Legislator Case Law & Legislation
496/2014 AI generated

496/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 496/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

496/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από το ως άνω άρθρο του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η αποδυνάμωση του δικαιώματος, η οποία αποτελεί ειδική περίπτωση κατάχρησης αυτού, προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος, την επί τινα χρόνο μη άσκηση αυτού και συμπεριφορά του δικαιούχου τοιαύτη, η οποία κρινομένη αντικειμενικώς ως απαιτεί η καλή πίστη παρέχει την εύλογη πεποίθηση στον έτερο ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει την αξίωσή του (ΑΠ 907/1982).

Keywords

AI generated
property market development charges power of eminent domain rezoning of building area promotion of home ownership act of accession of Greece
AI generated
606/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1144/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-11-2009 αίτησή τους.
1450/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
1144/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1080/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2004 αγωγή των ήδη 6ου και 7ης αναιρεσίβλητων και των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28.111/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1477/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2008 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 496 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 496/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπελούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Κ. του Κ., 2)Ν. Κ. του Κ. και 3)Α. Κ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/1982 αγωγή του αρχικού διαδίκου Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31995/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 768/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/2/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 12/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της της από 4/2/2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 768/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ.1 και 4 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση, να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Στην προκειμένη περίπτωση από της υπ'αριθμ...., ... και .../12-3-2013 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …, τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρείς (3) αναιρεσίβλητους με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Μπελούρη επισπεύδει τη συζήτηση. Πλην όμως αυτοί (αναιρεσίβλητοι), όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος δικαστηρίου δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από την οικεία σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων που νόμιμα κλητεύθηκαν (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 7/2002 και Ολ ΑΠ 17/1995).

Περαιτέρω, από το ως άνω άρθρο του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η αποδυνάμωση του δικαιώματος, η οποία αποτελεί ειδική περίπτωση κατάχρησης αυτού, προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος, την επί τινα χρόνο μη άσκηση αυτού και συμπεριφορά του δικαιούχου τοιαύτη, η οποία κρινομένη αντικειμενικώς ως απαιτεί η καλή πίστη παρέχει την εύλογη πεποίθηση στον έτερο ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει την αξίωσή του (ΑΠ 907/1982).

Εξάλλου και το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εφόσον για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 3/1997).

Συνεπώς δεν είναι πράγματα, με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κ.λ.π. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 469/1984). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται δηλαδή ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992, ΑΠ 307/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ'αριθμ. .../1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικ. Φιλιππίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο … και με αριθμό …, ο ενάγων αγόρασε από την προηγούμενη κυρία Κ.

συζ. Γ. Κ. το γένος Λ. Α., το ανατολικό διαιρετό τμήμα εμβαδού 461 τμ του υπ' αριθμ. 618 κληροτεμαχίου Α' κατηγορίας, συνολικής έκτασης 1704 τμ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Ευκαρπίας Θεσ/νίκης στη θέση "..." και συνορεύει (το τμήμα) κατά τον παραπάνω τίτλο βόρεια σε πλευρά 20 γμ. με δρόμο, νότια σε πλευρά 20 γμ με το 619 κληροτεμάχιο, ανατολικά σε πλευρά 24 γμ.

με το 620 κληροτεμάχιο και δυτικά σε πλευρά 22,12 γμ. με το μεσαίο τμήμα του ιδίου 618 κληροτεμαχίου, με το οποίο διαχωρίζεται με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 3 μέτρων. Το συμβόλαιο αυτό καταρτίσθηκε μετά την άρση των απαγορεύσεων του Αγροτικού Κώδικα αναφορικά με την κατάτμηση του ως άνω μείζονος υπ' αριθμ. 618 κληροτεμαχίου, τμήμα του οποίου αποτελεί το μεταβιβασθέν στον ενάγοντα ακίνητο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 65096/16-1-1964 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία ήρθησαν οι περιορισμοί του Αγροτικού Κώδικα και επιτράπηκε η κατάτμηση του.

Κυρία ολοκλήρου του 618 κληροτεμαχίου ήταν η προαναφερόμενη άμεση δικαιοπάροχος του-πωλήτρια, στην οποία περιήλθε αυτό α) κατά ποσοστό 3/4 εξ' αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα της Λ. Α., που πέθανε την 1-2-1944 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους εξ'αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγο του Δ.

και τη θετή του κόρη Κ., οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομιά κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ' αδιαιρέτου αντίστοιχα με την υπεισέλευσή τους στη διοίκηση και διαχείριση αυτής και έγιναν συγκύριες κατά τα ως άνω ποσοστά (δεδομένου ότι ο θάνατος αυτού επήλθε πριν την εισαγωγή του ΑΚ) και β) κατά ποσοστό 1/4 εξ' αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας της Δ., που πέθανε στις 16-10-1958, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από την μοναδική εξ' αδιαθέτου κληρονόμο της, ήτοι τη θετή της κόρη Κ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .../1960 δήλωση αποδοχής του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Αλκιβιάδη Τζούφη, που μεταγράφηκε στα παραπάνω βιβλία στον τόμο ….

και αριθμό … Τέλος, στον πατέρα και σύζυγο των ανωτέρω και απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Λ. Α., περιήλθε το ακίνητο αυτό με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1955 τίτλου κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία στον τόμο … και αριθμό ….

Μετά την αγορά του, στην οποία προέβη για λόγους επενδυτικούς, ο ενάγων, ο οποίος ήταν κάτοικος ..., παρέλαβε τη νομή του ακινήτου αυτού από την προηγούμενη κυρία-πωλήτρια και το οριοθέτησε τοποθετώντας στις τέσσερις γωνίες του σιδερένιους πασσάλους με πέτρες. Στα μέσα περίπου του έτους 1966, ο εναγόμενος, ο οποίος είχε έλθει από την περιοχή της Ν.

Αμισού Ν. Ξάνθης, αυθαίρετα και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο ενάγων δεν διέμενε στη Θεσσαλονίκη, κατέλαβε το νότιο τμήμα του ως άνω ακινήτου του ενάγοντος, εντός του οποίου κατασκεύασε πρόχειρο ισόγειο κτίσμα προκειμένου να στεγάσει την οικογένεια του. Η κατάληψη αυτή έγινε αντιληπτή από τον γαμπρό από αδελφή του ενάγοντος (στον οποίο ο τελευταίος είχε αναθέσει την επίβλεψη του, λόγω της κατοικίας του σε άλλο νομό), περί το 1969-1970, ο οποίος επισκέφθηκε τον εναγόμενο και ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν κατέλαβε την ιδιοκτησία του ενάγοντος αλλά ξένη.

Κατόπιν αυτού ο γαμπρός του ενάγοντος και εξετασθείς μάρτυρας του, ειδοποίησε αμέσως τον τελευταίο, που προσήλθε στην Ευκαρπία, συναντήθηκε με τον εναγόμενο, και αφού κάλεσε την Αστυνομία, πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις του τελευταίου ότι θα αφήσει ελεύθερο το καταληφθέν. Πλην όμως ο εναγόμενος όχι μόνο δεν εγκατέλειψε αυτό, αλλά περί το θέρος του 1981 περίπου περιέφραξε την καταληφθείσα από την ιδιοκτησία του ενάγοντος έκταση, αλλά και τμήμα εμβαδού 10,379 τμ του υπ' αριθμ. 620 αγρού, και ξεκίνησε να κτίζει πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο.

Ειδικότερα ο εναγόμενος κατέλαβε από το ως άνω ακίνητο του ενάγοντος τμήμα στη νότια πλευρά του εμβαδού 160,841 τμ. που συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΘΙ μήκους 3,07 γμ και ΠΗ μήκους 16,80 γμ με υπόλοιπη έκταση του ακινήτου του ενάγοντος, νότια σε πλευρά ΛΜΤΚ μήκους 20 γμ. με υπόλοιπη έκταση του ακινήτου του ενάγοντος, ανατολικά σε πλευρά ΗΛ μήκους 8,70 γμ.

με τον 620 αγρό και δυτικά σε πλευρά ΚΘ μήκους 4,85 γμ με ιδιωτικό δρόμο και ΙΠ μήκους 3,40 γμ. με υπόλοιπη έκταση ακινήτου ενάγοντος, όπως αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία ΘΙΠΗΛΜΤΚΘ στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Στο παραπάνω τμήμα ανήγειρε ο εναγόμενος την εν λόγω διώροφη οικοδομή και μία πρόχειρη αποθήκη, τα κτίσματα δε αυτά κατέλαβαν έκταση καθόλο το μήκος της νότιας πλευράς, με αποτέλεσμα στο νότιο όριο του ακινήτου του ενάγοντος να παραμένει ελεύθερη κτισμάτων-ασκεπής, μία εδαφολωρίδα συνολικού εμβαδού 27,26 τμ.

που εμφαίνεται με τα στοιχεία ΚΤΜΛΓΝΔΚ στο παραπάνω σχεδιάγραμμα της πραγματογνωμοσύνης, στην οποία εδαφολωρίδα λόγω της γενομένης κατάληψης δεν μπορεί να έχει πρόσβαση ο ενάγων, παρά μόνο ο εναγόμενος και την οποία ο τελευταίος κατέλαβε μαζί με την έκταση των 160,841 τμ. Έτσι, η συνολικά καταληφθείσα από τον εναγόμενο έκταση της ιδιοκτησίας του ενάγοντος ανέρχεται σε 188,701 τμ., όπως αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία ΠΗΛΓΝΔΚΘΙΠ στο παραπάνω σχεδιάγραμμα και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά ΘΙΠΗ με υπόλοιπη έκταση του ακινήτου του ενάγοντος, νότια σε πλευρά ΓΝΔ με τον 619 αγρό, ανατολικά σε πλευρά ΗΓ με τον 620 αγρό και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά ΔΚΘΙΠ με ιδιωτικό δρόμο και υπόλοιπη έκταση του ακινήτου του ενάγοντος.

Τον Οκτώβριο του 1981 τα τέκνα του ενάγοντος και ειδικότερα ο γυιός του Ι., διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος κατασκευάζει δεύτερο όροφο και κατόπιν αυτού ο ενάγων αποτάθηκε σε τοπογράφο της επιλογής του προκειμένου να εμβαδομετρήσει την ιδιοκτησία του, οπότε και διαπιστώθηκε πλέον και επίσημα ότι το κτίσμα του εναγομένου ανεγέρθηκε στο οικόπεδο του ενάγοντος.

Αμέσως ο ενάγων κοινοποίησε στον εναγόμενο την από 11-2-1982 εξώδικη δήλωση του-πρόσκληση, με την οποία τον κάλεσε να κατεδαφίσει το κτίσμα και να του αποδώσει ελεύθερη τη χρήση του ακινήτου του, μετά δε την άρνηση του τελευταίου, ο ενάγων υπέβαλε αίτηση στις 28-4-1982 στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσ/νίκης για την κατεδάφιση του αυθαιρέτου κτίσματος του εναγομένου και άσκησε την κρινόμενη με αριθμό κατάθεσης 1940/5-8-1982 αγωγή του, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 31-8-1982.

Ο εναγόμενος, και μετά την επίδοση σ'αυτόν της αγωγής, συνέχισε τις οικοδομικές εργασίες επί του κατασκευαζόμενου υπ' αυτού πρώτου ορόφου της οικοδομής, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες, δεδομένου ότι επρόκειτο για αυθαίρετο κτίσμα και παρόλο που γνώριζε ότι κατέλαβε και ανοικοδομεί ξένο ακίνητο και μάλιστα μετά τη διενέργεια και κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης στις 22-9-1983, που γνώριζε ότι κατέλαβε μεγάλο τμήμα της ιδιοκτησίας του ενάγοντος.

Μάλιστα ο εναγόμενος στις 22-8-1984, ήτοι μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, που έλαβε χώρα στις 27-2-1984, επί των θεμάτων που έταξε η υπ' αριθμ. 1612/1983 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ζήτησε από την Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσ/νίκης τη νομιμοποίηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 §4 του ν. 1337/1983, του αυθαίρετου διώροφου κτίσματος που ανήγειρε στην καταληφθείσα από αυτόν έκταση της ιδιοκτησίας του ενάγοντος, υποβάλλοντας την 1/11172 δήλωση του, επισυνάπτοντας και τις κατατεθείσες στην υπ' αριθμ. 14518/2005 εισηγητική έκθεση δύο φωτογραφίες, που απεικονίζουν τη διώροφη αυθαίρετη οικοδομή ευρισκόμενη στο στάδιο αποπεράτωσης της τοιχοποιίας, πλην όμως το αίτημα του απορρίφθηκε λόγω μη προσκομιδής τίτλου κυριότητος του οικοπέδου.

Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης προέκυψε ότι το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομικών εργασιών για την κατασκευή του πρώτου ορόφου της αυθαίρετης οικοδομής εκ μέρους του εναγομένου, που άρχισαν το θέρος περίπου του 1981 είχαν ήδη συντελεσθεί μέχρι το τέλος του έτους 1982, ήτοι πριν περατωθεί ουσιαστικά η διεξαγωγή των ταχθέντων με την ως άνω μη οριστική απόφαση αποδείξεων ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή.

Οι ως άνω οικοδομικές εργασίες αφορούσαν την εξωτερική όψη της οικοδομής, ήτοι την τοιχοποιία, τα επιχρίσματα και τα κιγκλιδώματα στη βεράντα, ενώ το εσωτερικό του ορόφου παρέμεινε μέχρι και σήμερα ημιτελές, χωρίς κουφώματα (εξωτερικά και εσωτερικά) και ουδέποτε κατοικήθηκε από τον ίδιο ή άλλο πρόσωπο και εξακολουθεί να είναι ακατάλληλο για οίκηση.

Μάλιστα στο ισόγειο της οικοδομής δεν κατοικεί τα τελευταία χρόνια ούτε ο εναγόμενος, ο οποίος μετά τον κατωτέρω αναφερόμενο θάνατο της συζύγου και της κόρης του διαμένει σε άλλη κατοικία. Έτσι αποδεικνύεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου για διενέργεια στο επίδικο πλείστων όσων οικοδομικών εργασιών κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας με την καταβολή εκ μέρους του μεγάλων χρηματικών ποσών, η καταβολή των οποίων ουδόλως προέκυψε από τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, ενώ οι ως άνω διενεργηθείσες οικοδομικές εργασίες για την κατασκευή του πρώτου ορόφου ήσαν περιορισμένης έκτασης, αφού αυτός μέχρι και σήμερα παραμένει ημιτελής.

Περαιτέρω, μετά τη ματαίωση της διεξαγωγής των αποδείξεων στις 25-11-1985, οπότε ήταν ώριμη η υπόθεση προς μετ' απόδειξη συζήτηση, καθόσον είχε ήδη διενεργηθεί και η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, ο ενάγων, σεβόμενος το πρόσφατο και βαρύ πένθος του εναγομένου λόγω θανάτου της κόρης του Γ. στις 10-10-1984 από ατύχημα καθώς και στη συνέχεια της συζύγου του Σ.

στις 3-1-1985, δεν επανέφερε αμέσως προς μετ' απόδειξη συζήτηση την κρινόμενη αγωγή του. Ωστόσο, κατά το διάστημα αυτό μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβη σε ενέργειες που καταδεικνύουν το ενδιαφέρον του για την επίδικη έκταση και προς προστασία της κυριότητας του επ' αυτής και ειδικότερα στις 11-5-1987 υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας κατ' άρθρο 12 του ν.1337/1983, ενόψει της ένταξης του ακινήτου στο σχέδιο πόλης.

Η περιοχή του επιδίκου εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και συγκεκριμένα με το από 15-9-1989 Προεδρικό Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 631 τ. Δ79-10-1989), εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη του ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας Ευκαρπίας Ν. Θεσσαλονίκης και η περιοχή όπου βρίσκεται και το παραπάνω ακίνητο υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 13 ν. 1337/1983 και συντάχθηκε η υπ'αριθμ 20 Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης, που κυρώθηκε νόμιμα με την υπ' αριθμ. 29/25443/ΠΕ/1966/4-8-1997

απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στις 11-11-1997 στον τόμο … και με αριθμό … Συνεπεία της Πράξης εφαρμογής αποδόθηκε στον ενάγοντα το υπ' αριθμ. 08 οικόπεδο του ... οικοδομικού τετραγώνου, εμβαδού 412,25 τμ, ως κυρίου του εισφερομένου στη διοικητική διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού ανωτέρω περιγραφόμενου τμήματος κληροτεμαχίου εμβαδού 461 τμ.

Εν τω μεταξύ ο ενάγων ασθένησε από καρκίνο και πέθανε στις 9-1-1991. Οι κληρονόμοι του, ήτοι τα τέκνα του Ι., Ν. και Α. Κ., αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, στην οποία περιλαμβάνεται και το ως άνω καταληφθέν από τον εναγόμενο ακίνητο, και περιλήφθηκαν ως δικαιούχοι κυριότητας του ως άνω προκύψαντος με την Πράξη Εφαρμογής ακινήτου στον πίνακα της πράξης εφαρμογής ενώ σε βάρος τους βεβαιώθηκε οφειλή για εισφορά σε γη και χρήμα.

Στη συνέχεια οι καθολικοί διάδοχοι του ενάγοντος με την με αριθμ. κατάθεσης 10895/26-3-2003 κλήση τους, επέσπευσαν την μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την ορισθείσα δε δικάσιμο της 20-9-2004, ο εναγόμενος προέβαλε κατά τα άνω την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, για το λόγο ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας αυτός προέβη στις αναφερόμενες οικοδομικές εργασίες για την κατασκευή του πρώτου ορόφου της οικοδομής, καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, υπό τα όμματα του ενάγοντος και των καθολικών του διαδόχων, χωρίς καμία διαμαρτυρία εκ μέρους τους, ώστε η άσκηση της αγωγής να παρίσταται καταχρηστική.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία Και συγκεκριμένα ο εναγόμενος κατά τα προεκτεθέντα δεν προέβη σε αξιόλογες δαπάνες για την ανέγερση του μέχρι και σήμερα ημιτελούς πρώτου ορόφου της οικοδομής, όπως επικαλείται ο ίδιος, ούτε και ο μάρτυρας αυτού κατέθεσε για συγκεκριμένες εργασίες και ποσά που καταβλήθηκαν για το λόγο αυτό, ούτε ο εναγόμενος που έχει και το σχετικό βάρος απόδειξης προσκόμισε κάποιο έγγραφο (τιμολόγιο αγοράς υλικών, τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών κλπ), από το οποίο να προκύπτουν οι φερόμενες αξιόλογες δαπάνες για την κατασκευή του πρώτου ορόφου.

Τις όποιες δαπάνες στο επίδικο, διενήργησε ο εναγόμενος ιδίω κινδύνω, ήτοι γνωρίζοντας ότι κατέχει και ανοικοδομεί ξένο ακίνητο και μάλιστα ακίνητο για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του σχετική διεκδικητική αγωγή εκ μέρους του ενάγοντος και το οποίο σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής θα έπρεπε να αποδώσει, ενώ δεν δικαιολογείται καμία πεποίθηση εκ μέρους του περί μη άσκησης του δικαιώματος.

Εξάλλου, μετά την άσκηση της αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος και μέχρι το θάνατο του το 1991 δεν υφίσταται ενόψει των προεκτεθέντων περιστατικών αδράνεια του, αλλά ούτε και συμπεριφορά αυτού, που να δημιούργησε στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα του, Αντίθετα, αυτός όπως αναφέρεται παραπάνω προέβη σε ενέργειες και πράξεις καθόλη τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, που φανερώνουν τη θέληση του να διεκδικήσει το επίδικο και να προστατεύσει τα επ' αυτού δικαιώματα του, καθόσον με φροντίδα του και χωρίς καθυστέρηση διενεργήθηκε η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη και προέβη στην εξέταση των μαρτύρων του ενώπιον του Εισηγητή δικαστή, ενέργειες που καταδεικνύουν την πρόθεση του για ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας και στη συνέχεια έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής του, ενώ υπέβαλε και τη σχετική δήλωση ιδιοκτησίας ενόψει της ένταξης του επιδίκου στο σχέδιο πόλης.

Περαιτέρω, πέρα από την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε για τον προσδιορισμό της μετ' απόδειξη συζήτησης της υπόθεσης εκ μέρους των καθολικών διαδόχων του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από το θάνατο του πατέρα τους (1991) μέχρι την κατάθεση της κλήσης για μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης (2003), δεν αποδείχτηκε ότι συνέτρεξαν οποιεσδήποτε περιστάσεις ή ειδικές συνθήκες, από τις οποίες να δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση στον εναγόμενο περί της μη ενάσκησης του δικαιώματος τους, καθόσον καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα αυτοί προέβησαν σε ενέργειες και πράξεις που φανερώνουν τη θέληση τους να διεκδικήσουν το επίδικο και να προστατεύσουν τα επ' αυτού δικαιώματα τους, ήτοι επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκαν στον εναγόμενο για την κατάληψη τμήματος του ακινήτου τους και ήρθαν σε επαφή μαζί του προκειμένου να βρεθεί εξωδικαστική επίλυση για τη διαφορά τους, και περαιτέρω συμμετείχαν στη διαδικασία της Πράξης Εφαρμογής ως κύριοι από κληρονομιά και φρόντισαν να λάβουν το προαναφερόμενο ακίνητο ως κύριοι του εισφερθέντος, ενώ βεβαιώθηκε σε βάρος τους οφειλή για εισφορά σε γη και χρήμα.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καθώς και των καθολικών του διαδόχων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο δεν είναι καταχρηστική γιατί δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, όπως οι έννοιες αυτές αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση α) αποδεικνύεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου για διενέργεια στο επίδικο πολυδάπανων οικοδομικών εργασιών κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ενώ αντίθετα οι ως άνω διενεργηθείσες οικοδομικές εργασίες για την κατασκευή του πρώτου ορόφου ήσαν περιορισμένης έκτασης, αφού αυτός μέχρι και σήμερα παραμένει ημιτελής και έγιναν από τον εναγόμενο εν γνώσει της διεκδίκησης του ακινήτου από τον ενάγοντα και τους κληρονόμους του, β) δεν υφίσταται μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος καθώς και των καθολικών του διαδόχων, συνοδευόμενη από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά τους, που να δημιούργησε στον εναγόμενο την καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν το δικαίωμα τους, αφού ουδέποτε έπαψαν να συμπεριφέρονται και να ενεργούν ως κύριοι του επιδίκου, και ουδέποτε μετέβαλαν στάση.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο προβληθείς κατά τα άνω οψιγενής ισχυρισμός του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τον οποίο ο τελευταίος ζήτησε την απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό, καθώς και ο σχετικός λόγος έφεσης. Με βάση τα προαποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 188,701 τμ., όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω, περιήλθε στην κυριότητα τού ενάγοντος δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου με αγορά από την προηγούμενη κυρία αυτού και επομένως ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του με παράγωγο τρόπο, αφού αυτό περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο από αυτόν τίτλο, ενώ η άσκηση του σχετικού δικαιώματός του δεν παρίσταται καταχρηστική".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή στην παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής αγωγής ως κατ'ουσίαν βάσιμης κατέληξε στην κατ'ουσίαν απόρριψη της από 6-4-02009 έφεσης κατά της υπ'αριθμ. 31995/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με αυτό που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείου δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 1033, 1094 και 1192 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης της κυριότητάς του επιδίκου ακινήτου από τον πατέρα των αναιρεσιβλήτων Κ. Κ. με παράγωγο τρόπο (αγορά από τον κύριο αυτού) και στη συνέχεια απ'αυτούς, της μη αδράνειας αυτών ως προς το δικαίωμά τους και της μη καταχρηστικής άσκησης του ζητώντας με την ένδικη διεκδικητική αγωγή την απόδοσή του από τον αναιρεσείοντα που παράνομα κατέλαβε και κατείχε αυτό προβαίνοντας σταδιακά στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επ'αυτού διαρκούσης της επιδικίας. Επομένως οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης γιατί το δικαστήριο που την εξέδωσε υπέπεσε στην από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση αποδυνάμωσης του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, επικαλούμενος ειδικότερα ότι δεν εξέτασε αυτήν, καίτοι εμπεριεχόταν στην αντίστοιχη ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ως ειδικότερη έκφανση αυτής) που πρόβαλε παραδεκτά αλλά απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Ο παραπάνω λόγος όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απορρίπτοντας ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου απέρριψε ταυτόχρονα με την ιδία αιτιολογία, που είναι πλήρης και σαφής, και την εμπεριεχομένη σ'αυτήν ένσταση περί αποδυνάμωσης του δικαιώματος αυτού των αναιρεσιβλήτων.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του προκαταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Εξάλλου δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος ελλείψει σχετικού αιτήματος των αντιδίκων του (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-2-2013 αίτηση του Χ. Π. του Γ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.768/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ