496/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Legislator headnote
AI generated496/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Full text
Απόφαση 496 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 496/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Κ., κατοίκου ... 3) Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., 4) Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Θ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., 6) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 7) Ξ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 8) Γ. Ν. του Π., κατοίκου ... 9) Μ. Κ.- Λ. του Μ., κατοίκου ... 10) Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 11) Ζ. Α. του Η., κατοίκου ..., 12) Θ. Κ. του Α., κατοίκου ... 13) Β. Χ. του Β., κατοίκου ..., 14) Ε. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 15) Κ. Μ. του Η., κατοίκου ..., και 16) Π. Γ. του Β., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας- Λουΐζας Μπακαλάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2010 αγωγή των εκεί εναγόντων (55 τον αριθμό), μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 5287/15-9-2010. Εκδόθηκαν η 1287/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 3390/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2017 και με αριθμό κατάθεσης 479/18-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 217/2017).
2.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).
Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.
Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).
Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.
Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη προσωπικού, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (ΑΚ 669 παρ.1) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 217/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, ορίζεται ότι "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, [.....] την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ.1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ.8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παρ.1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου" (παρ.15 εδ.
α' και β'). Εξάλλου, με το άρθρο 7 του προαναφερόμενου π.δ. 164/2004, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Σημειώνεται, ότι με τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του ως άνω π.δ. 164/2004, που κρίθηκαν συνταγματικώς ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή, διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Η διάταξη, όμως, αυτή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η αρχική πρόσληψη των ήδη αναιρεσειόντων, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα το έτος 2007. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 186/2019).
3.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών.
4.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 13-9-2010 (με αριθμό κατάθεσης 5287/15-9-2010) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (16 τον αριθμό επί συνόλου 55 εναγόντων) εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει συμφωνητικών συνεργασίας δεκαοκτάμηνης διάρκειας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2007, και τοποθετήθηκαν σε υπηρεσίες αυτού (ΔΟΥ και Τελωνεία), ως διοικητικοί υπάλληλοι, κατηγορίας, κατά περίπτωση, δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τεχνολογικής εκπαίδευσης και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.
Ότι τους ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικών υπαλλήλων όμοια με εκείνα των μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το οποίο δια των οργάνων του καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας τους. Ότι οι αρχικές συμβάσεις τους ανανεώθηκαν για ένα ακόμη δεκαοκτάμηνο, μετά τη λήξη του οποίου το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας έτσι τις εργασιακές συμβάσεις, χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων, αλλά και κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος.
Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε οι συμβάσεις τους ήταν συμβάσεις μαθητείας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και συνακόλουθα οι συμβάσεις τους έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους συνιστούν για τον καθένα εξ υπαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με τις νόμιμες αποδοχές που αντιστοιχούν σε συμβασιούχους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για το μετά την απόλυση χρονικό διάστημα και μέχρι την άρση της υπερημερίας του, με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1287/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 3390/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσία αβάσιμη και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση.
5.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη ως άνω 3390/2015 απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη. Αιτιολογώντας την κρίση αυτή, το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα: Ότι οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, με τα "συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage)", τα οποία, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, υπέγραψαν, είναι συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος, οι οποίες αποσκοπούν, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2639/1998, στην απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, συνιστώντας, ως εκ τούτου, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας.
Ότι, ειδικότερα, καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τον ως άνω νόμο, προκειμένου να αποκτήσουν οι ενάγοντες επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και αποτελούν, ως εκ τούτου, γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και έτσι οι συμβάσεις αυτές δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επιπρόσθετα δε ουδόλως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον κατά τη διάταξη της παρ.1 της ρήτρας 2 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας, ορίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, με εξαίρεση:
α) τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας και β) τις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το Δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι δεν εφαρμόζεται η συμφωνία πλαίσιο, αλλά ούτε στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 εμπίπτουν, στο άρθρο 2 παρ.2 του οποίου ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ.6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται:
α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ". Ότι, περαιτέρω, ακόμη και αν υποτεθούν αληθινά τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της γνήσιας σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους οι ενάγοντες στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου και πάλι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθόσον οι επίμαχες συμβάσεις (που καταρτίσθηκαν και ίσχυσαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως το έτος 2010), έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού και ισχύουν από 18-4-2001 (το ορθό 17-4-2001), και μετά την ισχύ του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και, επομένως, δεν μπορούν να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.
Ότι οποιαδήποτε προσπάθεια μονιμοποίησης, όχι μόνο με νόμο, αλλά και με τη δικαστική διαδικασία, προσκρούει στη ρητή απαγόρευση των άρθρων 21 παρ.2 του ν. 2190/1994 και 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, πράγμα που ισχύει επί συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος και υπό το κράτος ισχύος των εν λόγω διατάξεων, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τις ένδικες συμβάσεις.
Ότι οι επίμαχες συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον έχουν συναφθεί όχι μόνο μετά την έναρξη ισχύος των άρθρων 21 παρ.2 του ν. 2190/1994 και 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, αλλά και μετά την ισχύ του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και το οποίο προβλέπει στο άρθρο 11 αυτού συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και δη μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Ότι έτσι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, αφού οι επίδικες συμβάσεις καταρτίσθηκαν κατά το έτος 2007 και μετά. Ότι ούτε κατ' εφαρμογή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ μπορούν να χαρακτηρισθούν οι επίδικες συμβάσεις ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η Οδηγία αυτή δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Ότι όσον αφορά την (έμμεση) αναγνώριση για ύπαρξη δύο διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για κάθε ενάγοντα (που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνιστούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου), δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτών, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, ούτε, άλλωστε, μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ίδιου νόμου, αφού, όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, όπως αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αυτή δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920.
Ότι, ειδικότερα, ενόψει των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ. 164/2004, δεν είναι δυνατή πλέον, υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών, η εφαρμογή των άρθρων 671 ΑΚ και 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 και δη του τελευταίου ούτε ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου κατά την έννοια της ρήτρας 5 της ανωτέρω Οδηγίας, ούτε ως ερμηνευόμενου σύμφωνα με τη ρήτρα αυτή, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Ότι ούτε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού η αρχή αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε, αφού οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή και απέρριψε την έφεση των εκεί εκκαλούντων (-εναγόντων), μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη 1287/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ομοίως.
6.Με την κρίση ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καθόσον, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν μπορεί να υπάρξει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις ανωτέρω νομικές σκέψεις, έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις, ακόμη και αν οι αναιρεσείοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.
Ούτε, επίσης, με τη μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται, σε κάθε δε περίπτωση, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος αυτής και το άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης (υπό στοιχ. 1α' και 1β'), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τη αιτίαση ότι εσφαλμένα απέκλεισε την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, υπό το πρίσμα των όσων δέχθηκε το ΔΕΚ σε συναφείς υποθέσεις, καθώς και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, μολονότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους στο εν τοις πράγμασι εργασιακό καθεστώς αυτών (αναιρεσειόντων), είναι αβάσιμος.
7.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα που έγιναν κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται σε αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλά απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, οι δικαστικές αποφάσεις κατά το μέρος που επιλύουν νομικά ζητήματα (ΑΠ 1246/2000) και, συνεπώς, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από την ανωτέρω διάταξη, εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν τις λάβει υπόψη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος.
8.Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το υπό στοιχ. 2β' μέρος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα ενώπιον αυτού, για να αποδείξουν τα συγκροτούντα την έννοια της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου περιστατικά, ήτοι α) υπηρεσιακά έγγραφα και παραστατικά, στα οποία υπέγραφαν κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, καθ' όμοιο τρόπο με τους μονίμους υπαλλήλους του εναγομένου, παρουσιολόγια για την τήρηση του νομίμου ωραρίου καθ' όμοιο τρόπο με το λοιπό προσωπικό, υπεύθυνες δηλώσεις και βεβαιώσεις των προϊσταμένων τους και λοιπών μονίμων υπαλλήλων, οι οποίοι επιβεβαίωναν ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) παρείχαν εξαρτημένη εργασία και τελούσαν υπό τον έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων και διευθυντών τους, καθ' όμοιο τρόπο με τους λοιπούς υπαλλήλους, χωρίς να εκπαιδευθούν ή να παρακολουθήσουν σεμινάρια για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, και β) την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα απόδειξης.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ο ίδιος λόγος, κατά το υπό στοιχ. 2α' μέρος του, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση και για τη μη λήψη υπόψη των 18/2006 και 7/2011 αποφάσεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, τις οποίες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι έκριναν επί ομοίων κατ' αντικείμενο δικών, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι οι δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομικό ζήτημα, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.
Ακόμη, ο ίδιος λόγος, κατά το υπό στοιχεία 2γ' μέρος, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν απέδωσε στην 7/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που είχε, αλλά αναγνώρισε στο αποδεικτικό αυτό μέσο μικρότερη δύναμη σε σχέση με εκείνη που θα έπρεπε να απονεμηθεί και ότι ένεκα της εσφαλμένης κρίσης ως προς την απόδοση της ανάλογης αποδεικτικής ισχύος, παρέλειψε να προβεί, ως όφειλε, σε ασφαλή δικανικό συλλογισμό και διάγνωση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της εργασιακής σχέσης των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι συνδέονται με σύμβαση γνήσιας μαθητείας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η εν λόγω δικαστική απόφαση που επιλύει νομικό ζήτημα, δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο, όπως προαναφέρθηκε, ώστε να ιδρυθεί ο συγκεκριμένος λόγος.
9.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 εδ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 971/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς τους ότι το εργασιακό καθεστώς αυτών δεν προσιδιάζει σε προγράμματα απασχόλησης ανέργων, ούτε σε ανεξάρτητες συμβάσεις μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά επρόκειτο κατ' ουσία για σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά για απλά επιχειρήματα.
Προσέτι, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ στην περίπτωσή τους, αλλά και τα όσα υποστήριξαν σχετικά με τη συμμόρφωση της Ελλάδας στα οριζόμενα στην Οδηγία αυτή με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004.
Και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του νόμου, διότι δεν έχει αυτοτέλεια.
10.Κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά εφαρμόζονται για την ερμηνεία κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών. Λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια του κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν τα χρησιμοποιεί για την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008).
Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου, πρέπει να αναφέρεται ποιά έννοια προσέδωσε η απόφαση στον κανόνα που εφάρμοσε, την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένη και ποια, κατά τη γνώμη του, είναι η ορθή έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ή δεν χρησιμοποίησε η απόφαση ή τα χρησιμοποίησε πλημμελώς (ΑΠ 22/2018, ΑΠ 2174/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς. Για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού επικαλούνται ότι η θέση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι εκπαιδεύονταν και μαθήτευαν επί πέντε και έξι συνεχόμενα έτη, παραβλέποντας όλα τα στοιχεία που αφορούσαν το εργασιακό τους καθεστώς, που ήταν αυτό της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία παραβίασε.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ποιός κανόνας ερμηνεύθηκε, ποιά συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν, ποιά έννοια προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας και ποιά είναι η ορθή έννοια κατά την άποψη των αναιρεσειόντων.
11.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2017 και με αριθμό κατάθεσης 479/18-7-2017 αίτηση για αναίρεση της 3390/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Φεβρουαρίου 2020.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ