα αμφισβητήθηκε από τον ίδιο, χωρίς ν' αποδειχθεί η γνησιότητά του, όπως επιτάσσει το άρθρο 457 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Σε ακολουθία εκείνων που στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη εκτίθενται, ωστόσο, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, ενώ για την πλημμέλεια αυτή (από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) απαιτείται το δικαστήριο παρά το νόμο να δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, ήτοι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, χωρίς απόδειξη, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται τέτοιον πραγματικό ισχυρισμό, αλλ' αναφέρεται, και δη αορίστως, σε ένα ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρεται να προσκόμισε η αντίδικός του. 6.

Από τις διατάξεις του άρθρου 6 της από 26.2.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ' αριθ. 11400/1710/4.3.1975 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α' 180) και του άρθρου 2 της από 29.12.1980 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981, περί της δυνατότητας καθιέρωσης της εβδομάδας των πέντε ημερών σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα, δυνάμει σχετικών συλλογικών ρυθμίσεων ή κατόπιν έκδοσης ειδικών διατάξεων νόμων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 904 επ.

ΑΚ, προκύπτει ότι η μέχρι οκτώ (8) ώρες εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) σε επιχειρήσεις, όπου εφαρμόζεται το σύστημα παροχής εργασίας πέντε ημερών την εβδομάδα, ήτοι σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, το μεν δεν συναριθμείται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας (ΑΠ 1076/2021, 1409/2014, 1223/2013), το δε είναι άκυρη, ως απαγορευμένη από κανόνες δημόσιας τάξης.

Κατά συνέπεια, η παροχή τέτοιας εργασίας γεννά σε βάρος του εργοδότη απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό έχοντα τις ίδιες ικανότητες με τον απασχοληθέντα, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως στη θέση του παρανόμως απασχοληθέντος την έκτη ημέρα μισθωτού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του τελευταίου (λόγω γάμου, τέκνων ή προϋπηρεσίας) και τα συναφή με αυτές επιδόματα, καθόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν κατ' ανάγκη στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 1076/2021, 1576/2012, 191/2011).

Τα ανωτέρω, ως προς τον τρόπο αμοιβής των απασχολουμένων κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις όπου εφαρμόζεται το πενθήμερο, βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, ίσχυαν κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 3846/2010, με τον οποίο ρυθμίστηκε το πρώτον νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας.

Ειδικότερα με το άρθρο 8 του πιο πάνω νόμου με έναρξη ισχύος από τις 11.5.2010 "η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις.

Συνεπώς, η αμοιβή για την εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου μετά την 11.5.2010 οφείλεται πλέον εκ του νόμου (ΑΠ 279/2023, 1613/2022, 1263/2021, 1076/2021). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορριπτέα την αγωγή κατά το μέρος της με το οποίο ζητείτο αμοιβή για την εργασία του ενάγοντος την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο) με τις εξής παραδοχές: "...η υπό κρίση αγωγή, με την οποία ο ενάγων διεκδικεί αποζημίωση για την εργασία που παρείχε τα αναφερόμενα σε αυτήν Σάββατα, δεν περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) πραγματικά περιστατικά και ως εκ τούτου όσον αφορά τα σχετικά κονδύλια κρίνεται απορριπτέα.

Αυτό, διότι, επειδή η εργασία που παρείχε ο ενάγων ήταν άκυρη, απαγορευόμενη από κανόνα δημόσιας τάξης, ο ενάγων εδύνατο να διεκδικήσει την ωφέλεια της εναγομένης, η οποία συνίστατο στις αποδοχές τις οποίες εκείνη θα κατέβαλλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ως άνω ημέρες, υπό τις αυτές συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα ενάγοντα (.....) πλην όμως στην αγωγή δεν γίνεται σχετική αναφορά.

Μόνη δε η μνεία "αξίωση κατ' άρθρο 904 ΑΚ", που υπάρχει σε ελάχιστα από τα διεκδικούμενα για εργασία το Σάββατο κονδύλια χωρίς περαιτέρω αναφορά σε τι συνίσταται ο πλουτισμός της εναγομένης δεν επαρκεί ....". Με την κρίση αυτή, ωστόσο, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο καθ' ο μέρος αφορά στην αμοιβή για την εργασία του κατά την ημέρα Σάββατο (έκτη ημέρα της εβδομάδας) για το χρονικό διάστημα από τις 11.5 2010 και μετέπειτα, καθώς, σύμφωνα με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναπτύσσονται, οι διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού εφαρμόζονταν για τον τρόπο αμοιβής των απασχολούμενων κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχείρηση που, όπως εν προκειμένω, εφάρμοζε το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, μόνο έως την έναρξη εφαρμογής του ν. 3846/2010, με το άρθρο 8 του οποίου, με ημερομηνία ισχύος από 11.5.2010, ρυθμίστηκε, πλέον, το πρώτον νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για την απασχόλησή του κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ορίστηκε ότι η εργασία αυτή αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%.

Δηλαδή, μετά την αμέσως προαναφερόμενη ημερομηνία, η αμοιβή για την εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου οφείλεται πλέον εκ του νόμου. Για το διάστημα αυτό, επομένως, ήτοι για το χρονικό διάστημα από τις 11.5.2010 και μετά, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και εσφαλμένα με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος του εν κονδυλίου αυτού (περί αμοιβής της εργασίας του ενάγοντος κατά την ημέρα του Σαββάτου), επειδή ο ενάγων δεν επικαλείτο τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών, οι οποίες, όμως, δεν ήταν εφαρμοστέες.

Βασίμως, δε, ο αναιρεσείων παραπονείται κατά τούτο με το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσής του, προσάπτοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι με τις ως άνω παραδοχές της υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ήταν εφαρμοστέο το άρθρο 8 του ν. 3846/2010. Αντιθέτως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του με το οποίο ο αναιρεσείων βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προσάπτοντας την ίδια αιτίαση, και για το διάστημα έως τις 10.5.2010, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι για την περίοδο αυτή εφαρμοστέες για τον τρόπο της αμοιβής της απασχόλησης του εργαζομένου κατά την ημέρα Σάββατο (έκτη ημέρα της εβδομάδας) ήταν, σύμφωνα με την ίδια ως άνω νομική σκέψη, οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αξίωσε, για το νόμω βάσιμο του συγκεκριμένου αγωγικού κονδυλίου κατά το αντίστοιχο διάστημα, τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών. 7.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά στο αγωγικό κονδύλιο για την αμοιβή της εργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος την ημέρα του Σαββάτου (έκτη ημέρα της εβδομάδας) κατά το χρονικό διάστημα από τις 11.5.2010 και μετέπειτα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατάθεσε προτάσεις, γιατί η αναίρεση έγινε εν μέρει δεκτή (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6346/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το ανωτέρω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ