Legislator Case Law & Legislation
495/2023 AI generated

495/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 495/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

495/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 § 2 απαγορεύεται τόσο η προβολή αιτήματος για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου όσο και η άσκηση ανταγωγής (ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 255/1987), με τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην τρίτη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 526 ΚΠολΔ ορίζεται ένας θεμελιώδης φραγμός για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την έννοια ότι περιορίζεται η εξουσία του μόνον στα αιτήματα της πρωτοβάθμιας δίκης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 495 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 495/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ασημακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν. του Σ., κατοίκου ... για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Γ. Π. του Λ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-4-2015 και 22-9-2015 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1084/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 309/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ'αριθ. 5570/16-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία δεν εμφανίστηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθ. 576 § 2γ' ΚΠολΔ). Με την από 3-3-2020 αίτηση πλήττεται η υπ'αριθ. 309/2019 αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τύποις και ουσία δεκτή η έφεση του νυν αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η προσβληθείσα υπ'αριθ. 1084/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες αγωγές των νυν αντιδίκων, έγιναν αμφότερες εν μέρει δεκτές.

Η αναίρεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 12-3-2020 προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 4-2-2019, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ και δεδομένου ότι λόγω της φύσεως του αντικειμένου της διαφοράς (άρθ. 592 § 3 ΚΠολΔ) δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου (άρθ. 495 § 3 Γβ ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της.

Ι.Κατά τους ορισμούς του άρθρου 562 § 2 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αφορά ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές που επικρατούν σε δεδομένο χρόνο, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση και έχει το ίδιο περιεχόμενο με τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αριθ.5 , 897 αριθ. 6, 903 αριθ.6, 905 § 2 ΚΠολΔ, 34 σημ. 1 Καν 44/2001, 22 στοιχ.

α Καν 2201/2003. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 40/2018, ΑΠ 157/2018), αφού ο νομοθέτης εντάσσει συχνά στην αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου διατάξεις, οι οποίες δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Παρά τις εγγενείς δυσχέρειες της εννοιολογικής εξειδίκευσης της δημόσιας τάξης και της ένταξης στο πλάτος της έννοιας αυτής των επιμέρους ισχυρισμών των διαδίκων, κάποια δυνατότητα προσδιορισμού της έννοιας αυτής φαίνεται ότι παρέχει η αναγωγή στην ουσία της πολιτικής δίκης και των σκοπών, που αυτή εξυπηρετεί, σε συνδυασμό με τα βασικά δικονομικά εχέγγυα, τα οποία παρέχονται στην πολιτική δίκη και των οποίων ο παραμερισμός θα αναιρούσε τον πυρήνα αυτής ως πολιτειακού μηχανισμού παροχής δικαστικής προστασίας με βάση συγκεκριμένες θεμελιώσεις εγγυήσεις υπερ των διαδίκων.

Με αυτή την αφετηρία, η φύση μιας διάταξης ως δημόσιας τάξης θα κρίνεται από το ζήτημα, κατά πόσο η διάταξη αυτή συντηρεί και προάγει τις βασικές επιλογές του νομοθέτη ως προς την πολιτική δίκη, η οποία σκοπό έχει την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών σε συνδυασμό με την ασφάλεια και τη βεβαιότητα περί το δίκαιο.

Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις εντάσσεται στους κανόνες δημόσιας τάξης, μεταξύ άλλων, η υπέρβαση δικαιοδοσίας (ΟλΑΠ 20/2008), η έλλειψη καθ'ύλην αρμοδιότητας (ΑΠ 51/2004), η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1374/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 525 § 1 ΚΠολΔ, η κατ'εξοχήν ελεγκτική λειτουργία της εφέσεως συνεπάγεται ότι τα όρια της έκκλητης δίκης διαγράφονται από τα πρωτοβάθμια αιτήματα των διαδίκων και όχι από το περιεχόμενο της πρωτοβάθμιας δικαστικής αποφάσεως και συνεπώς κάθε πρωτόδικο αίτημα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της εφέσεως, έστω και αν παραλείφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 § 2 απαγορεύεται τόσο η προβολή αιτήματος για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου όσο και η άσκηση ανταγωγής (ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 255/1987), με τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην τρίτη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 526 ΚΠολΔ ορίζεται ένας θεμελιώδης φραγμός για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την έννοια ότι περιορίζεται η εξουσία του μόνον στα αιτήματα της πρωτοβάθμιας δίκης.

Αμφότερες οι ως άνω διατάξεις επισύρουν ως κύρωση το αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενο υπόψη απαράδεκτο. Οι δύο αρχές του άρθρου 525 ΚΠολΔ είναι ειδικότερες εκδηλώσεις του κανόνα υπάρξεως δύο βαθμών δικαιοδοσίας που καθιερώνει το άρθρο 12 ΚΠολΔ και συμπληρώνονται από το άρθρο 526 ΚΠολΔ. Ενώ οι διάδικοι μπορούν να παραμερίσουν τον κανόνα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθ. 12 § 1 ΚΠολΔ), παραιτούμενοι εκ των προτέρων από τα ένδικα μέσα κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, παράκαμψη του πρώτου βαθμού δεν είναι δυνατή ούτε συναινετικά.

Με βάση τα προεκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι ο κανόνας του άρθρ. 12 § 2 ΚΠολΔ είναι δημόσιας τάξεως και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

ΙΙ. Για το παραδεκτό της αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον. Πρέπει δηλαδή ο αναιρεσείων να υφίσταται από την προσβαλλόμενη σε σχέση με τον αντιδικό του βλάβη, την άρση της οποίας επιδιώκει με την αναίρεση (ΑΠ 209/2011, ΑΠ 537/2011, ΑΠ 754/2018). Το έννομο συμφέρον πρέπει : α) να είναι άμεσο και ατομικό του αναιρεσείοντος, β) να προκύπτει από σφάλμα που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, γ) να προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης, δ) να θεμελιώνεται με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο ή να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 135/2017) και να υπάρχει για κάθε λόγο (ΑΠ 235/2019).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α' του ΑΚ σε περίπτωση διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας, ενόψει των ειδικών συνθηκών καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει για κυρία διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος απ' αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα χρήσεώς του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια της εξουσίας του για προστασία της οικογένειας, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης έχει το δικαίωμα να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση ολοκλήρου ή τμήματος του ακινήτου, που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη, στον έναν από τους συζύγους.

Με αυτή θεσπίζεται ενδοτικού δικαίου ρύθμιση που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποκλίνει από τις γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπράγματου δικαίου (ΑΠ 1880/2008). Η εν λόγω παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες του καθενός συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και τις αρχές της επιείκειας, οι οποίες είναι δυνατόν να επιβάλουν, κατά περίπτωση, η παραχώρηση αυτή να γίνεται και προς τον σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο (ΑΠ 792/2000).

Η ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, κατά την προαναφερόμενη διάταξη, αποτελεί δικαίωμα αυτοτελές και αυθύπαρκτο κάθε συζύγου, που ασκείται αυτοτελώς, με κυρία αγωγή, η απόφαση δε που εκδίδεται επ' αυτής έχει καταψηφιστικό χαρακτήρα. Οι διάδικοι στη δίκη που αφορά τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, ως εκ της φύσεως της διαφοράς, μπορεί να είναι μόνο οι σύζυγοι, καθόσον η σχετική απόφαση είναι προσωρινή και διαρκεί όσο η διάσταση των συζύγων, παύει δε να ισχύει αυτοδικαίως, αν δεν ζητηθεί η τροποποίησή της, μετά την αμετάκλητη απόφαση που λύνει ή ακυρώνει το γάμο, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, που χρησίμευε για οικογενειακή στέγη, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και ενοχικού δικαίου.

Περαιτέρω, για την παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, ο δικαστής μπορεί να ορίσει παροχή ή ανταλλάγματα προς τον άλλο σύζυγο, από τον οποίο αφαιρείται η χρήση του ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του καθενός (οικονομικές, επαγγελματικές, διαμονή κοινών τέκνων κ.λπ.). το οποίο είναι δυνατόν να υπολογισθεί ή και να μην υπολογισθεί κατά τον καθορισμό της διατροφής, που οφείλει ο υπόχρεος και κύριος της παραχωρούμενης οικογενειακής στέγης στον άλλο σύζυγο ή στα τέκνα του (ΑΠ 985/2021, ΑΠ 1630/2002).

Στην τελευταία πάντως περίπτωση θα πρέπει να τονιστεί ότι, κατά την ορθότερη άποψη, αυτό συνιστά απλώς μια συνεκτίμηση του γεγονότος της παραχώρησης της οικογενειακής στέγης κατά τον καθορισμό του ύψους της διατροφής, και όχι ένα συμψηφισμό με την έννοια του άρθρου 440 ΑΚ, του οποίου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, πέραν άλλωστε και από το γεγονός ότι η απαίτηση της διατροφής είναι ακατάσχετη (ΚΠολΔ 982 §?2 γ) και κατά των ακατάσχετων απαιτήσεων δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός του άρθρου 440 (ΑΚ 451).

Στην προκείμενη περίπτωση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συνεκδικάστηκαν η από 6-4-2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε να της ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου που απέκτησε με τον εναγόμενο, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει διατροφή για το τέκνο τους και να διαταχθεί η μετοίκηση του εναγομένου από την οικογενειακή στέγη, και η από 22-9-2015 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να του ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους, να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με αυτό και να διαταχθεί η μετοίκηση της εναγομένης από την οικογενειακή στέγη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των από 9-11-2015 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (κοινών για τις δύο συνεκδικασθείσες αντίθετες αγωγές) και στη σελίδα 18 αυτού, υπό το υποκεφάλαιο "Ε. Ενσταση συνυπολογισμού της αξίας χρήσης της άλλοτε οικογενειακής στέγης κατ' άρθ. 1393 και 1489 παρ.2 ΑΚ", προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Σε περίπτωση συνεπώς που το Δικαστήριό σας αποφασίσει την παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στην αντίδικο και την άσκηση της επιμέλειας του τέκνου μας από αυτήν, θα πρέπει να συνυπολογίσει ότι ήδη παρέχω ποσό 110 € σε είδος σε ό,τι αφορά την οφειλόμενη διατροφή προς το τέκνο μου, περαιτέρω δε ότι η αντίδικος εξοικονομεί τουλάχιστον 190 € (150€ δική της συμμετοχή στο μίσθωμα + 40 € συμμετοχή της στην αναλογία μισθώματος για το τέκνο) από την παραμονή στην άλλοτε οικογενειακή στέγη για την αναζήτηση δε του ποσού που αναλογεί στην ίδια επιφυλάσσομαι ρητά".

Στο δικόγραφο της από 8-9-2016 εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, ο τότε εκκαλών και νυν αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του παραπονέθηκε για την απόρριψη της ένστασης συνυπολογισμού της αξίας χρήσης της οικογενειακής στέγης, ισχυριζόμενος ότι έπρεπε να συνυπολογιστεί το ποσό των 150 ευρώ στην υπ' αυτού οφειλομένη διατροφή.

Περαιτέρω, αναφερόμενος στο κεφάλαιο της αποφάσεως περί μετοικήσεως αυτού, προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφέροντας στο δικόγραφο της εφέσεως (σελ. 18) επί λέξει τα εξής: "... σε περίπτωση που κριθεί ότι η παραχώρηση πως την αντίδικο θα πρέπει να εξακολουθήσει, αιτούμαι όπως τώρα, που τα εισοδήματα μου υπολείπονται των εισοδημάτων της συζύγου μου και το διαμέρισμα που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη ανήκει στην κυριότητά μου, γίνει με αντάλλαγμα ύψους τουλάχιστον 150 €.

Δεδομένου ότι για μια ανάλογη κατοικία, την οποία θα μοιράζονταν ο γιος μου με την αντίδικο θα απαιτούνταν τουλάχιστον το ποσό των 300 €, το ήμισυ εξ αυτού του ποσού αιτούμαι, όπως μου το καταβάλει η αντίδικος, της οποίας η οικονομική κατάσταση είναι πλέον καλύτερη, ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση της οικογενειακής στέγης".

Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτοδίκου αποφάσεως, θεώρησε το ποσό για τη χρήση της οικογενειακής στέγης ως οφειλόμενο αντάλλαγμα βάσει της ρήτρας επιεικείας και επεδίκασε το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως σε βάρος της αναιρεσίβλητης, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη, που δεν είχε απαντήσει επ' αυτού.

Ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται τα εξής: "Στην συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο ανήλικος, Γ., ηλικίας 7 ετών, κατά το χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης είναι πλέον μαθητής της πρώτης τάξης δημόσιου δημοτικού σχολείου. Άρα, αυτός, ως δικαιούχος της διατροφής και η σύνοικος μητέρα του οφείλουν αντάλλαγμα βάσει της ρήτρας της επιείκειας στον ιδιοκτήτη της οικίας, πατέρα του ανηλίκου, ύψους 100,00 Ε....

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που άλλως έκρινε, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης έφεσης". Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από την υπό του εφετείου ακολουθήσασα άποψη, το αίτημα καταβολής χρηματικού ποσού ως αντάλλαγμα για τη μετοίκηση του αναιρεσείοντος δεν είχε υποβληθεί πρωτοδίκως αλλά μόνον με το δικόγραφο της εφέσεως κατά παραβίαση του θεμελιώδους δημοσίας τάξεως κανόνα της μη υπέρβασης των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και συνεπώς το Εφετείο που δέχθηκε αυτό και δεν το απέρριψε ως απαράδεκτο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ενόψει αυτού, ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος την ανωτέρω πλημμέλεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 562 § 3 ΚΠολΔ, ζητεί ως νικήσας διάδικος την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυριζόμενος ότι εάν καταστεί αμετάκλητη η προσβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσίβλητη θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί την οικία για αόριστο χρονικό διάστημα, ενώ έχει ήδη λυθεί ο γάμος τους με την υπ'αριθ. 7272/2017 αμετάκλητη απόφαση.

Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι η αναιρεσίβλητη, με βάση την προσβαλλομένη απόφαση, θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί την οικία μετά την ήδη επελθούσα αμετάκλητη λύση του γάμου τους, δεν είναι βάσιμος για τον προεκτεθέντα λόγο σχετικά με την αυτοδίκαιη παύση της ισχύος της περί μετοικήσεως αποφάσεως μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου.

Ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων, ο οποίος, κατά τα ανωτέρω, δεν πλήττει την προσβαλλομένη για κανένα άλλο λόγο, δεν έχει άμεσο έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου για το σφάλμα της να μην απορρίψει ως απαράδεκτο το αίτημά του για επιδίκαση ποσού ως αποζημίωση χρήσεως καθ'υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, το οποίο ειρήσθω ότι είναι διαφορετικό από αυτό περί της μετοικήσεως.

Κατόπιν αυτού, πρέπει να απορριφθεί η αίτησης αναίρεσης, χωρίς διάταξη περί δικαστικής δαπάνης ελλείψει σχετικού αιτήματος από την απούσα αναιρεσίβλητη (άρθ. 176, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2020 αίτηση του Λ. Π. για αναίρεση της υπ'αριθ. 309/2019 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ