Legislator Case Law & Legislation
496/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision regarding burden of proof allocation in tax disputes.

Case Number 496/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court decision that rejected the taxpayers' claim. The taxpayers argued the burden of proof was incorrectly placed on them, while the State contended the lower court properly identified their submissions as objections rather than affirmative claims. The court ruled that the second-instance court correctly assigned the risk of uncertainty to the taxpayers, thereby rejecting the appeal on grounds of lack of merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(13) and 237 of the Code of Civil Procedure; The court correctly allocated the objective burden of proof to the party whose claims constituted objections rather than affirmative assertions, establishing that misallocation constitutes a ground for cassation only when the risk of uncertainty is wrongly assigned.

Keywords

AI generated
burden of proof allocation objective burden of proof cassation appeal grounds tax administrative litigation risk of uncertainty affirmative claims objections in civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Article 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 83(1) of Law 4790/2021
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 658/2014
Supreme Court Case 692/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 496 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 496/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μαρίας Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Γ. και της Γ., 2) Γ. Μ. του Σ. και της Ε., κατοίκων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ιωαννίδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2019 μη οριστική, 2/2021 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση των παραπάνω δύο αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την κρινόμενη από 17.05.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 2/08.01.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, το οποίο απέρριψε την από 26.12.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 339/26.11.2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 23.03.2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, και σε σχέση με τον παραδεκτώς προβληθέντα (άρθρο 570§§1 εδάφ.

α', β' του Κ.Πολ.Δ.) ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι η αίτηση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η αναιρεσιβληθείσα δικαστική απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 26.01.2021 (βλ. τη με στοιχεία …./26.01.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών).

Ωστόσο, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως δεν άρχισε στις 27.01.2021 (άρθρο 144§1 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά στις 07.05.2021 (άρθρο 83§1 περίπτ. α' του ν. 4790/2021, 25 του ν. 4792/2021) και συμπληρώθηκε στις 16.05.2021 (άρθρα 564§1 του Κ.Πολ.Δ., 83§1 περίπτ. α' του ν. 4790/2021), ημέρα Κυριακή, με αποτέλεσμα τελευταία ημέρα της προθεσμίας να είναι η 17.05.2021 (άρθρο 144§1 του Κ.Πολ.Δ.), ημέρα Δευτέρα, κατά την οποία κατατέθηκε το πρωτότυπο του αναιρετηρίου στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (βλ.

την υπ' αριθμ. …/ 17.05.2021 έκθεση της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Καλαμάτας).

Συνεπώς, ο άνω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμος.

Επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη δικαστική απόφαση, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 23.03.2017 αγωγή που έστρεψαν κατά του αναιρεσείοντος και απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, ζήτησαν να αναγνωρισθούν τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπράγματα δικαιώματά τους (επικαρπία και ψιλή κυριότητα) και να καταχωρηθούν ως δικαιούχοι αυτών στο Εθνικό Κτηματολόγιο.

Η αγωγή συζητήθηκε, ερήμην του αναιρεσείοντος και κατά την τακτική διαδικασία, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 339/26.11.2018 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσε ενώπιον του Εφετείου Καλαμάτας το αναιρεσείον με την από 26.12.2018 έφεσή του. Συζητήσεως γενομένης επί της άνω εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 111/06.09.2019 μη οριστική απόφασή του με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως προς τον σκοπό της ανόμωτης εξετάσεως των εναγόντων.

Νέας συζητήσεως γενομένης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 2/08.01.2021 τελεσίδικη απόφαση με την οποία η άνω έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αλλ' απορρίφθηκε στην ουσία της. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την από 17.05.2021 αίτησή του το αναιρεσείον ζητώντας από το Δικαστήριο τούτο την αναίρεσή της για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο δύο λόγους αναιρέσεως.

Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με βάση τις οποίες αυτό κατέληξε στην ως άνω κρίση του είναι, κατ' απόλυτη αντιγραφή, οι ακόλουθες: "Το επίδικο ακίνητο, είναι ένα αγροτεμάχιο - ελαιοπερίβολο, που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας του Δήμου …., της Περιφερειακής Ενότητας …., έχει αριθμό κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ….., έκταση (2.645,57) τ.μ., και κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο (2.677) τ.μ., περιέχει πενήντα (50) περίπου ελαιόδεντρα, φαίνεται και περικλείεται με τα στοιχεία (…. ...

….) στο αναφερόμενο στην αγωγή και προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους, από μηνός Μαρτίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Δ. Ν. Η., και συνορεύει με βάση το τοπογραφικό αυτό, νοτιοδυτικά σε πλευρά (… - …) μήκους μέτρων (28,44), με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ …., δυτικά σε πλευρά (… - …), μήκους μέτρων (47,84), βόρεια σε πλευρά (… - …), μήκους μέτρων (37,21), βορειοανατολικά σε πλευρά (… - …), μήκους μέτρων (45,18), με πρώην ιδιοκτησία των εναγόντων που φέρει ΚΑΕΚ ….

και ήδη Μ. Κ. και, τέλος, νοτιοανατολικά, σε πλευρά τεθλασμένη (… - … - …), συνολικού μήκους μέτρων (69,48), με ιδιοκτησία Ι. Μ., που φέρει ΚΑΕΚ …. Όπως αποδείχθηκε το ανωτέρω ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης αγροτικής έκτασης - ελαιοπεριβόλου, μετά των εντός αυτής τριακοσίων (300) περίπου ελαιοδέντρων και μίας ισογείου αγροτικής αποθήκης επιφανείας μέτρων τετραγωνικών (29,58), εμβαδού του όλου αυτού ακινήτου (ελαιοπεριβόλου) μέτρων τετραγωνικών (19.035 μ2), ευρισκομένου στη θέση "….

των ορίων της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …. του Νομού …., εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, γνωστού με την ονομασία "….", εμφαινομένου υπό τα αριθμητικά στοιχεία (…,…,…,…,…,…......,…,…,…,…) στο από μηνός Σεπτεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Γ. Π., που συνοδεύει τον κάτωθι αναφερόμενο τίτλο κτήσεως των εναγόντων και συνορευομένου κατά το τοπογραφικό αυτό, γύρωθεν βόρεια, επί πλευράς τεθλασμένης (…,…,…,..,…,…,…), με ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Γ.

Κ., βορειοανατολικά, επί τεθλασμένης πλευράς (…,…,…,..,…,…,…), με ιδιοκτησίες Π. Α., Δ.. Μ., Π.. Ν. και Ν. Μ., από τις οποίες διαχωρίζεται με γράνα, ανατολικά, επί τεθλασμένης πλευράς (…,…,…,…,…,…,…), με ιδιοκτησία Ν. Μ., κατά ένα μέρος και κατά ένα μέρος, επί πλευράς (…-…) μήκους (1,43) μ. με αγροτική οδό, νότια κατά ένα μέρος, επί πλευράς τεθλασμένης (…,…,…,..,..,…,…), με ιδιοκτησία Ν.

Μ. και κατά ένα μέρος επί πλευράς (..,..,..,…), με ιδιοκτησία Γ. και Ι. Μ. του Σ., δυτικά και εν μέρει νότια και βορειοδυτικά, επί τεθλασμένης πλευράς (…, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …), με ιδιοκτησία Ν. Μ.. Περαιτέρω προέκυψε από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι το όλο αυτό ακίνητο - ελαιοπερίβολο, εκτάσεως (19.035 μ2) κατά τον τίτλο κτήσης αυτού, είχε μεταβιβαστεί από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού, Γ.

Μ. του Ι. και της Ε., σε καθέναν από τους ενάγοντες, εκ των οποίων ο πρώτος είναι γιος του και ο δεύτερος εγγονός του, ως εξής: α) στον μεν πρώτο εξ αυτών, Σ. Μ., κατ' ισόβιο επικαρπία, με γονική παροχή από τον ανωτέρω πατέρα του, Γ. Μ. του Ι. και της Ε., δυνάμει του υπ' αριθ. …./3.11.1999 συμβολαίου γονικής παροχής επικαρπίας του Σ/φου Καλαμάτας Δ.

Γ. Σ., νομίμως μεταγραφείσας της πράξης αυτής σε τόμο … και με αριθμό …. των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, β) στο δε δεύτερο εξ αυτών, Γ. Μ. του Σ., κατά (αποκλειστική) ψιλή κυριότητα, με δωρεά εν ζωή από τον ανωτέρω παππού του, Γ. Μ. του Ι. και της Ε., δυνάμει του αυτού ως άνω υπ' αριθ. …./3.11.1999 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας, νομίμως μεταγραφείσας της πράξης αυτής σε τόμο … και με αριθμό ….

των αυτών ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Προηγουμένως, δε, το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει στον ανωτέρω κοινό άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Γ. Μ. του Ι. και της Ε., τμηματικά, ως εξής: α) Κατά ένα τμήμα αυτού, εμβαδού ενός (1) στρέμματος, ως έγγιστα, μετά των εντός αυτού 44 περίπου ελαιοδέντρων, διαφόρου ηλικίας, κειμένου στο βόρειο μέρος του όλου ακινήτου των πωλητριών, συνολικής εκτάσεως (2) περίπου στρεμμάτων, λόγω αγοράς αυτού, από τις προηγούμενες αληθείς κυρίες αυτού, Ε.

θυγ. Π. Μ. και Σ. σύζυγο Β. Μ., θυγ. Π. Μ., δυνάμει του με αριθμό …./24.12.1936 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε Σ/φου Καλαμάτας, Π. Ο., νομίμως μεταγεγραμμένου σε τόμο … και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, όπως ειδικότερα το πωληθέν περιγράφεται κατά θέση και όρια στο συμβόλαιο και β) κατά το λοιπό τμήμα του, επιφανείας (18.500) μ2 περίπου, λόγω εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος το έτος 1979 πατρός του, Ι.

Μ. του Ν. και της Κ., γεννηθέντος αυτού το έτος 1890, σύμφωνα με την υπ' αριθ. …/6.2.1973 δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον του άλλοτε Σ/φου Καλαμάτας, Γ. Μ., και δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. …/7.6.1979 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε αυτός δυνάμει της με αριθμό …./3.11.1999 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του Σ/φου Καλαμάτας, Δ.

Σ., νομίμως μεταγραφείσας σε τόμο … και αριθμό …. των αυτών ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Εξάλλου στον ανωτέρω κοινό απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Ι. Μ. του Ν. είχε περιέλθει το ανωτέρω τμήμα των 18.500 τ.μ. περίπου, α) κατά μεν τμήμα αυτού, επιφανείας ενός (1) στρέμματος ως έγγιστα, μετά των εντός αυτού 46 περίπου ελαιοδέντρων, διαφόρου ηλικίας, κειμένου στο νότιο τμήμα του όλου ακινήτου των πωλητριών εκτάσεως (2) στρεμμάτων ως έγγιστα, λόγω αγοράς αυτού, από τις προηγούμενες ως άνω αληθείς κυρίες αυτού, Ε.

θυγ. Π. Μ. και Σ. συζ. Β. Μ., θυγ. Π. Μ., δυνάμει του ιδίου ως άνω αναφερθέντος με αριθμό …./….12.1936 πωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε Σ/φου Καλαμάτας, Π. Ο., νομίμως μεταγεγραμμένου, σε τόμο …. και αριθμό …. των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, όπως ειδικότερα το πωληθέν περιγράφεται κατά θέση και όρια στο ενλόγω συμβόλαιο, β) κατά δε το υπόλοιπο μέρος αυτού, εκτάσεως περίπου 17.000 τ.μ., το είχε αποκτήσει από κληρονομία του προ αμνημονεύτων ετών αποβιώσαντος πατρός του, Ν.

Μ., ο οποίος το νεμόταν και το εξουσίαζε σαν δικό του πολύ ενωρίτερα του έτους 1880, καθαρίζοντας, εποπτεύοντας και καλλιεργώντας αυτόν με ελαιόδεντρα, συγκομίζοντας τον καρπό τους και φυτεύοντας νέα, τα οποία υπάρχουν και σήμερα και κάποια εξ αυτών υπερβαίνουν τα 150 έτη. Απ' όταν δε περιήλθε η κληρονομία του ανωτέρω Ν.

Μ. στον γιο του, Ι. Μ., ο οποίος ήταν γεννηθείς το έτος 1890, αυτός αναμείχθηκε εμφανώς σε αυτήν και συνέχισε την κατά τα άνω νομή του δικαιοπαρόχου πατρός του επί του ακινήτου αυτού, νεμόμενος αυτό έκτοτε συνεχώς και μέχρι του θανάτου του στις 24.1.1979, με καλή πίστη ότι δεν προσέβαλε με τη νομή του αυτό το δικαίωμα τρίτου στο ακίνητο αυτό, διάνοια αποκλειστικού κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις, και δη περιποιούμενος τα επ' αυτού ελαιόδεντρα, καλλιεργώντας τα και συγκομίζοντας τον ελαιόκαρπο, καθαρίζοντας τα επ' αυτού αγριόχορτα και έχοντας την εποπτεία του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί παρ' ουδενός στην άσκηση της νομής του αυτής, ούτε και από το Ελληνικό Δημόσιο, έχοντας έτσι κατά το χρόνο του θανάτου του το έτος 1979, καταστεί κύριος αυτού, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ευρισκόμενος στη νομή του, για διάστημα υπερβαίνον την 100ετία, κατά προσαύξηση στο χρόνο νομής του επ' αυτού και αυτού της καλόπιστης νομής του δικαιοπαρόχου πατρός του, Ν.

Μ. σε αυτό. Τις ίδιες άλλωστε πράξεις νομής ασκούσαν και μετέπειτα οι ειδικοί και γενικοί διάδοχοι των Ι. και Γ. Μ. και στη συνέχεια οι ίδιοι οι ενάγοντες, με διάνοια κυρίου, έχοντας έτσι οι τελευταίοι (ενάγοντες) αποκτήσει αυτό, τόσο παραγώγως, λόγω των ανωτέρω μεταγεγραμμένων συμβολαίων γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, όσο και πρωτοτύπως, με τακτική, άλλως, έκτακτη χρησικτησία, αφού νέμονταν αυτό με νόμιμο τίτλο νομίμως μεταγεγραμμένο, με καλή πίστη και διάνοια εμπραγμάτων δικαιούχων, για διάστημα υπερβαίνον τα 150 έτη, μέχρι τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, σύμφωνα με όσα σχετικώς εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας χρόνο, της έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του επιδίκου, ήτοι μέχρι την 6.5.2004, προσμετρουμένου στο χρόνο νομής τους επ' αυτού και αυτού των δικαιοπαρόχων τους, άμεσων, απώτερων και απώτατων.

Είναι δε χαρακτηριστικό της ύπαρξης κυριότητας από πολλών ετών στην ευρύτερη περιοχή του επιδίκου ακινήτου από τους δικαιπαρόχους των εναγόντων, ότι στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο ο Ι. Μ. και ο γιος του, πατέρας και παππούς και άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Γ. Μ., απέκτησαν με αγορά δια του …./1936 συμβολαίου το υπόλοιπο τμήμα, εκτάσεως περίπου (2) στρεμμάτων εκ της όλης ιδιοκτησίας τους στην περιοχή συνολικής εκτάσεως (19.035 μ2), το πωλούμενο φέρεται ήδη από τον τίτλο κτήσης του, που ήταν του έτους 1936, να συνορεύει γύρωθεν εκτός από τις κάτωθι κληρονόμους, Π.

Μ. και με ιδιοκτησία των Γ. και Ι. Μ., καμία δε αναφορά δε γίνεται σε αυτό περί ορίων του με δημόσια δασική έκταση ή με βοσκότοπο, ενώ ο χαρακτήρας της εκτάσεως είναι αυτός του αγροτικού ακινήτου με ελαιόδεντρα. Εξάλλου όπως αποδείχθηκε περαιτέρω και στις ανωτέρω πωλήτριες, Ε. θυγ. Π. Μ. και Σ. συζ. Β. Μ., το ανωτέρω πωληθέν από αυτές τμήμα, εκτάσεως αυτού (2) στρεμμάτων περίπου, μετά των εντός αυτών (90) περίπου συνολικά ελαιοδέντρων, είχε περιέλθει προηγουμένως, εκ κληρονομίας του κατά την 8.1.1935 αποβιώσαντος πατρός τους, Π.

Μ., στην κληρονομία του οποίου αυτές έκτοτε υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν. Αυτός, δε, προηγουμένως είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό με καλή πίστη, διάνοια κυρίου, και για χρονικό διάστημα πλέον των εξήντα (60) ετών πριν από το θάνατό του, δηλαδή ήδη από το έτος 1875, δη ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση του, ως αγροτικού ακινήτου - ελαιοστασίου, υλικές διακατοχικές πράξεις με διάνοια αληθινού κυρίου, νομέα και κατόχου και δη καλλιεργώντας και φροντίζοντας τα υπάρχοντα παλαιόθεν σε αυτό 90 περίπου ελαιόδεντρα, συλλέγοντας τον καρπό τους και ενεργώντας ως κύριος αυτού και με την πεποίθηση ότι δεν προσέβαλε με την άσκηση της νομής του σε αυτό δικαιώματα τρίτων επ' αυτού και χωρίς ποτέ να ενοχληθεί στην άσκηση της νομής του επ' αυτού παρ' ουδενός, και δη από το Ελληνικό Δημόσιο.

Εν συνεχεία δε οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι των εναγόντων, Ι. Μ. και Γ. Μ., από την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου πώλησης παρέλαβαν την νομή των προηγούμενων αληθών κυρίων των πωληθέντων σε αυτούς δύο στρεμμάτων εκ της όλης εκτάσεώς τους, και συνέχισαν αυτή συνεχώς και αδιαλείπτως ο μεν Ι. μέχρι το θάνατό του στις 24.1.1979, ο δε Γ.

Μ. για μεν το πωληθέν σε αυτόν (1) στρέμμα αυτού, από την κατάρτιση του συμβολαίου αγοράς του, για δε το λοιπό πωληθέν στον πατέρα του (1) στρέμμα αυτού, από το θάνατο του πατρός του, την κληρονομία του οποίου αυτός αποδέχθηκε κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, μέχρι και την περαιτέρω μεταβίβαση των αυτών (2) στρεμμάτων στους ενάγοντες με το υπ' αριθ.

…./3.11.1999 συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, με διάνοια κυρίων και καλή πίστη ασκώντας όλες τις ανωτέρω αναφερόμενες ως προσιδιάζουσες στη φύση του ως αγροτικών ακινήτων με ελαιόδεντρα εμφανών υλικών διακατοχικών πράξεων συνεχώς, για διάστημα μείζον της εκατονταετίας, κατά προσαύξηση του χρόνου νομής και των δικαιοπαρόχων τους στο χρόνο νομής τους επ' αυτών.

Την ίδια δε νομή των δικαιοπαρόχων τους, άμεσου και απώτερων, παρέλαβαν οι ενάγοντες με τη μεταβίβασή των (2) αυτών στρεμμάτων της όλης ιδιοκτησίας τους σε αυτούς, με το ανωτέρω υπ' αριθ. …/1999 συμβόλαιο και συνέχισαν έκτοτε αυτή, καθ' όλο το εν προκειμένω κρίσιμο διάστημα, δηλαδή μέχρι και την εισαγωγή του Κτηματολογίου στην περιοχή της Καλαμάτας που έλαβε χώρα την 6.5.2004, καλλιεργώντας τα υπάρχοντα σε αυτό ελαιόδεντρα, συγκομίζοντας τον καρπό τους, καθαρίζοντάς το από τα αυτοφυή αγριόχορτα, επιβλέποντας αυτό και αποτρέποντας οποιαδήποτε καταπάτησή του από τρίτους, με διάνοια επικαρπωτή ο πρώτος και με διάνοια ψιλού κυρίου ο δεύτερος εξ αυτών, χωρίς ποτέ μέχρι τότε (6.5.2004) να αμφισβητηθούν στην άσκηση της ανωτέρω νομής τους επ' αυτού παρ' ουδενός, ούτε και από το Ελληνικό Δημόσιο, έχοντας έτσι καταστεί ο μεν δεύτερος ψιλός συγκύριος, ο δε δεύτερος εφ' όρου ζωής επικαρπωτής και των δύο αυτών στρεμμάτων του όλου ακινήτου τους, τόσο παραγώγως, δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, νομίμως μεταγεγραμμένου, όσο και με τακτική, άλλως, έκτακτη χρησικτησία, ευρισκόμενοι στη νομή του τμήματος αυτού του όλου ακινήτου τους, με νόμιμο τίτλο, νομίμως μεταγεγραμμένο, καλή πίστη και διάνοια εμπραγμάτων δικαιούχων για διάστημα υπερβαίνον τα εκατόν πενήντα έτη πριν την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή του επιδίκου που έλαβε χώρα στις 6.5.2004, κατά προσαύξηση στο χρόνο νομής τους σε αυτό και αυτού της νομής των δικαιοπαρόχων τους, άμεσων και απώτερων.

Το ότι το ανωτέρω όλο ακίνητο εκτάσεως (19.035 μ2), τμήμα του οποίου αποτελεί το νυν με την υπό κρίση αγωγή επίδικο ακίνητο επιφανείας αυτού κατά τις κτηματολογικές εγγραφές (2.677 μ2) τ.μ., που φέρεται κατά το κτηματολόγιο της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ανήκει στους ενάγοντες και πριν από αυτούς στους άμεσους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του, που βρίσκονται στη αδιάλειπτη και καλόπιστη νομή του συνεχώς πάνω από 150 έτη, επιβεβαίωσε στην ένορκη κατάθεσή της μετά λόγου γνώσεως και η μάρτυρας των εναγόντων - εφεσιβλήτων στην ήδη μνημονευθείσα υπ' αριθ.

…/2020 ένορκη βεβαίωσή της. Αυτή ανέφερε συγκεκριμένα ότι από αφηγήσεις των ανωτέρω δικαιοπαρόχων των εναγόντων, Γ. Μ. του Ι. και Ι. Μ. του Ν., τις οποίες είχε ακούσει προσωπικά η ίδια, καθώς ήδη από τα νεανικά της χρόνια, περί το έτος 1960 μετέβαινε στο επίδικο στην περιοχή "…" Καλαμάτας, μαζί με τους γονείς της, οι οποίοι βοηθούσαν την οικογένεια Μ.

στην καλλιέργειά του, είχε σχηματίσει πια την εδραία πεποίθηση, ότι το ακίνητο αυτό, το οποίο είχε πάντα το χαρακτήρα ελαιοπεριβόλου και ουδέποτε δασικής έκτασης, ανήκε από πολύ παλιά, ήδη από το έτος 1850 στην οικογένεια των εναγόντων. Την ανωτέρω δε κατάθεσή της δεν αντέκρουσε με κανένα περί του αντιθέτου αποδεικτικό μέσο το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατά την κατάρτιση του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου Καλαμάτας, η έναρξη του οποίου όπως ήδη αναφέρθηκε έλαβε χώρα στις 6.5.2004, δεδομένου ότι ολόκληρο το ανωτέρω ακίνητο περιλαμβάνεται στην κτηματογραφηθείσα αυτή περιοχή, προέβησαν σε δήλωση αυτού, και δη της ψιλής κυριότητας του ο δεύτερος ενάγων και της επικαρπίας του ο πρώτος εξ αυτών, στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Καλαμάτας, ως ενός ενιαίου ακινήτου, εκτάσεως αυτού (19.035) μ2, με την πρώτη δε ανάρτηση αυτοί αναγνωρίστηκαν, ο μεν πρώτος ως ψιλός κύριος, ο δε δεύτερος ως επικαρπωτής αυτού με ΚΑΕΚ …...

Πλην όμως, επειδή κατά το ενδιάμεσο στάδιο και πριν β' ανάρτηση της κτηματογράφησης, υποβλήθηκε ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα της Διεύθυνσης Δασών, μαζί με σωρεία άλλων ακινήτων, δηλώθηκε εσφαλμένως και από παραδρομή και για το ανωτέρω επίδικο τμήμα του όλου δηλωθέντος αυτού ακινήτου τους ότι αποτελεί δημόσια δασική έκταση, πράγμα το οποίο έγινε δεκτό ερήμην των εναγόντων, οι οποίοι δεν έλαβαν κατά το χρόνο εκείνο γνώση της διαδικασίας και των υποβληθεισών αντιρρήσεων της Διεύθυνσης Δασών.

Συνέπεια αυτού ήταν το νυν με την υπό κρίση εμπράγματη κτηματολογική αγωγή ακίνητο, επιφανείας (2.645,57) τ.μ. και κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο (2.677) μ2, να αποκοπεί από το όλο ακίνητο των εναγόντων με αρχικό ΚΑΕΚ …. και να δημιουργηθεί κατά τις κτηματολογικές εγγραφές ένα νέο ακίνητο με χωριστό ΚΑΕΚ ήτοι το ….., το οποίο στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας, φέρεται ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου (Διεύθυνσης Δασών), καθώς αυτό φέρεται κατά τις εγγραφές αυτές ότι αποτελεί δημόσια δασική έκταση.

Αμέσως δε μόλις οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της εσφαλμένης αυτής εγγραφής, ο δεύτερος των εναγόντων Γ. Μ. του Σ., υπέβαλε προς τον αρμόδιο Δασάρχη Καλαμάτας την από 28.3.2016 αίτηση χαρακτηρισμού του όλου ως άνω ενιαίου ακινήτου τους στην περιοχή, συνολικής έκτασης αυτού κατά το συνημμένο στην αίτησή του τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Σ.

Σ., (18.935,04) τ.μ.. Με βάση την αίτησή του αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθ. πρωτ. …./…../2.6.2016 Πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καλαμάτας, η οποία χαρακτήρισε το ανωτέρω εξεταζόμενη ακίνητο, ως μη δασικού χαρακτήρα έκταση, κατά την έννοια των παραγράφων 6 περίπτωση α' του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, δηλαδή ως ανέκαθεν καλλιεργούμενη γεωργική έκταση, μη υποκείμενη στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Ήδη δε η πράξη αυτή χαρακτηρισμού έχει καταστεί αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους ενάγοντες υπ' αριθ. …../18.10.2016 πιστοποιητικό αμετακλήτου του Δασαρχείου Καλαμάτας. Τα ανωτέρω βεβαιώνονται και στην νομίμως προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους εφεσιβλήτους στα πλαίσια της παρούσας κατ' έφεσιν δίκης, από 7.2.2019 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού, Δ.

Η., η οποία δεν αντικρούεται από κανένα από τα προσκομιζόμενα από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο έγγραφα. Ειδικότερα σύμφωνα με την έκθεση αυτή το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ….., το οποίο αποτυπώνεται στο με αριθμό πρωτοκόλλου …./2018 κτηματογραφικό διάγραμμα του Ελληνικού Κτηματολογίου και ταυτίζεται με το αποτυπωμένο στο από μηνός Μαρτίου 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου μηχανικού, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, ανήκουσας στους ενάγοντες, η οποία έχει εσφαλμένως κατατμηθεί από το Ελληνικό Κτηματολόγιο σε δύο επιμέρους ακίνητα, συνολικής επιφανείας αυτών (18.935) μ2, ήτοι στο ανωτέρω επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ …..

επιφανείας κατά τον κτηματολόγιο (2.677) μ2 και στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ….., επιφανείας 16.289 τ.μ., των εναγόντων και ότι η κατάτμηση αυτή εγένετο μετά από σχετική εσφαλμένη ένσταση της Διεύθυνσης Δασών, με την υπ' αριθ. …/… απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής του Ελληνικού Κτηματολογίου, ως έχον δήθεν το επίδικο αυτό τμήμα δασικό χαρακτήρα.

Βεβαιώνεται επίσης σε αυτήν την έκθεση ότι στη συνέχεια μετά από αίτηση των εναγόντων ιδιοκτητών του επιδίκου, εκδόθηκε η ήδη ανωτέρω μνημονευθείσα υπ' αριθ. …./…./2.6.2016 αμετάκλητη πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Καλαμάτας, η οποία χαρακτήρισε αμφότερα τα ως άνω ακίνητα μη δασικά και ότι τα ακίνητα αυτά χαρακτηρίζονται στους κυρωμένους δασικούς χάρτες ως γεωργική γη (ΑΑ).

Επίσης βεβαιώνεται στην τεχνική αυτή έκθεση ότι αμφότερα τα επιμέρους αυτά ακίνητα του Κτηματολογίου, ήτοι το νυν με την υπό κρίση αγωγή επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ …. και το ακίνητο των εναγόντων με ΚΑΕΚ …., αποτελούν το ενιαίο αγροτεμάχιο επιφανείας αυτού (18.935,04) τ.μ., που έχει αποτυπωθεί στο από μηνός Μαρτίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.

Σ., το οποίο όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε προσαρτάται στην ως άνω αμετάκλητη πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Καλαμάτας, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος. Με βάση τα παραπάνω επομένως, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες είχαν ήδη κατά την 6.5.2004 καταστεί, τόσο παραγώγως όσο και πρωτοτύπως, με τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους κτήσης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους, ο μεν πρώτος εξ αυτών, (εφ' όρου ζωής) επικαρπωτής, ο δε δεύτερος, ψιλός κύριος του επιδίκου ακινήτου με ΚΑΕΚ …., το οποίο έχει εσφαλμένως κατά τα ανωτέρω αναγραφεί στα οικεία Κτηματολογικά φύλλα ότι είναι της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.

Εξάλλου, από την πλευρά του το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο σε απόκρουση της υπό κρίση αγωγής επικαλέστηκε το πρώτον με την ένδικη έφεσή του, κατ' ένσταση, την ύπαρξη ιδίας κυριότητάς του στο επίδικο, δεν απέδειξε με κανένα από τα προσκομισθέντα από αυτό αποδεικτικά μέσα, κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης της φερόμενης κυριότητάς του επ' αυτού, από αυτούς που κατ' ένσταση επικαλέστηκε αυτό, αν και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην οικεία μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, είχε το σχετικό δικονομικό βάρος προς απόδειξη των στοιχείων των θεμελιούντων τις ανωτέρω ενστάσεις του, προς κατάλυση των αγωγικών ισχυρισμών των εναγόντων περί κτήσης της δικής τους κυριότητας σε αυτό, όπως αυτοί παραδεκτά συμπληρώθηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, καταρχήν αποδείχθηκε από δημόσια έγγραφα του ιδίου του Δημοσίου ότι το επίδικο ακίνητο, όχι μόνο δεν αποτελεί δασική έκταση, αλλά είχε ανέκαθεν το χαρακτήρα αγροτικής καλλιεργούμενης έκτασης, κατά τρόπο ώστε καταρρίπτεται το επιχείρημα του Ελληνικού Δημοσίου ότι αυτό ανήκε εκ τεκμηρίου στο Δημόσιο, είτε ως τάχα δασική έκταση, είτε ακόμα και ως χορτολιβαδική έκταση ή βοσκότοπος, βάσει του άρθρου 1 του από 3/15-12-1833 β.

δ/τος (ΦΕΚ 40/1833), αφού όπως προέκυψε ουδέποτε υπήρξε τέτοιος. Επίσης από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι το επίδικο αποτελούσε κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα, κτήμα Οθωμανών, το οποίο τάχα κατέλαβε κατά τον πόλεμο το Ελληνικό Δημόσιο και το δήμευσε, ούτε ότι αυτό ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και δημεύθηκε κατά τη διάρκεια του Αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και ούτε ότι αυτό είχε εγκαταλειφθεί από τους τέως Οθωμανούς κυρίους του και δεν καταλήφθηκε από άλλους, κατά τρόπο ώστε περιήλθε αυτό με την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους και την υπογραφή της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης της 9.7.1932 και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου, αυτοδικαίως, στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως αβασίμως και αναποδείκτως ισχυρίστηκε κατ' ένσταση το εκκαλούν.

Ακόμα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατείχε με οποιοδήποτε τρόπο το επίδικο ακίνητο και ότι περιήλθε σε αυτό η νομή του με κάποιο νόμιμο τρόπο, ούτε πολύ περισσότερο ότι το νέμεται συνεχώς από την Απελευθέρωση από τους Τούρκους και μέχρι σήμερα, αφού ουδέποτε αυτό μέχρι και την κατά τα ανωτέρω γενόμενη εσφαλμένη κατ' αποτέλεσμα δήλωση - εγγραφή στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Καλαμάτας, από τη Διεύθυνση Δασών Καλαμάτας, είχε ποτέ προβάλει στο επίδικο δικά του δικαιώματα κυριότητας, από οποιαδήποτε αιτία.

Αντίθετα αυτό, σύμφωνα με όσα ήδη ανωτέρω προεκτέθηκαν, το κατείχαν και το νέμονταν με τους ανωτέρω αναφερθέντες τρόπους, για διάστημα υπερβαίνον τα 150 έτη από την έναρξη του Κτηματολογίου στην περιοχή της Καλαμάτας, οι ενάγοντες και οι ανωτέρω κατονομαζόμενοι δικαιοπάροχοί τους, άμεσοι απώτεροι και απώτατοι, έχοντας καταστεί κατά το χρόνο αυτό, ο μεν πρώτος επικαρπωτής, ο δε δεύτερος ψιλός κύριος αυτού, τόσο παραγώγως, με το προαναφερθέν συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, νομίμως μεταγεγραμμένων, όσο και πρωτοτύπως, με τα προσόντα της τακτικής, άλλως, έκτακτης χρησικτησίας.

Για το λόγο, δε, αυτό άλλωστε απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος τυγχάνει και ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι το ακίνητο αυτό ήταν αδέσποτο και ότι ως τέτοιο είχε περιέλθει στην κυριότητά του, αφού ουδέποτε αυτό εγκαταλείφθηκε από τους ανωτέρω κυρίους του, δικαιοπαρόχους των εναγόντων. Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο είχε ποτέ περιέλθει νομίμως στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, με κάποιον από τους ανωτέρω επικαλούμενους από αυτό με την έφεσή του τρόπους, δεν απαιτούνταν σε κάθε περίπτωση για την απόκτηση κυριότητας επ' αυτού, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.2015, συνεχής τριακονταετής και με καλή πίστη νομή των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, προκειμένου αυτοί να καταστούν κύριοι του επιδίκου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, όπως το τελευταίο αβασίμως διατείνεται.

Κατ' ακολουθία όσων ανωτέρω προεκτέθηκαν, αποδείχθηκαν μετά πλήρους δικανικής πεποίθησης τα επικαλούμενα στην αγωγή εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων, ενώ συντρέχει εν προκειμένω, λόγω της κατά άνω εσφαλμένης εγγραφής του επιδίκου στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας, ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (Διεύθυνσης Δασών), νόμιμη περίπτωση διόρθωσης του οικείου κτηματολογικού φύλλου κατά το αίτημα της αγωγής, κατά τρόπο ώστε να εμφαίνονται σε αυτό, ο μεν πρώτος ενάγων ως επικαρπωτής, ο δε δεύτερος εξ αυτών ως ψιλός κύριος αυτού.

Θα πρέπει, επομένως, απορριπτομένων όλων των καταλυτικών της αγωγής ενστάσεων του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ως κατ' ουσία αβάσιμων, η υπό κρίση αγωγή, η οποία παραδεκτά ασκήθηκε εντός της δεκατετραετούς (14ετούς) προθεσμίας της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 περ. β'του Ν. 2664/1998, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 37 του Ν. 4361/2016, από την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου στην κτηματική περιφέρεια Καλαμάτας, που έλαβε χώρα την 6.5.2004, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3481/2006 (ΦΕΚ Α' 162/2.8.2006) και δεδομένου ότι προσκομίστηκαν επιπλέον για το παραδεκτό της συζήτησής της, κατ' άρθρο 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013, ως ισχύει, ήδη από τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας από τους ενάγοντες- εφεσιβλήτους, τα από 20.3.2017 και 21.3.2017 Πιστοποιητικά (ΕΝΦΙΑ) της ΑΑΔΕ από τα οποία προκύπτει ότι οι ενάγοντες δηλώνουν το επίδικο ακίνητο, ως μέρος του όλου ακινήτου τους εκτάσεως (19) περίπου στρεμμάτων, στην αρμόδια φορολογική αρχή για ΦΑΠ και ΕΝΦΙΑ, συνεχώς από το έτος 2012 και εφεξής, να γίνει αυτή δεκτή, ως επαρκώς ορισμένη, νόμω και ουσία βάσιμη.

Ακολούθως θα πρέπει: α) Να αναγνωριστεί ότι κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην κτηματική περιφέρεια Καλαμάτας (6.5.2004), οι ενάγοντες είχαν αποκτήσει, ο μεν πρώτος, την εφ' όρου ζωής επικαρπία, ο δε δεύτερος, την αποκλειστική ψιλή κυριότητα του επιδίκου ακινήτου- γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …., όπως ειδικώς αυτό περιγράφεται ανωτέρω και β) Να διαταχθεί η διόρθωση των κτηματολογικών εγγραφών του ανωτέρω γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …..

στα οικεία φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας, ώστε αντί της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής σε αυτά ότι κύριος αυτού είναι το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, να αναγραφούν ορθώς ως ισόβιος επικαρπωτής αυτού ο πρώτος ενάγων και ως ψιλός κύριος αυτού ο δεύτερος ενάγων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.".

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής (αγωγής) που συνίσταται, η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται η μεν ποσοτική αοριστία με βάση τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η δε ποιοτική με βάση τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου (Α.Π. 1452/2008).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 του Α.Κ. και 216 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής, αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρα 1094 του Α.Κ., 70 του Κ.Πολ.Δ.) ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από τον νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ' αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του και να μπορεί να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά ακίνητα, όταν δε το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση εκτός από την έκταση του διεκδικουμένου, αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως (Α.Π. 1214/2020, Α.Π. 1597/2018, Α.Π. 781/2016, Α.Π. 78/2015).

Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (Α.Π. 1526/2009).

Πλέον τούτων, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής από τις διατάξεις του άρθρου 6§§2, 3 του ν. 2664/1998, δεν νοείται αοριστία ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου από τη στιγμή κατά την οποία αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ο Κωδικός

Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) του ακινήτου και προσαρτάται απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, οπότε υπάρχει απόλυτη και πλήρης ταυτοποίηση του γεωτεμαχίου και μάλιστα κατά τρόπο που να μην επιδέχεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση αφού αυτή περιλαμβάνει και τις συντεταγμένες κορυφές του γεωτεμαχίου που είναι μοναδικές σε κάθε ακίνητο.

Περαιτέρω επί αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας και ειδικότερα σε σύμβαση (άρθρο 1033 του Α.Κ.) για το ορισμένο αυτής αρκεί κατ' αρχήν να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του αμέσου δικαιοπαρόχου του κυρίου του μεταβιβαζομένου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντος, διότι, μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου, υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζητήσεως τον τρόπο αποκτήσεως αυτής (Α.Π. 1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (αμέσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ιδίας, πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσεως κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., φθάνοντας μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή η έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεσθεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως εάν να ήταν δικό του (Α.Π. 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (Α.Π. 180/2006). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείων αιτιάται το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και τούτο διότι δεν απέρριψε την από 21.10.2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων καίτοι το δικόγραφο αυτής (αγωγής) έπασχε από ποσοτική αοριστία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, παραδεκτά προβάλλεται, ενόψει του βασίμου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι προβλήθηκε και στους δύο βαθμούς ουσιαστικής κρίσεως της αγωγής (άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ.), και βρίσκει νόμιμο έρεισμα στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και όχι σε αυτήν του αριθμό 14 του αυτού άρθρου του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος συνίσταται (κατά συνοπτική, αλλά περιεκτική απόδοση των όσων περιέχονται στο αναιρετήριο) στο ότι α) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καίτοι το επίδικο ακίνητο αποτελεί μέρος μείζονος εκτάσεως, προερχομένης από συνένωση δύο επιμέρους εκτάσεων, με διάφορη νομική "ιστορία", με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να διακριβωθεί αν κείται εντός της μιας ή της άλλης αρχικής εκτάσεως, γεγονός που καθιστά αδύνατη την απάντηση στην αγωγή και την άμυνά του, απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι η αγωγή έπασχε από μη ιάσιμη αοριστία και β) παρά το ανωτέρω γεγονός ότι δηλαδή δεν προκύπτει από την αγωγή αν το επίδικο ακίνητο κείται εντός της μιας ή η της άλλης αρχικής εκτάσεως δεν διευκρινίζεται σ' αυτή (αγωγή) ο ιδιαίτερος τρόπος μεταθέσεως του δικαιώματος κυριότητας από τον κάθε δικαιοπάροχο σε κάθε δικαιοδότη με τρόπο αντιτάξιμο στο Ελληνικό Δημόσιο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλεται πλην όμως κρίνεται αβάσιμος. Ειδικότερα, στο έγγραφο ("σώμα") της αγωγής προσδιορίζονται σαφώς οι Κ.Α.Ε.Κ. που συνιστούν το όλο ακίνητο, όπως και ο Κ.Α.Ε.Κ. του επιδίκου γεωτεμαχίου, στοιχεία που επιτρέπουν την απάντηση στην αγωγή και την αντίταξη άμυνας κατ' αυτής εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως των περιγραφών των τίτλων επί των οποίων στηρίζουν το δικαίωμα κυριότητάς τους οι αναιρεσίβλητοι.

Περαιτέρω και όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του αυτού αναιρετικού λόγου πρέπει να σημειωθεί ότι είναι και κατά τούτο αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και τούτο διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση δηλαδή στην προϋπόθεση ότι, εάν αντίδικος του ενάγοντος με εμπράγματη αγωγή είναι το Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής η εξιστόρηση του τρόπου κτήσεως του ακινήτου (ή του εμπραγμάτου δικαιώματος επ' αυτού) να εξικνείται μέχρι το σημείο στο οποίο μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού ακόμη και όταν ο ενάγων δεν κάνει στην αγωγή του μνεία ότι το επίδικο σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου.

Επειδή, κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (mulk, arazi-i memluke) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.

τις δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (tassaruf), γ. τις αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.

τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (arazi-i metruke) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε. τις νεκρές γαίες (arazi-i mevat) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.

Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.

Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Οροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".

Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) και τα δικαιώματα εξουσιάσεως (tassaruf), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των έως τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 23/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 160/2014).

Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".

Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής εκτάσεως του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάσθηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 04.06/16.06.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ.Α.Π. 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.".

Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ..

Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδεσπότων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα.

Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 1840/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.".

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 987/2017). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ.

του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν. 27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζομένης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836).

Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".

Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.

Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα ως εάν να ήταν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας.

Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).

Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπιδέκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.

Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεσθεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους και ως δημοσίου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 712/2015).

Περαιτέρω, σε περίπτωση επικλήσεως από τον ενάγοντα παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας και η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο με τις προτάσεις της κυριότητας του δικαιοπαρόχου αυτού (ενάγοντος), επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή) με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) συμπλήρωση αυτής (αγωγής) με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του, μέχρι την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας (probatio diabolica) (Α.Π. 277/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 338§1 του Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή της διαδικασίας του ήδη καταργηθέντος άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. και, ακολούθως, του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 658/2014, Α.Π. 692/2008). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) Δικαστήριο μετέθεσε τον κίνδυνο της αμφιβολίας του ως προς τους προβληθέντες από αυτό (αναιρεσείον) ισχυρισμούς του στο ίδιο και όχι στους αναιρεσιβλήτους, αν και οι προβληθέντες ισχυρισμοί του συνιστούσαν αρνητική απάντηση στην αγωγή και δεν είχαν τον χαρακτήρα ενστάσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται πλην όμως είναι αβάσιμος και τούτο διότι, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χαρακτήρισε τους εν λόγω ισχυρισμούς ενστάσεις, έκρινε ότι ο κίνδυνος της αμφιβολίας του βάρυνε το αναιρεσείον και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβασίμους.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.05.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ