Legislator Case Law & Legislation
496/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute grounds, upholding lower court's rejection of lawsuit as illegal.

Case Number 496/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision to reject a labor lawsuit as illegal. The appellant argued for the appeal's admissibility, while the lower court had previously dismissed the claim due to its illegality. The Court ruled that the appeal was valid against the First Instance decision but rejected it regarding the specific labor dispute, ordering the case to be kept and the appeal against the Peace Court decision to be dismissed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may keep a case for trial if no further clarification is needed after rejecting an appeal on illegality grounds, and must order the return of security deposits when no security is required for labor disputes.

Keywords

AI generated
labor dispute admissibility illegal lawsuit rejection Supreme Court appeal security deposit return legal standing labor case remand procedure costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 496 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 496/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που προήλθε από τη συγχώνευση της Εταιρείας με την επωνυμία ... δια της απορροφήσεως της δευτέρας από την πρώτη, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3920/2011, εδρευούσης στον Δήμο ..., νομίμως εκπροσωπούμενης που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπούρλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Β. Π. του Λ., κατοίκου ..., 7) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 9) Π. Β. του Ε., κατοίκου ..., 10) Ζ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 11) Ε.-Γ. Β. του Ι., κατοίκου ...,12) Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., 13) Ε. X. του Η., κατοίκου ..., 14) Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., 15) Ζ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 16) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 17) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 18) Α. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 19) Ν. Α. του Γ., κατοίκου ..., 20) Α. Α. του Δ., κατοίκου ..., 21) Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ... 22) Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 23) Μ. Δ. Μ., κατοίκου ..., 24) Ν. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 25) Α. Β. του Κ., κατοίκου ..., 26) Μ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 27) Δ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 28) Α. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 29) Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 30) Ε. Ν. του Π., κατοίκου ..., 31) Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 32) Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., 33) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 34) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 35) Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 36) Δ. Κ. του Β., κατοίκου ... 37) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 38) Γ. Β. του Ε., κατοίκου ..., 39) Χ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 40) Β. Γ. του Π., κατοίκου ..., απάντων κατοίκων ως εκ της εργασίας τους …, που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 704/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 385/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ.1 του τελευταίου τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του (ΑΠ 606/2018, 395/2019).

Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, μπορεί να γίνει και στον αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου. Η ιδιότητα του λήπτη της επίδοσης ως αντικλήτου, που σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 212 Α.Κ. δεν τεκμαίρεται, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1486/2019, 1266/2019, 863/2019, 395/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως για αναίρεση της υπ'αριθμ. 385/2020 αποφάσεως του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επισπεύδεται με επιμέλεια της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ-Ο.Σ.Υ. Α.Ε.". Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2900Ε/12-4-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η εκδίκαση της οποίας είχε οριστεί αρμοδίως για τη δικάσιμο της 2-2-2021, με πράξη καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και της από 11-2-2021 βεβαιώσεως του αρμοδίου Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου περί αναβολής της υποθέσεως από τη δικάσιμο της 2-2-2021 για την παρούσα δικάσιμο με αριθμό πινακίου 2, με σχετική κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δικηγόρο Μαριλένα Τσακίρη, ως πληρεξουσία δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε εκπροσωπήσει αυτούς ενώπιον του εκδώσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου και δεν έχει ακολουθήσει γνωστοποίηση αντικατάστασης αυτής στην αναιρεσείουσα.

Οι αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως θα προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ).

Με την από 4-2-2020 (υπ' αριθμ. καταθ. 24/2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 385/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 15-10-2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 704/2015 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η ένδικη από 27-12-2014 αγωγή, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε προς εκδίκαση την υπόθεση, α) απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που ασκείται από τους δέκατη πέμπτη, εικοστό δεύτερο, τριακοστό πρώτο, τριακοστό πέμπτο και τριακοστό ένατο των εναγόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, β) δέχθηκε την αγωγή κατά το μέρος που ασκείται από τους εικοστό πρώτο και τριακοστό όγδοο των εναγόντων ως κατ' ουσίαν βάσιμη και γ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα ποσά.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ), εκτός από το μέρος που έχει ασκηθεί κατά των δέκατης πέμπτης, εικοστού δεύτερου, τριακοστού πρώτου, τριακοστού πέμπτου και τριακοστού ένατου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους η αναίρεση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, αφού, ενώ ως προς τους εν λόγω αναρεσίβλητους η αγωγή έχει τελεσιδίκως απορριφθεί κατ' ουσίαν, το αναιρεσείον δεν επικαλείται τη συνδρομή ειδικού εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της αναιρέσεως και κατ'αυτών. 1.

Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:

Στο άρθρο 4, ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17", στο δε άρθρο 6 παρ.1, ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]".

Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Στο άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ.3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α' 262/16-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (Α'31) και έχει ισχύ νόμου από την δημοσίευσή της στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...

β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".

Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζεται στην παρ.1 αυτού ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]".

Στις παρ.3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ.3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 268/31-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α' 31) και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι: "3.

Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...].

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ' ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%".

Ακόμη, στην παρ.7 του άρθρο 31 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 29", στο δε άρθρο 32 παρ.4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".

Με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας. 2.

Περαιτέρω, ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2.

Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10-2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212). [...].

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν.4024/2011.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ.12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Εξάλλου, με το Ν. 4354/2015 άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν.4024/2011, η περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 και στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1-1-2013". 3. Στο άρθρο 1 του ν. 3920/2011 "Εξυγίανση, αναδιάρθρωση και ανάπτυξη των αστικών συγκοινωνιών Περιφέρειας Αττικής και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 33/3-3-2011), ορίζεται ότι:

Οι δημόσιες συγκοινωνίες, που εκτελούνται μέσα στα όρια της Περιφέρειας Αττικής, όπως αυτή ορίζεται στο ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 87 Α'), εκτός από τις νήσους, οι οποίες εξυπηρετούν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, αναδιαρθρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται μνεία στον "Όμιλο ΟΑΣΑ" ή στις "Εταιρείες του Ομίλου ΟΑΣΑ" νοούνται ο ΟΑΣΑ και οι εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 7 (παρ.1).

Προκειμένου να εξυπηρετηθεί το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην αποδοτικότερη λειτουργία των ακόλουθων φορέων- εταιρειών προς όφελος του επιβατικού κοινού και της Εθνικής Οικονομίας με την παράλληλη τεχνικοοικονομική εξυγίανσή τους, οι εταιρίες "Ανώνυμη Συγκοινωνιακή Εταιρεία Θερμικών Λεωφορείων" ("ΕΘΕΛ"), "Ηλεκτροκίνητα Λεωφορεία Περιοχής Αθηνών Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία" ("ΗΛΠΑΠ"), "Αττικό Μετρό Εταιρεία Λειτουργίας Ανώνυμη Εταιρεία" ("ΑΜΕΛ"), "Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία" ("ΗΣΑΠ") και "ΤΡΑΜ Ανώνυμη Εταιρεία" ("ΤΡΑΜ") μετασχηματίζονται κατά τις ειδικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2).

Από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: α) Η ΕΘΕΛ τίθεται σε διαδικασία συγχώνευσης με τον ΗΛΠΑΠ, με απορρόφηση του τελευταίου από την πρώτη. Με τη συντέλεση της συγχώνευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, η ΕΘΕΛ μετονομάζεται σε " ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Ο.Σ.Υ.

Α.Ε.) (5 παρ. α'). Για τις συγχωνεύσεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 134 Α') και των άρθρων 68 επ. του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 216 Α'), με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις: ....(παρ.6). Τέλος, στο άρθρο 7 παρ.1 του ανωτέρω ν. 3920/2011, ορίζεται ότι "Ο ΟΑΣΑ, οι ΟΣΥ και ΣΤΑΣΥ υπάγονται στο ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α')".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η "Ο.Σ.Υ. ΑΕ", η οποία υπάγεται στο ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)", υπόκειται στις ρυθμίσεις των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4024/2011 και της περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. 4. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι αρχικά, με το ν.4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού και θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η μείωση θα ήταν σταδιακή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 29 του ν.4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικώς.

Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών το προσωπικό της "Ο.Σ.Υ. Α.Ε.", με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, υπέστη την 1-11-2011 μειώσεις επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών του, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016. Ακολούθως, με το ν.4093/2012, από 1-1-2013 υπήχθη στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011.

Κατά την ένταξη του προσωπικού της εταιρείας "Ο.Σ.Υ. ΑΕ", από 1-1-2013, στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν.4024/2011 σύμφωνα με την περ.12 υποπ. Γ1 παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν.4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της με βάση το ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν.4024/2011 και από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (1-1-2013) έπαυσε η ισχύς των διατάξεων "αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα" του άρθρου 31 του ν.4024/2011, εκτός της παρ.2 αυτού.

Κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών, την 1-1-2013, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, επήλθαν, επί το πλείστον, μειώσεις επί των κατά την 31 Δεκεμβρίου 2012 προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών και κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών το προσωπικό της "Ο.Σ.Υ. Α.Ε." υπήχθη σε μειώσεις μέχρι ποσοστού 25% με την ένταξή του, ετεροχρονιζόμενες μετά την 31 Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά.

Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, συνάγεται ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1-11-2011 επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον, και μια την 1η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την 31-12-2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την 31-12-2016.

Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, η δεύτερη δε ρύθμιση αποτελεί τμήμα ευρύτερου ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών, δεν συνάγεται 1) ούτε από τη ρύθμιση της περ.2 της παρ.Γ υποπ.Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31-12-2016, μεταξύ άλλων, και η εφαρμογή της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δηλαδή η εφαρμογή της υπερβάλλουσας το 25% μείωσης και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με το ίδιο πρώτο άρθρο του νόμου 4093/2012, με το οποίο εισάγεται και η ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση του 25% λόγω της εφαρμογής των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης με την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου ν.4024/2011 και 2) ούτε από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ν.4354/2015, με την οποία ορίστηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1-1-2013 και τούτο, διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής των διατάξεων περί υπαγωγής του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο αλλά αφορά την αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 29 παρ. 2 του ν.4024/2011 και τέθηκε ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (4354/2015 άρθρο 34 αυτού) της περ.12 παρ.Γ υποπ.Γ1 του ν.4093/2012, ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής (περ.12) να ισχύει για το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα η αναστολή της ανωτέρω υπερβάλλουσας μείωσης.

Οι επίμαχες διατάξεις είναι συνταγματικά ανεκτές, καθόσον μ' αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί, τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Επομένως, το επίδικο μέτρο, που συνεπάγεται την περαιτέρω διπλή μείωση των αποδοχών του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών του Δημοσίου.

Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΑΠ ολομ. 1/2021, ΣτΕ Ολομ. 3372, 3373/2015, 3404-3406/2014, 3177/2014), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.

Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (ΣΤΕΟλ 1310/2019 σκ16.).

Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων του προαναφερόμενου αναιρεσίβλητου και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

5. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών. 6. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εκτός των δέκατης πέμπτης, εικοστού δεύτερου, τριακοστού πρώτου, τριακοστού πέμπτου και τριακοστού ένατου, ως προς τους οποίους δεν εξετάζεται περαιτέρω η υπόθεση, με την ένδικη από 27-12-2014 (υπ' αριθμ.

καταθ. 2115/30-12-2014), αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι ατομική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "Οδικές Συγκοινωνίες ΑΕ" να τους επιστρέψει τα εκεί αναφερόμενα ποσά, που παρακρατήθηκαν από τις νόμιμες αποδοχές τους κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2014, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ.

Γ' υποπαρ. Γ1 περ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, λόγω εσφαλμένης υπαγωγής του τρόπου εκκαθάρισης των αποδοχών του στις διατάξεις αυτές και λόγω αντίθεσης αυτών στις αναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως των ως άνω (υπ'αρ. 6 ) εναγόντων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, ότι το προσωπικό της "Ο.Σ,Υ Α.Ε." υπέκειτο σε μία μόνο μείωση των αποδοχών του μέχρι 25% και περαιτέρω ότι οι εν λόγω ενάγοντες, οι οποίοι συνδέονταν με την "Ο.Σ.Υ.

Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απώλεσαν κατά το διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 31-12-2014 από τη γενόμενη παράνομη διπλή μείωση των αποδοχών τους τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσά, και βάσει των παραδοχών αυτών δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση των ως άνω (υπ'αριθ. 6) εναγόντων και επιδίκασε τα εν λόγω ποσά, μετά εξαφάνιση της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου. 7.

Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 29 παρ.2 τελευταίο εδάφιο του ν.4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπ.Γ1 της παρ.Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012. Τούτο, διότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, με την ένταξη του προσωπικού της αναιρεσείουσας στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν.4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο 4 επ.), οι αποδοχές των αναιρεσιβλήτων προσδιορίστηκαν την 1-1-2013 με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της 31-12-2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1-11-2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, την 1-1-2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μειώσεις, με βάση την εφαρμοστέα μείωση κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31-12-2016.Οι επίμαχες δε διατάξεις είναι κατά τα ανωτέρω συνταγματικώς ανεκτές, το δε επίδικο μέτρο δε θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων, ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Με βάση τα παραπάνω, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, άλλως περί μη εφαρμογής της διάταξης της περ.12 παραγράφου Γ υποπ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2021, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 8.Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Εν προκειμένω, από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του ως άνω λόγου αναιρέσεως, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη. Επομένως δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η από 15-10-2015 έφεση των εναγόντων αναιρεσιβλήτων, εκτός των δέκατης πέμπτης, εικοστού δεύτερου, τριακοστού πρώτου, τριακοστού πέμπτου και τριακοστού ένατου, κατά της υπ' αριθμ. 704/3-6-2015 αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία παραπονούνται αυτοί για την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. 9. Από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 300 ευρώ και ότι σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Αρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Αρειος Πάγος βάσει των εν λόγω διατάξεων, αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, έχει κατατεθεί το αναφερόμενο παράβολο (32350455895004130066) ποσού 300 ευρώ, χωρίς όμως να υφίσταται σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά.

Συνεπώς πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τόσο της παρούσας, όσο και της έκκλητης δίκης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αναίρεση, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας (αρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τους δέκατη πέμπτη, εικοστό δεύτερο, τριακοστό πρώτο, τριακοστό πέμπτο και τριακοστό ένατο των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 385/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθό μέρος αφορά τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Κρατεί και εκδικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 14-10-2015 (υπ'αριθ. καταθ. 2969/26-10-2015) έφεση κατά της υπ'αριθμ. 704/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθ'ό μέρος αφορά τους αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αναίρεση. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας της έκκλητης και της παρούσας δίκης, ποσού δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ σε βάρος των αναιρεσιβλήτων , ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αναίρεση. Και Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ