496/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές, διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστήριο των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου. Ειδικότερα, ως προς τη λήξη της εργασιακής σχέσης, διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν τη λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδότησης από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για τους άνδρες συναδέλφους τους, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, χωρίς να δικαιολογείται από σοβαρό λόγο αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα, ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας.
Legislator headnote
AI generated496/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διότι η εν λόγω διάταξη, αν συνδυασθεί με τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 28 § 1 β' του ΑΝ 1846/1951, επιτρέπει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των γυναικών, δηλαδή τον τερματισμό, παρά τη θέλησή τους, της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους, υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που ισχύουν για τους άνδρες, αντιβαίνοντας έτσι προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και προς εκείνες των άρθρων 5 § 1 και 6 περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 496 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές, διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστήριο των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου. Ειδικότερα, ως προς τη λήξη της εργασιακής σχέσης, διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν τη λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδότησης από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για τους άνδρες συναδέλφους τους, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, χωρίς να δικαιολογείται από σοβαρό λόγο αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα, ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας.
Αριθμός 496/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ (ΑΝΕΚ) ΑΕ", που εδρεύει στο Δήμο Ελευθερίου Βενιζέλου Χανίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πιέρρο Πλαγιανάκο.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωλέττη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-6-2006 και 2-11-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 297/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 21-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 2 του Συντάγματος "Οι 'Ελληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 116 § 2 αυτού "Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών".
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 6 περ. α' του Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις", που εκδόθηκε για την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις των 75/117/10-2-1975 και 76/207/9-2-1976 Οδηγιών του Συμβουλίου της ΕΟΚ, "απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική του εξέλιξη και σταδιοδρομία" ( 5 § 1) και "απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας για λόγους που αναφέρονται στο φύλο" (6 περ.
α'). Επιπλέον, το άρθρο 15 του ως άνω νόμου ορίζει ότι "διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, Σ.Σ.Ε., διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων, καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού, καταργούνται".
Από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Ν. 1414/1984, ερμηνευόμενες υπό το φως των προαναφερόμενων κοινοτικών οδηγιών, συνάγεται γενικότερα ότι απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές, διακρίσεις και επιβάλλεται η νομοθετική επέκταση και σε περίπτωση παραλείψεως του νομοθέτη η αποκαταστατική εφαρμογή από το δικαστήριο των υπέρ του ενός μόνο φύλου ευνοϊκών διατάξεων και υπέρ του άλλου (ΟλΑΠ 7/1993).
Ειδικότερα, ως προς τη λήξη της εργασιακής σχέσης, διατάξεις νόμων, κανονιστικών διοικητικών πράξεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων που προβλέπουν τη λύση της σχέσεως ή επιτρέπουν στον εργοδότη την καταγγελία της στην περίπτωση που η εργαζόμενη γυναίκα αποκτά δικαίωμα συνταξιοδότησης από το Δημόσιο ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης λόγω συμπληρώσεως ορίου ηλικίας, το οποίο όμως ορίζεται στο νόμο διαφορετικό από το προβλεπόμενο για τους άνδρες συναδέλφους τους, εισάγουν διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, χωρίς να δικαιολογείται από σοβαρό λόγο αναγόμενο στις βιολογικές ή ψυχικές ιδιαιτερότητες της γυναίκας ή του άνδρα, ώστε το φύλο να συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας (ΟλΑΠ 31/1993, Ολ ΑΠ 7/1993).
Περαιτέρω, το άρθρο 28 § 1 εδ. β' του Α.Ν. 1846/1951 ορίζει ότι "ο ασφαλισμένος, που συμπλήρωσε το 62ο έτος της ηλικίας του ή η ασφαλισμένη το 57ο έτος, δικαιούται σύνταξη λόγω γήρατος, αν πραγματοποίησε δέκα χιλιάδες (10.000) ημέρες εργασίας κατά την υποβολή της αίτησης". Η δε διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζει ότι "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση συντάξεως, οι οποίοι συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, δύνανται, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν, είτε να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, λαμβάνοντας σε όλες τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη".
Υπό τα δεδομένα αυτά, η ως άνω διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, κατά το μέρος που παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να απομακρύνει από την εργασία τις γυναίκες υπαλλήλους του για μόνο τον λόγο ότι δικαιούνται να λάβουν σύνταξη γήρατος από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, εξαιτίας της συμπληρώσεως ορίου ηλικίας μικρότερου από εκείνο που ορίζεται για τους άνδρες, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει καταργηθεί από το άρθρο 15 του Ν. 1414/1984.
Διότι η εν λόγω διάταξη, αν συνδυασθεί με τη παραπάνω διάταξη του άρθρου 28 § 1 β' του ΑΝ 1846/1951, επιτρέπει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας των γυναικών, δηλαδή τον τερματισμό, παρά τη θέλησή τους, της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους, υπό όρους διαφορετικούς από εκείνους που ισχύουν για τους άνδρες, αντιβαίνοντας έτσι προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και προς εκείνες των άρθρων 5 § 1 και 6 περ.
α' του Ν. 1414/1984, αφού εισάγει διάκριση, η οποία δεν εμπίπτει σε καμιά από τις προβλεπόμενες από το Ν. 1414/1984 και την οδηγία 76/207 εξαιρέσεις, αλλά βασίζεται μόνο στο φύλο. Σημειώνεται ότι η 79/7/19-12-1978 οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ για την προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των δύο φύλων σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης, παρέχει στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να καθορίσουν διαφορετικές ηλικίες για τη θεμελίωση δικαιώματος συντάξεως στους άνδρες και στις γυναίκες (άρθρ. 7 § 1α'), δεν επιτρέπει όμως την απόλυση σε διαφορετική ηλικία της γυναίκας, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεώς της.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ την υπόθεση: Η εναγόμενη ναυτιλιακή εταιρεία προσέλαβε την ενάγουσα την 11-8-1973 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως υπάλληλο γραφείου και έκτοτε την απασχόλησε στο πρακτορείο έκδοσης εισιτηρίων, που διατηρεί στην πόλη των Χανίων, έως την 10-4-2006, οπότε της επέδωσε την υπό την ίδια ημερομηνία έγγραφη καταγγελία της μετ' αυτής συμβάσεως εργασίας και την απέλυσε, ως πληρούσα τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως λόγω γήρατος από το ΙΚΑ, καταβάλλοντάς της ως αποζημίωση το 40% της πλήρους αποζημιώσεως που προβλέπεται για την απροειδοποίητη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου από τον εργοδότη, λόγω του ότι ήταν επικουρικώς ασφαλισμένη, ήτοι το ποσό των 29.307,97 ευρώ.
Κατά το χρόνο της καταγγελίας (10-4-2006) η ενάγουσα είχε συμπληρώσει: α) το 61ο έτος της ηλικίας, δεδομένου ότι είχε γεννηθεί στις 27-12-1944, όχι όμως και το 62ο, για τη συμπλήρωση του οποίου απέμειναν οκτώ μήνες και δεκαοκτώ ημέρες, και β) 9.914 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του ΙΚΑ, είχε δε δικαίωμα να αναγνωρίσει και 93 ακόμη ημέρες εργασίας της χρονικής περιόδου από τον 6/1969 έως και τον 9/1969 για τις οποίες είχε ασφαλιστεί στο μετέπειτα συγχωνευθέν με το ΙΚΑ Ταμείο Ασφάλισης Ηθοποιών Σκηνοθετών Τεχνιτών Θεάτρου (ΤΑΗΣΤΘ), δικαίωμα το οποίο όμως έως τότε δεν είχε ασκήσει.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας, ήτοι την 10-4-2006, η ενάγουσα δεν είχε θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδοτήσεώς της λόγω γήρατος από το ΙΚΑ, διότι δεν είχε συμπληρώσει ούτε το όριο ηλικίας των 62 ετών, αφού ήταν μόνο 61 ετών, προκειμένου να καταγγελθεί εγκύρως, λόγω συνταξιοδοτήσεως, η σύμβαση εργασίας της ούτε τον ελάχιστο αριθμό ημερών εργασίας στην ασφάλιση του ΙΚΑ, αφού είχε μόνο 9.914 ημέρες εργασίας έναντι των 10.000 απαιτουμένων, και συνεπώς η καταγγελία με καταβολή της μειωμένης στο 40% της πλήρους αποζημίωσης είναι άκυρη και περιήγαγε την εναγομένη σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας και την κατέστησε υπόχρεο να της καταβάλλει τους μισθούς υπερημερίας της και για το μετά την άσκηση της αγωγής και έως την κατά τινα νόμιμο τρόπο άρση της διάστημα.
Και συνεχίζει το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε άκυρη την καταγγελία, αν και με ελλιπή αιτιολογία, αφού δέχθηκε μόνο τη μη συμπλήρωση του ελάχιστου αριθμού ημερών εργασίας και παρέλειψε ολοσχερώς να αναφερθεί και στη συμπλήρωση του ελάχιστου ορίου ηλικίας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, της ελλιπούς αιτιολογίας της εκκαλουμένης συμπληρωμένης με την παρούσα και συνεπώς οι μεν πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 3-12-2007 έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ο δε μοναδικός λόγος της δια των προτάσεων ασκούμενης αντεφέσεως της ενάγουσας ότι η εκκαλουμένη παρέλειψε να αποφανθεί και για την μη συμπλήρωση του ελάχιστου ορίου ηλικίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας είναι μεν βάσιμος πλην όμως η παραδοχή του ούτε το διατακτικό ούτε το δεδικασμένο της εκκαλουμένης, ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας, διαφοροποιεί και συνεπώς δεν συντρέχει νόμιμος λόγος εξαφανίσεώς της αλλά συμπληρώσεως της ελλιπούς αιτιολογίας της με εκείνη της παρούσας και απορρίψεως της αντεφέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 του ΚΠολΔ.
Και καταλήγει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεν αντέφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, της ελλιπούς αιτιολογίας της εκκαλουμένης ως προς την ακυρότητα της απολύσεως συμπληρωμένης με την παρούσα, οι δε αντίθετες εφέσεις και ο πρόσθετος λόγος της έφεσης της ενάγουσας πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τις διατάξεις της:
α) για την απόρριψη της από 2-11-2006 παρεμπίπτουσας αγωγής της ενάγουσας ως απαράδεκτης και β) για την καταβολή των μισθών υπερημερίας ποσού 48.958,86 ευρώ. Και, τέλος, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες και κατ' ουσίαν αμφότερες τις ένδικες αγωγές, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-4-2006 έως και 31-12-2006 το συνολικό ποσό των 31.562,92 ευρώ και αναγνώρισε ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα τις αποδοχές υπερημερίας της και για το επέκεινα της 31-12-2006 χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-1-2007 και εωσότου η εναγομένη άρει κατά τινα νόμιμο τρόπο την υπερημερία της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία ως προς το γεγονός της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης και των συνεπειών της ακυρότητας αυτής, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθότητα του ως άνω υπαγωγικού συλλογισμού.
Επομένως, ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο πρώτος αληθώς από τον αριθμό 1 και όχι 14 του ίδιου Κώδικα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι όμως και από τον αρ. 12 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κρίνονται ενιαία, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού του αγωγικού ισχυρισμού της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης κατά τις Κυριακές και του αιτήματος περί επιδικάσεως αποδοχών κατ' αυτές, χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμοι.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα του άνω ισχυρισμού και για τη βασιμότητα του σχετικού αγωγικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της χωρίς όρκο στο ακροατήριο εξέτασης της αναιρεσίβλητης, της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης.
Επίσης, "πράγματα" κατά την έννοια της αυτής διάταξης αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη λόγο της έφεσής της για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούσε την άρνησή της ως προς το αίτημα της ένδικης αγωγής για μισθούς υπερημερίας από 15-1-2007 και επέκεινα και συγκεκριμένα, για εσφαλμένη εκτίμηση της υπ' αριθμ. 616/2007 απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Συντάξεων του ΙΚΑ, από την οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη υπέβαλε, ύστερα από ανάκληση προηγούμενης αίτησής της, νέα αίτηση για συνταξιοδότησή της στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Χανίων στις 15-1-2007 και βάση αυτής έλαβε πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα, της εφέσεως της αναιρεσείουσας και των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε προτείνει παραδεκτώς, κατά τρόπο ευσύνοπτο, τον ως άνω ισχυρισμό. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτόν τον ισχυρισμό, αφού επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη μισθούς υπερημερίας από 15-1-2007 και εωσότου η αναιρεσείουσα άρει κατά τινα τρόπο την υπερημερία της.
Αν εκτιμούσε το άνω έγγραφο σε συνάρτηση με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και σε συνδυασμό με τη νομοθεσία περί ΙΚΑ (άρθρα 12 § 2 ν. 4476/65, 29 § 7 ΑΝ 1846/1551 και 63 ν. 2676/1999), κατά την οποία δεν απαγορεύεται η εργασία στους συνταξιούχους του ΙΚΑ, προβλέπεται όμως η αναστολή της πληρωμής της συντάξεως σε περίπτωση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπό ορισμένους όρους και θέτει κάποιες άλλες υποχρεώσεις για όλους τους εργαζόμενους συνταξιούχους, η παράβαση των οποίων συνεπάγεται απλώς την αναζήτηση των συντάξεων που καταβλήθηκαν, θα διαλάμβανε στην απόφασή του σχετική κρίση περί του αν η άνω αίτηση της αναιρεσίβλητης υποδήλωνε ή όχι την πρόθεση αυτής να μην εργάζεται πλέον, ώστε να μη δικαιούται μισθούς υπερημερίας από 15-1-2007 και επέκεινα, με συνέπεια την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αγωγής της για το χρονικό αυτό διάστημα.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το αναφερόμενο ανωτέρω κεφάλαιο, ήτοι όσον αφορά τους μισθούς υπερημερίας από 15-1-2007 και επέκεινα, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (ΚΠολΔ 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 317/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ