Legislator Case Law & Legislation
496/2012 AI generated

496/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 496/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

496/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα εργασίας, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ'ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.

Keywords

AI generated
minor traffic violation traffic violation driving while unfit to drive withdrawal of driving license hit-and-run motorcycle road accident
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 496 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 496/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Κ. του Η., κατοίκου ..., και 2. Η. Κ. του Β., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Φώσκολου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Κοτσαλή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2004 κύρια αγωγή και την από 28-12-2005 πλαγιαστική αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1550/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου αφού συνεκδίκασε τις αγωγές και 1812/2008 προδικαστική και 2979/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-6-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά της αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα εργασίας, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ'ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας.

Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσό του επιδικαζομένου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 τταρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 83/2005).

Ακόμα η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή του ο ενάγων για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ1 αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το αρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007) αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 28-12-2005 αγωγή της εξέθετε, σχετικά με την προβαλλόμενη αξίωση της από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, τα εξής: Ότι συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων και του εντεύθεν σοβαρού τραυματισμού της, υπέστη πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία, μυελικού επιπέδου Θ11-Θ12 και έτσι κατέστη δια βίου ανάπηρη (παραπληγική), καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο ήδη από του εικοστού πρώτου έτους της ηλικίας της μη δυναμένη να αυτοεξυπηρετηθεί καθώς και να εργασθεί. Ότι η κατάσταση της αυτή επιδρά οπωσδήποτε δυσμενώς στο μέλλον της και συγκεκριμένα στην κοινωνική, οικογενειακή και επαγγελματική της εξέλιξη καθόσον όχι απλά περιορίστηκαν αλλά απωλέστηκαν οι δυνατότητες της να ανταπεξέλθεί σε αντίστοιχες δραστηριότητες και συγκεκριμένα ενόψει και του νεαρού της ηλικίας της, αδυνατεί πλέον συνεπεία της ως άνω αναπηρίας της να συνάψει κοινωνικές σχέσεις, να δημιουργήσει οικογένεια και να εργασθεί, ασκώντας το επάγγελμα που αντιστοιχεί στις σπουδές της (είναι πτυχιούχος του Ι.Ε.Κ. Λαμίας). Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να της επιδικασθεί ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 260.000 ευρώ.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν, ως προς την προαναφερόμενη αξίωση, σαφής και ορισμένη, διότι περιείχε όλα τα αναγκαία από το νόμο στοιχεία για την εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ομοίως ως ορισμένη την αγωγή αυτή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής, διότι για την εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του από τους αριθμούς 8 και 14, αληθώς όμως μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Το Εφετείο περαιτέρω, σχετικά με την ίδια ως άνω αξίωση της αναιρεσίβλητης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 14-3-2001 και περί ώρα 15.45 ο πρώτος Χ.

Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πατέρα του και δεύτερου εναγομένου Η. Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Commercial Value Α.Α.Ε." και στο οποίο ήταν συνεπιβάτης στο δεξιό πίσω κάθισμα η ενάγουσα, εκινείτο στην Εθνική Οδό Λαμίας - Αθηνών με κατεύθυνση από τη Λαμία προς τα Καμμένα Βούρλα.

Στο ύψος του 206ου χιλιομέτρου της Εθνικής Οδού, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός προκειμένου να αποφύγει ένα σκύλο που εισήλθε στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του, με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά ως προς την πορεία του, ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού προς Λαμία και στη συνέχεια στην προσπάθεια του να επαναφέρει το αυτοκίνητο στο ρεύμα κυκλοφορίας του, έχασε τον έλεγχο του και πλαγιολισθαίνοντας προς τα δεξιά, εξήλθε από το ρεύμα πορείας του και κατάληξε σε χωμάτινο έρεισμα της οδού, όπου προσέκρουσε με το πίσω πλάγιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του αλλά και τον ουρανό του σε δένδρο, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί η ενάγουσα.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του Χ. Κ.. Από την πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο δένδρο, τραυματίσθηκε βαριά η ενάγουσα, η οποία υπέστη συντριπτικό πλήρες κάταγμα των 012 και 01 σπονδύλων με παραπληγία και με συμμετοχή των προσθίων και οπισθίων στοιχείων και αποσπαστικό τεμάχιο στο νωτιαίο μυελό στο ύψος Ο1 -Ο12, κατάγματα - εξαρθρήματα των αποφυσιακών αρθρώσεων και εγκαρσίων αποφύσεων άμφω του Ο1, εγκαρσίων αποφύσεων άμφω του Ο2 και αριστεράς εγκάρσιας απόφυσης του Ο3, θλάση του πνευμονικού παρεγχύματος του δεξιού κάτω λοβού και του οπισθίου τμήματος του δεξιού άνω λοβού, περιορισμένη θλάση, στο οπίσθιο τμήμα του αριστερού κάτω λοβού και κατάγματα της δεξιάς θωρακικής πλευράς, των Ο12 και Ο1 σπονδύλων με συνοδά παραπληγία.

Αυτή νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός" από τις 15/3/2001 έως και τις 29/3/2001, όπου έγινε σπονδυλοδεσία, εξ αιτίας της οποίας εμφανίσθηκε φλεγμονή του χειρουργικού τραύματος, η οποία θεραπεύθηκε μετά από χειρουργικό καθαρισμό και φαρμακευτική αγωγή. Από τις 29/5/2001 η ενάγουσα νοσηλεύθηκε στην Α' κλινική φυσικής Ιατρικής και αποκατάστασης του Κέντρου Αποκατάστασης Αναπήρων "Ιατρική Υπηρεσία Ε.Ι.Α.Α." απ' όπου εξήλθε στις 17/8/2001 με πλήρη αισθητικοκινητική παραπληγία μυελικού επιπέδου Θ11 - Θ12, ως ασθενής αναπηρικού αμαξιδίου, η οποία μπορεί να βαδίζει θεραπευτικά με Walkadont και να αυτοεξυπηρετείται σε επίπεδο αναπηρικού αμαξιδίου κενώνουσα την κύστη της με διαλείποντες καθετηριασμούς.

Στις 16/4/2003 η ενάγουσα εξετάσθηκε στο υποκατάστημα ΙΚΑ Λαμίας, όπου διαπιστώθηκε μυελική συνδρομή σε επίπεδο Ο1 και ότι αυτή παραμένει με χαλαρή παραπληγία επιπέδου υπαισθησίας Θ1 και ορθοκυστικές διαταραχές (διαλείποντες αυτοκαθετηριασμοί) χρήζουσα συνεχούς φροντίδας άλλου προσώπου. Με την 543/01 απόφαση του ΙΚΑ Λαμίας η ενάγουσα κρίθηκε ανάπηρη, κατά 80%, σύμφωνα δε με την Φ21/2361/1993 ΥΑ του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων "περί κανονισμού εκτίμησης βαθμού αναπηρίας" η παραπληγία, σπαστική ή χαλαρά, με ορθοκυστικές διαταραχές συνεπάγεται ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω.

Ενώ ο τραυματισμός της επέφερε σ' αυτήν αναπηρία και ανικανότητα προς εργασία σε ποσοστό 80%, η άνω αναπηρία της θεωρείται μόνιμη και μη αναστρέψιμη, χωρίς να προβλέπεται καμία βελτίωση, αν και είχαν περάσει τέσσερα έτη μετά το ατύχημα κατά την εξέταση της από τον παραπάνω πραγματογνώμονα, ο οποίος συμπληρώνει, ότι αυτή χρειάζεται στο μέλλον συνεχή φυσιοθεραπεία, φροντίδα καθαριότητας λόγω των ορθοκυστικών διαταραχών, καθαρισμό και επιμέλεια των κατακλίσεων και τέλος ψυχολογική υποστήριξη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η μόνιμη αναπηρία της ενάγουσας συντέλεσε στη μείωση της προσωπικότητας της, ενώ ταυτόχρονα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχολογική της κατάσταση και σε κάθε μελλοντική, κοινωνική, οικογενειακή, προσωπική και επαγγελματική της εξέλιξη, λαμβανομένου υπόψη ότι απώλεσε λόγω της αναπηρίας της όλες τις δυνατότητες να ζει σαν φυσιολογικός άνθρωπος αλλά και να ανταπεξέρχεται με επιτυχία κάθε κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική δραστηριότητα.

Το νεαρό της ηλικίας της, η σοβαρότητα των οδυνηρών χειρουργικών επεμβάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε αλλά και η αδυναμία της για σύναψη κοινωνικών σχέσεων, συναναστροφών, δημιουργία οικογένειας και ασκήσεως του επαγγέλματος, που έχει σπουδάσει επιδρούν δυσμενώς στο μέλλον της, με συνέπεια να πρέπει να της επιδικασθεί κατ' άρθρο 931 ΑΚ αποζημίωση, ύψους 120.000 ευρώ.

Η εκκαλούμενη, λοιπόν, απόφαση, που έκρινε διαφορετικά, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το μικρότερο ποσό 60.000 ευρώ εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως εν μέρει βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τον δεύτερο λόγο της εφέσεως της ..." Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο επιδίκασε, εκτός των λοιπών υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης το ποσό των 120.000 ευρώ ως αποζημίωση της κατ' άρθρο 931 Α.Κ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ προβαλλόμενοι με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο δεύτερος δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ.19 του ιδίου άρθρου κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ ΑΚ, προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του επί της ενστάσεως συνυπαιτιότητας της παθούσας αναιρεσίβλητης ως ενάγουσας που παραδεκτά πρότειναν οι αναιρεσείοντες στα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο), λόγω του ότι αυτή ως συνεπιβάτης του αυτοκινήτου με το οποίο προκλήθηκε το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίσθηκε βαριά, δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας (άρθρα 12 παρ.5 και 6 και 81 παρ.17 του ν. 2696/1999 ΚΟΚ), ότι "η ενάγουσα φορούσε ζώνη ασφαλείας, γεγονός που ενισχύεται και από την ένορκη εξέταση της μάρτυρος, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Σ.

Π., για την αξιοπιστία της οποίας δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει το Δικαστήριο. Η εκκαλούμενη, λοιπόν απόφαση που έκρινε ότι η ενάγουσα δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και ότι έτσι συντέλεσε στην έκταση και τη σοβαρότητα του τραυματισμού της κατά ποσοστό 20% εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τον πρώτο λόγο εφέσεώς της ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο επί του ανωτέρω ζητήματος (του συντρέχοντος πταίσματος της παθούσας ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 330 και 300 ΑΚ και τις προμνημονευόμενες διατάξεις του ΚΟΚ, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του συνοπτική μεν αλλά επαρκή και σαφή αιτιολογία επί του ζητήματος αυτού που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (καθορισμού των ποσών της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικασθούν ή πρέπει να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να καταβάλλουν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες στην ενάγουσα παθούσα και ήδη αναιρεσίβλητη που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μετά την επίκληση τους που αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζητήσεως στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε από το διάδικο που τα προσήγαγε για να τα χρησιμοποιήσει κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο κατ' εκείνου.

Με την προϋπόθεση δε της συνδρομής τόσο της προσαγωγής όσο και της επικλήσεως τους, αν αυτά ληφθούν υπόψη χωρίς να προσκομιστούν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 περ.β ΚΠολΔ. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, που και εδώ έχει εφαρμογή, η επίκληση αποδεικτικών μέσων στις προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως με γενική αναφορά στην επίκληση αυτήν τις οποίες προτάσεις ενσωματώνει αυτούσιες, δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αυτών και για την επακολουθήσασα συζήτηση και επομένως η λήψη αυτών από το Εφετείο ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

Δεν αποτελεί όμως τέτοια ενσωμάτωση η αναγραφή στις προτάσεις ολόκληρου του περιεχομένου των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου περιέχεται επίκληση αποδεικτικών μέσων και συνεπώς η επίκληση αυτή είναι παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή, γιατί έλαβε υπόψη του κατά τη συνεκδίκαση των αντίθετων εφέσεων ως αποδεικτικά μέσα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί στον δεύτερο βαθμό αλλά σε προηγούμενη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, η τότε εκκαλούσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, χωρίς όμως να τα επικαλεσθεί νόμιμα στη μεταγενέστερη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η εν λόγω επίκληση έγινε με απλή αναφορά στις προτάσεις της προηγούμενης συζητήσεως τις οποίες απλώς ενσωμάτωσε στις προτάσεις της μεταγενέστερης.

Από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των προτάσεων αυτής στην προηγούμενη συζήτηση περιελήφθη αυτούσιο στις προτάσεις αυτές (δηλ. τις μεταγενέστερες) και έτσι αποτέλεσαν ένα ενιαίο σύνολο, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης και την επισημείωση της Γραμματέως της έδρας με την εμπρόθεσμη κατάθεση των προτάσεων αυτών στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως, η επίκληση με τις προτάσεις αυτές των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στον ερευνόμενο λόγο αναιρέσεως είναι νόμιμη και συνακόλουθα το Εφετείο που τα έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια και έτσι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, ο τέταρτος από τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ποσό αποζημιώσεως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προηγούμενης από 13/10/2002 αγωγής της, χωρίς να γίνει νόμιμη επίκληση της αγωγής αυτής και του σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι μετά την εξαφάνιση από το Εφετείο στο σύνολό της της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, το εν λόγω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την αγωγή ως πρωτοβάθμιο και ορθώς έλαβε υπόψη για την αναφερόμενη ως προς την έναρξη της τοκογονίας όχληση, την επικαλούμενη με την αγωγή αυτή από 13/10/2002 προγενέστερη αγωγή και την επίδοση της.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-6-2010 αίτηση του Χ. Κ. του Η. και Η. Κ. του Β., κατοίκων ..., για αναίρεση των υπ' αρ. 1812/2008 και 2979/2009 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ