Legislator Case Law & Legislation
495/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of water pipe material quality claim due to sufficient reasoning.

Case Number 495/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a technical company against a Thessaloniki Court of Appeal decision rejecting its lawsuit. The appellant argued the lower court violated substantive law regarding water pipe materials and failed to provide adequate reasoning. The court found the lower court's reasoning sufficient, logical, and free of contradictions, thereby upholding the dismissal of the original claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient, logical, and free of contradictions, as the facts and legal conclusions are clearly exposed.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation sufficient reasoning evaluation of evidence judicial reasoning legal logic costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 77 paragraphs 4 and 5 of Law 3669/2008
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2005
OLAP 7/2006
OLAP 2/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 495 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 495/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΕΡΓΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΕΡΓΩΝ Α.Ε." που εδρεύει στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. – Π. Μ. Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΝΤΑΚΑΤ Ε.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αμαλία Μυλωνά και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΥΑΘ Α.Ε." που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κατσάνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/2/2013 αγωγή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 1121/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/5/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 77 παρ. 4 και 5 του ν. 3669/2008 , υπ' αριθμ.1121/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσ/νικης, που απέρριψε την από 19-2-2013 αγωγή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας τεχνικής εταιρείας κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.ΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι j με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικό περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 20/2005). Αντίθετα; η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).? Παράλληλα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι, όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1348/2007, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πορισμέ της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεση του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Επιπλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, ο ν.3669/2008 "Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων" (ΦΕΚ Α' 116), που ίσχυε κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης σύμβασης, ορίζει στο άρθρο 37, παρ.1-4, πλην άλλων, ότι: ? "1.Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου. 2.

Ο ανάδοχος έχει την υποχρέωση να τηρεί με ακρίβεια τη διάταξη και τις διαστάσεις των διαφόρων μερών του έργου, όπως προκύπτουν από τα εγκεκριμένα σχέδια ή άλλα στοιχεία της μελέτης. 3. Οι έγγραφες εντολές που δίνονται από το αρμόδιο όργανο για συμπλήρωση ή τροποποίηση των στοιχείων της μελέτης, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 57 του παρόντος, καθώς και η εκτέλεση των εγκεκριμένων συμπληρωματικών εργασιών, είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο.

Ο ανάδοχος δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα που έγιναν χωρίς έγγραφη διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο. 4.Σε επείγουσες περιπτώσεις η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίνεται προφορικά στον τόπο των έργων και καταχωρείται στο ημερολόγιο.....".

Επίσης, στον ίδιο ν. 3669/2008, με τις διατάξεις των παρ.1-3 του άρθρου 57, υπό τον τίτλο "Αυξομειώσεις εργασιών - νέες εργασίες", ορίζεται ότι: "1. To έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων κατά την εκτέλεση του έργου, όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση, να συνάπτει σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου, με την προϋπόθεση ότι οι συμπληρωματικές εργασίες δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωριστούν από την κύρια σύμβαση, χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα για τις αναθέτουσες αρχές ή όταν αυτές οι εργασίες, μολονότι μπορούν να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση, είναι απόλυτα αναγκαίες για την τελειοποίηση της.

Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή για τη σύνταξη των τυχόν απαιτούμενων μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες. Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση για την εκτέλεση τους, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.

Για τον καθορισμό τιμών μονάδας στις εργασίες της συμπληρωματικής σύμβασης λαμβάνονται οι τιμές της αρχικής σύμβασης και για τον κανονισμό τιμών μονάδας στις νέες εργασίες της συμπληρωματικής σύμβασης εφαρμόζονται οι παράγραφοι 5, 6 και 7. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.) που περιλαμβάνει ιδίως τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων, τις δαπάνες του προϋπολογισμού του αρχικά ανατεθέντος έργου, του προϋπολογισμού της αμέσως προηγούμενης σύμβασης και του προϋπολογισμού της προς κατάρτιση νέας σύμβασης.

Περιλαμβάνει ακόμη και τις δαπάνες των απρόβλεπτων, καθώς και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση και φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.). 3. Με τα ποσά των απρόβλεπτων δαπανών (απρόβλεπτα), που περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση καλύπτονται ιδίως δαπάνες που προκύπτουν από εφαρμογή νέων κανονισμών ή κανόνων, που καθιερώθηκαν ως υποχρεωτικοί, μετά την ανάθεση του έργου, καθώς και από προφανείς παραλείψεις ή σφάλματα της προμέτρησης της μελέτης ή από απαιτήσεις της κατασκευής, οι οποίες καθίστανται απαραίτητες για την αρτιότητα και λειτουργικότητα του έργου, παρά την πλήρη εφαρμογή των σχετικών προδιαγραφών κατά την κατάρτιση των μελετών του έργου και υπό την προϋπόθεση να μην τροποποιείται το "βασικό σχέδιο" του έργου, δηλαδή η όλη κατασκευή, καθώς και τα βασικά διακριτά στοιχεία της, όπως προβλέπονται από την αρχική σύμβαση.

Για τη διάθεση των απρόβλεπτων δαπανών συντάσσεται Α.Π.Ε. που δεν μπορεί να συμπεριλάβει συμπληρωματικές εργασίες, οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων.....".? Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η κατάρτιση συμπληρωματικών συμβάσεων, με τον ανάδοχο ήδη εκτελούμενου δημοσίου έργου, αποτελεί εξαιρετική διαδικασία ανάθεσης εκτέλεσης εργασιών και για το λόγο αυτό εφαρμόζεται μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις, αφού συνιστά παρέκκλιση από τις αρχές της διαφάνειας, της ισότητας συμμετοχής στις διαδικασίες για την κατάρτιση δημόσιων συμβάσεων και του ελεύθερου ανταγωνισμού.

Ως συμπληρωματικές εργασίες θεωρούνται εκείνες, για τις οποίες συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) παρουσιάζουν αναγκαία συνάφεια με το έργο και δεν περιλαμβάνονται στην αρχικά συναφθείσα σύμβαση, β) κατέστησαν αναγκαίες κατά την τεχνική εκτέλεση του έργου, όπως αυτό περιγράφεται στην αρχική σύμβαση και τα οικεία συμβατικά τεύχη (μελέτες, γενική συγγραφή υποχρεώσεων κ.λπ.) λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων και γ) είτε δεν μπορούν τεχνικά ή οικονομικά να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση, χωρίς να δημιουργήσουν μείζονα προβλήματα για την αναθέτουσα αρχή, είτε, παρά τη δυνατότητα διαχωρισμού τους, είναι απόλυτα αναγκαίες για την τελειοποίησή της.

Ως απρόβλεπτες δε περιστάσεις θεωρούνται τα αιφνίδια πραγματικά γεγονότα, που δεν ανάγονται στο χρόνο κατάρτισης της αρχικής σύμβασης και παρότι η μελέτη δημοπράτησης του έργου, με βάση την οποία προσδιορίσθηκε το τεχνικό αντικείμενό του υπήρξε πλήρης και ακριβής, αντικειμενικά δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, ούτως ώστε οι αναγκαίες για την αντιμετώπισή τους εργασίες να ενταχθούν στο αρχικό έργο και τη συναφθείσα σύμβαση.

Ωσαύτως, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγονται πλην άλλων και τα εξής: Οσάκις παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, εργασιών δηλαδή, σι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν, με την αρχική σύμβαση, έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου, λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης συμπληρωματικής συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου.

Της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας.

Ακολουθεί η υπογραφή συμβάσεως για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών, μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής συμβάσεως, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο (ΣτΕ 2638/2016, 1258/2013).

Ο ανάδοχος δεν δικαιούται, ούτε υποχρεούται, κατ' αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιότητα και το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, κατ' απόκλιση από τη σύμβαση έργου και επίσης, δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορική εντολή της υπηρεσίας στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού και χωρίς προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Α.Π.Ε., αν δε συντρέχει περίπτωση και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. (ΣτΕ 2243/2017, ΑΠ 178/2015).

Πάντως και στην περίπτωση αυτή, η συμβατική σχέση ολοκληρώνεται και οριστικοποιείται, κατά κανόνα, με τη σύναψη της σχετικής συμβάσεως, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και γνώμη του τεχνικού συμβουλίου του εργοδότη, στο πλαίσιο είτε του εγκεκριμένου Α.Π.Ε. είτε και αποκλίνοντας από αυτόν.? Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη σύναψη τελικά συμπληρωματικής σύμβασης, ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, αποδεχόμενος σχετική έγγραφη εντολή του εργοδότη ή και μόνο προφορική εντολή καταχωρημένη στο ημερολόγιο του έργου, αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση (ΣτΕ 347/2005), έχει δε η αμοιβή αυτή συμβατικό χαρακτήρα, αφού η εντολή του εργοδότη και η αποδοχή της από τον ανάδοχο δημιουργούν το αναγκαίο συμβατικό πλαίσιο.

Δεν αποκλείεται όμως πρόσθετες εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εκτελέσθηκαν χωρίς έγγραφη ή προφορική, κατά τα ανωτέρω, εντολή, να κριθούν, στη συνέχεια, από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο εφετείο, ως αναγκαίες, δηλαδή ως εργασίες, οι οποίες επιβάλλονται για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων, με τη σύνταξη Α.Π.Ε.

και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής συμβάσεως, στην περίπτωση δε αυτή, το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα οφείλεται, με βάση τη νέα σύμβαση, μετά τη σύναψή της (ΣτΕ 3495/2014, ΣτΕ 1502/2015, ΣτΕ 3406/2015). Έτσι, δεν αρκεί η κρίση απλώς ότι οι χωρίς εντολή πρόσθετες εργασίες υπήρξαν αναγκαίες και συνεπώς, η δαπάνη τους βαρύνει τον εργοδότη, προκειμένου ο ανάδοχος να ζητήσει με αγωγή την επιδίκασή τους, αλλά απαιτείται για τον καθορισμό του οφειλόμενου σΛ αυτόν ανταλλάγματος η τήρηση ακολούθως της διαδικασίας κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης με βάση Α.Π.Ε.

ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε., για δε την πληρωμή η διενέργεια επιμέτρησης και η έγκριση του σχετικού λογαριασμού κατά τις διατάξεις των άρθρων 52 και 53 του ν.3669/2008 (ΑΠ 1726/2014). Αν υπάρξει άρνηση του εργοδότη να τηρήσει συνολικά την ως άνω διαδικασία, πρέπει πρώτα να ζητηθεί η συμμόρφωσή του με τις σχετικές υποχρεώσεις του, δηλαδή πρέπει ο ανάδοχος να ζητήσει από τον κύριο του έργου να προβεί, τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία, στις απαραίτητες ενέργειες προς καθορισμό και πληρωμή του ανταλλάγματος για τις προαναφερόμενες συμπληρωματικές εργασίες, όπως στη σύνταξη Α.Π.Ε.

ή αν αυτός έχει συνταχθεί, χωρίς τις ανωτέρω εργασίες, στην ανασύνταξή του, ώστε να περιλαμβάνει και τις ποσότητες των συμπληρωματικών εργασιών, καθώς επίσης και την κατάρτιση και έγκριση των επιμετρήσεων κλπ. Αν ο ανάδοχος διαφωνεί με τις καθορισθείσες νέες εργασίες ή τις τιμές αυτών, πολύ δε περισσότερο, αν στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα δεν συμπεριλήφθηκαν οι συμπληρωματικές εργασίες, μπορεί να υπογράψει τις ως άνω πράξεις με επιφύλαξη και να ασκήσει κατ' αυτών ένσταση και, ακολούθως, αίτηση θεραπείας, ακολουθώντας τη διαγραφόμενη από τη διάταξη του άρθρου 76 ν. 3669/2008 διοικητική διαδικασία, και τελικώς να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου, προκειμένου να επιλυθεί δικαστικώς η διαφορά, αφού, κατά το άρθρο 57 ν. 3669/2008, ο ανάδοχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει την παράλειψη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να εντάξει σε Α.Π.Ε.

και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. τις νέες εργασίες, εφόσον υπογράψει με επιφύλαξη τις πράξεις αυτές. (ΑΠ 665/2018). Περαιτέρω, στα άρθρα 200 και 288 του Αστικού Κώδικα, τα οποία αποδίδουν γενική αρχή του δικαίου και έχουν ανάλογη εφαρμογή, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις και στις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων, ορίζεται αντίστοιχα, αφενός, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και, αφετέρου, ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.

Αντίθετα, έτσι) με τη ρήτρα του άρθρ. 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού.

Παρέχεται, έτσι, τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 756/2003, ΑΠ 63/2000).

Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς, δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του.

Ωστόσο και στην περίπτωση αυτή, που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη από αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας, στην περίπτωση αυτή, η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990, ΑΠ 334/2015).

Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του αρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί.

Δηλαδή, το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της, να είναι απρόβλεπτη χωρίς υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί (Ολ ΑΠ 927/1982).

Επομένως, στην παραπάνω έκτασης ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και στις συμβάσεις δημόσιων έργων και μπορεί με βάση αυτή το δικαστήριο, εάν τούτο δεν επιτεύχθηκε, κατά τη διαδικασία στα διοικητικά όργανα, να παρεμβαίνει διορθωτικά στη σύμβαση, καθορίζοντας, κατά παρέκκλιση από τα συμφωνημένα, την παροχή και την αντιπαροχή, όταν αυτό επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στις περιπτώσεις δηλαδή εκείνες που συντρέχουν ειδικές απρόβλεπτες συνθήκες, οι οποίες δεν επισύρουν μεν την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ, όμως καθιστούν την παροχή που οφείλεται σε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δυσβάστακτη για το άλλο μέρος και μάλιστα σε βαθμό που υπερβαίνει τον κίνδυνο που αυτό ανέλαβε, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 989/2012, ΑΠ 1290/2011, ΣΤΕ 4430/2013, ΣΤΕ 2009/2015, ΣΤΕ 1598/2016).

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ερευνώντας την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, μετά από εκτίμηση όλων των κατ'είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, έγγραφα, τεχνική έκθεση), δέχτηκε τα εξής: "H εναγομένη (Εταιρία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης Ανώνυμος Εταιρία), προκήρυξε δημόσιο ανοιχτό μειοδοτικό διαγωνισμό για την ανάδειξη αναδόχου του έργου "Ά Ομάδα επειγόντων έργων ύδρευσης, έτους 2011", συνολικού προϋπολογισμού 1.200.000 ευρώ (με ΦΠΑ) .

Αντικείμενο του έργου (άρθρο 11.4 της Διακήρυξης) ήταν "..η εγκατάσταση αγωγών ύδρευσης σε περιοχές επιχειρησιακής δραστηριότητας της ΕΥΑΘ ΑΕ. Επίσης περιλαμβάνονται η αντικατάσταση, επανατοποθέτηση αγωγών και βανών ύδρευσης, η κατασκευή ανακαινίσεων και επισκευών του δικτύου ύδρευσης, ΟΙ υποβιβασμοί και μετατοπίσεις αγωγών, η άρση παλαιών αγωγών, η κατασκευή τεχνικών έργων στην περιοχή του δικτύου και των εξωτερικών υδραγωγείων, επίσης η μελέτη και κατασκευή νέου αντλιοστασίου σε οικόπεδο-αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του Δήμου Δέλτα (ΔΕ Χαλάστρας), καθώς και η εγκατάσταση νέων αγωγών μεταφοράς ύδατος για τη σύνδεση του αντλιοστασίου με το υφιστάμενο δίκτυο υδροδότησης των περιοχών Χαλάστρας και Ανατολικού".

Ανάδοχος του έργου ανακηρύχθηκε νομίμως η ενάγουσα και ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε υπέρ αυτής με έκπτωση 43,32%. Με την υπ' αριθμ …/….-9-2011 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης εγκρίθηκε το πρακτικό του διαγωνισμού και ανατέθηκε στην ενάγουσα η κατασκευή του έργου και εν συνεχεία την 11-11-2011 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η σχετική σύμβαση, με την οποία ανατέθηκε στην ενάγουσα η εκτέλεση του ανωτέρω έργου ποσού 552.998,76 ευρώ (χωρίς ΦΠΑ).

Η συνολική προθεσμία περαίωσης του έργου ορίσθηκε σε 12 μήνες, από την ημέρα παράδοσης της 1ης γραπτής εντολής εκτέλεσης των εργασιών δηλ. εως την 29.12.2012 και συμφωνήθηκε ότι το έργο θα εκτελεσθεί σύμφωνα με τον ΚΑΕΕ της ΕΥΑΘ ΑΕ και τις νομοθετικές διατάξεις, στις οποίες ρητά αυτός παραπέμπει, τους όρους της διακήρυξης, καθώς και τα συμβατικά στοιχεία και τεύχη, με βάση τα οποία δημοπρατήθηκε το έργο, το τεχνικό αντικείμενο του οποίου συνίστατο στην εγκατάσταση αγωγών ύδρευσης σε περιοχές του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης αρμοδιότητας ΕΥΑΘ ΑΕ.

Επίσης περιλαμβάνονται η αντικατάσταση, επανατοποθέτηση αγωγών και βανών ύδρευσης, η κατασκευή ανακαινίσεων και επισκευών του δικτύου ύδρευσης, οι υποβιβασμοί και μετατοπίσεις αγωγών, η άρση παλαιών αγωγών, η κατασκευή τεχνικών έργων στην περιοχή του δικτύου και των εξωτερικών υδραγωγείων. Στο αντικείμενο συμπεριλαμβάνονται επίσης η μελέτη και κατασκευή νέου αντλιοστασίου σε οικόπεδο-αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας του Δήμου Δέλτα (ΔΕ Χαλάστρας), καθώς και η εγκατάσταση νέων αγωγών μεταφοράς ύδατος για τη σύνδεση του αντλιοστασίου με το υφιστάμενο δίκτυο υδροδότησης των περιοχών Χαλάστρας και Ανατολικού.

Μετά την υπογραφή της σύμβασης η ενάγουσα εγκαταστάθηκε στο τόπο του έργου και προέβη σε έναρξη εργασιών την 29.12.2011, ενώ με το με αριθμό πρωτ. …/…./…/2/2013 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας του έργου εγκρίθηκε παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης του έργου για 1,5 μήνες δηλ. έως 15.2.2013. Κατά την πορεία της εκτέλεσης του έργου υποβλήθηκε από την ενάγουσα αίτημα σύνταξης ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (ΑΠΕ) και πρωτοκόλλου κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ) αφενός λόγω εκτέλεσης διάφορων νέων εργασιών μη προβλεπόμενων στη μελέτη αλλά απολύτως απαραίτητων για την αρτιότητα και λειτουργικότητα του έργου και αφετέρου λόγω της χρησιμοποίησες υλικών διαφορετικών των προβλεπομένων από το τιμολόγιο μελέτης του έργου, επικαλούμενη ότι:

α) κατά την εκτέλεση του έργου κατασκεύασε σε πολλές περιπτώσεις μεγαλύτερο μήκος εξωτερικής διακλάδωσης και τοποθέτησε κιβώτια δικλείδας στη ρυμοτομική γραμμή ώστε να συνδεθούν οι νέες εξωτερικές διακλαδώσεις με τα παλιά εσωτερικά δίκτυα των πολιτών (εσωτερικές διακλαδώσεις) διότι δεν υπήρχαν κιβώτια δικλείδας ή ο υφιστάμενος αγωγός ύδρευσης δεν ήταν σε θέση να συνδεθεί στο συγκεκριμένο σημείο λόγω παλαιότητας, επιπλέον δε οι πολίτες αρνούνταν να κάνουν τις εργασίες επανασύνδεσης με τα εσωτερικά τους δίκτυα υδροδότησης, β)της ζητήθηκε από την Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της εναγομένης να χρησιμοποιεί στην κατασκευή των διακλαδώσεων Φ25 χιλ και Φ63 χιλ, συνδέσμους υδροληψίας Φ 110-3/4' και Φ110-2'' και κιβώτια δικλείδας από ελατό χυτοσίδηρο, ορειχάλκινα ρακόρ Φ25-3/4'' και Φ63-2'', ενώ τα υλικά αυτά είχαν προβλεφθεί και συμφωνηθεί σιδηρά ή πλαστικά, καθώς επίσης ορειχάλκινους κρουνούς με τετράγωνο χειριστήριο καρέ 20 X 20 χιλ, χωρίς οι τελευταίοι να προβλέπονται στα συμβατικά τεύχη και γ) ότι προέβη σε συνδέσεις υφιστάμενων αγωγών με νέα εξωτερική διακλάδωση, οι οποίες θα έπρεπε να αποζημιωθούν με τη τιμή του άρθρου 53.1 του τιμολογίου μελέτης και όχι με τη τιμή των άρθρων AT 42 και AT 43.

Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση με αριθμ.πρωτ…./…. …/….6.2012 έγγραφο της η Διεύθυνση Τεχνικών Έργων της εναγομένης, γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι "κατόπιν προβλημάτων που προέκυψαν κατά την κατασκευή διακλαδώσεων ύδρευσης από τα συνεργεία σας, όπου διαπιστώθηκε ότι τοποθετείτε διακόπτες με χειριστήριο λαβής (χερούλι) αντί για χειριστήριο καρέ (τετράγωνο) σας δίνουμε εντολή από παραλαβής του παρόντος να χρησιμοποιείτε σε όλες τις παροχές ανεξαρτήτου διατομής ορειχάλκινους σφαιρικούς διακόπτες με τετράγωνο χειριστήριο διαστάσεων 20*20 χιλ.

βαρέως τύπου για την αρτιότερη κατασκευή των διακλαδώσεων, εντέλλεσθε στις συνδέσεις να μην τοποθετείτε πλαστικά εξαρτήματα (ρακόρ κλπ) διότι θραύονται εύκολα και τέλος επειδή παρατηρήθηκε ότι οι πλαστικοί σύνδεσμοι υδροληψίας παρουσιάζουν συχνά προβλήματα αστοχιών εντέλλεσθε να τοποθετείτε συνδέσμους υδροληψίας αποκλειστικά από χυτοσίδηρο.

Στη συνέχεια η ενάγουσα υπέβαλε την υπ' αριθμ. …/…-9-2012 αίτηση εξώδικης επίλυσης με την οποία στράφηκε κατά του πιο πάνω υπ'αριθμ …/…./…-8-2012 εγγράφου της εναγομένης ζητώντας να συνταχθεί 2ος ΑΠΕ και 2ος ΠΚΤΜΝΕ, επικαλούμενη ότι στα άρθρα AT 42 και AT 43 του τιμολογίου μελέτης, δεν ορίζεται το υλικό του συνδέσμου υδροληψίας, δεν αναφέρεται το καρέ 20 X 20 για το μονόστροφο ορειχάλκινο κρουνό, ενώ εξειδικεύονται τα υλικά των ειδικών τεμαχίων και εξαρτημάτων για την πλήρη διαμόρφωση της διακλάδωσης σε σιδηρά ή πλαστικά και όχι χυτοσιδηρά, επιπλέον δε ζήτησε η σύνδεση αγωγού έως Φ80 να αποζημιωθεί με βάση τα AT 52.1 του τιμολογίου μελέτης.

Η Διευθύνουσα το Έργο Υπηρεσία δεν απάντησε εντός διμήνου από της υποβολής της πιο πάνω αιτήσεως και η ενάγουσα υπέβαλε εν συνεχεία τις υπ' αριθμ … και …/….11.2012 αιτήσεις συμβιβαστικής επίλυσης, η δε επιτροπή Συμβιβαστικής Επίλυσης Διαφορών, αν και κάλεσε την ενάγουσα να προσέλθει στα γραφεία της εναγομένης προκειμένου να συζητήσουν την επίλυση της διαφοράς στις 5-12-2012 , δεν εισήγαγε τις αιτήσεις προς συζήτηση ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης εντός διμήνου, ούτε γνωμοδότησε η ίδια επ'αυτών.

Από τις τμηματικές επιμετρήσεις Εργασιών που αφορά την κατασκευή διακλάδωσης Φ25 χιλ και Φ63 χιλ προκύπτει ότι κατασκευάσθηκαν 169 τεμάχια και 91 τεμάχια διακλαδώσεων αντίστοιχα Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας δεν υπήρχε συμβατική τιμή μονάδας στο τιμολόγιο μελέτης, για τους συνδέσμους υδροληψίας, τους ορειχάλκινους σφαιρικούς κρουνούς 20μμ Χ 20μμ και για τα ορειχάλκινα ρακόρ.

Όπως όμως προκύπτει από το τιμολόγιο μελέτης η κάθε διακλάδωση συμπεριλαμβάνει τις εργασίες και τα υλικά που αναλύονται στα άρθρα AT 42 και 43 αυτού και αποζημιώνεται ως ενιαίο τεμάχιο (τεμάχιο ένα), η τιμή δε για κάθε τέτοια διακλάδωση μήκους μετρουμένου από το μονόστροφο κρουνό μέχρι 1,00 μέτρο ή και λιγότερο, κοστολογείτο στο τιμολόγιο για μεν τις διακλαδώσεις Φ25χιλ σε 98,90 ευρώ και για το μήκος πέρα του βασικού του 1,00 μέτρου σε 30, 20 ευρώ ανα τρέχον μέτρο, για δε τις διακλαδώσεις Φ63 χιλ σε 127,20 ευρώ έως το 1 μέτρο και για το πέραν αυτού σε ποσό 31,90 ευρώ ανά τρέχον μέτρο.

Ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι για την κατασκευή μιας διακλάδωσης Φ25 χιλ που η ίδια κατασκεύασε κατ' εντολή της εναγομένης, χρησιμοποιήθηκαν σύνδεσμοι υδροληψίας Φ 110-3/4' και Φ 110 -2 και κιβώτια δικλείδας από ελατό χυτοσίδηρο, ορειχάλκινα ρακόρ Φ 25-3/4'' και Φ 63-2'' καθώς και ορειχάλκινοι σφαιρικοί κρουνοί με τετράγωνο χειριστήριο καρε 20X20, που δεν εμπίπτουν στο προβλεπόμενο τιμολόγιο μελέτης ή σε κάποιο άλλο τεύχος του έργου και ειδικότερα για την κατασκευή καθεμίας διακλάδωσης & 25 χιλ χρησιμοποιήθηκαν :

α) 1 σύνδεσμος υδροληψίας από ελατό χυτοσίδηρο Φ 110-3/4'' με τιμή καταλόγου 51,43 ευρώ, β) 2 ορειχάλκινοι σφαιρικοί κρουνοί 20mm X 20mm διάστασης 3/4 με τιμή καταλόγου 9,60 ευρώ ανα τεμάχιο και συνολικά 19,20 ευρώ, γ) 1 κιβώτιο δικλείδας από ελατό χυτοσίδηρο, με τιμή καταλόγου 69,00 ευρώ, δ) 2 ορειχάλκινα ρακόρ Φ25- 3/4'' με τιμή καταλόγου 3,48 ευρώ ανα τεμάχιο και συνολικά 6,96 ευρώ και συνολικού επιπλέον κόστους για κάθε διακλάδωση Φ 25 το ποσό των 146,59 (51,43 + 19,20 + 69,00 + 6,96) ευρώ, για δε την κατασκευή μιας διακλάδωσης Φ 63 χιλ χρησιμοποιήθηκαν:

α) 1 σύνδεσμος υδροληψίας από ελατό χυτοσίδηρο Φ 110-2'' με τιμή καταλόγου 57,10 ευρώ, β) 2 ορειχάλκινοι σφαιρικοί κρουνοί 20mm X20mm διάστασης 2'' με τιμή καταλόγου 54,83 ευρώ ανα τεμάχιο και συνολικά 109,66 ευρώ, γ) 1 κιβώτιο δικλείδας από ελατό χυτοσίδηρο, με τιμή καταλόγου 69,00 ευρώ, δ) 2 ορειχάλκινα ρακόρ Φ63-2'' με τιμή καταλόγου 22,66 ευρώ ανα τεμάχιο και συνολικά 45,32 ευρώ και συνολικού επιπλέον κόστους για κάθε διακλάδωση Φ 63 το ποσό των 281,08 (57,10 + 109,66 + 69,00 + 45,32) ευρώ, και ότι το συνολικό κόστος των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή και των δυο διακλαδώσεων Φ25 και Φ63, ανέρχεται στο ποσό, των 38.394,09 ευρώ, ενώ επίσης κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας έγιναν και 260 συνδέσεις υφιστάμενου αγωγού με νέο αγωγό για διάμετρο "υφιστάμενου αγωγού μέχρι Φ80, ο οποίος θα πρέπει να αποζημιωθεί με την τιμή του άρθρου AT 53 δηλ.

με 80,00 € και συνολικά 260 τεμάχια Χ 80 €/τεμ = 20.800€ - έκπτωση 43% (8944€) + ΦΠΑ 23% = 14.582.88€. Όπως προκύπτει από τα άρθρα του τιμολογίου μελέτης, προβλέπεται ότι τα υλικά που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν και στις δυο διακλαδώσεις θα είναι σιδηρά ή πλαστικά και θα πληρούν τις προδιαγραφές για πόσιμο νερό, ενώ παράλληλα σύμφωνα με το άρθρο 10 της Διακήρυξης

"Η υποβολή προσφοράς στο διαγωνισμό αποτελεί τεκμήριο ότι ο διαγωνιζόμενος έχει λάβει πλήρη γνώση αυτής της διακήρυξης και των λοιπών τευχών δημοπράτησης και γνωρίζει πλήρως τις συνθήκες εκτέλεσης του έργου". Σύμφωνα λοιπόν με το παραπάνω άρθρο προκύπτει τεκμήριο γνώσης των συνθηκών εκτέλεσης του έργου.

Στην προκειμένη δε περίπτωση η Διευθύνουσα το Έργο Υπηρεσία, κάνοντας χρήση της δυνατότητας επιλογής που της έδιναν τα σχετικά άρθρα του τιμολογίου μελέτης, ζήτησε από την ενάγουσα εγγράφως (βλ αριθμ. πρωτ. …/…/….6.2012 έγγραφο), να τοποθετεί συνδέσμους υδροληψίας αποκλειστικά από χυτοσίδηρο, ο οποίος είναι κράμα σιδήρου με άνθρακα μια δε ειδική κατηγορία λευκού χυτοσιδήρου είναι ο έλατος ή μαλακτός χυτοσίδηρος, ο οποίος παράγεται με ανόπτηση κοινού λευκού χυτοσιδήρου στους 900°C.

Επομένως στα αναφερόμενα στην προκήρυξη και τεχνική περιγραφή της εναγομένης ως σιδηρά τεμάχια, δεδομένου, ότι όπως προαναφέρθηκε υπήρχε διαζευκτική δυνατότητα τοποθέτησης σιδηρών ή πλαστικών ειδικών τεμαχίων και εξαρτημάτων, περιλαμβάνονται τα τεμάχια από ελατό χυτοσίδηρο αφού αυτά είναι "σιδηρά", όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να ασκεί επιρροή ότι αυτά είναι από εξελιγμένο τύπο χύτευσης και όχι από χύτευση απλού σιδήρου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο πραγματογνώμονας της ενάγουσας.

Επιπλέον η πιο πάνω υπηρεσία της εναγομένης ανέλυσε στο έγγραφο της τους λόγους για τους οποίου ζητά την χρήση των σιδηρών υλικών (... τα πλαστικά εξαρτήματα θραύονται, οι πλαστικοί σύνδεσμοι υδροληψίας παρουσιάζουν συχνά προβλήματα αστοχιών), δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΚΑΕΕ της εναγομένης, η Διευθύνουσα το έργο υπηρεσία, αν θεωρεί ότι τα χρησιμοποιούμενα υλικά δεν πληρούν τις απαιτήσεις των προδιαγραφών ή γενικά ότι είναι ακατάλληλα, δίδει εντολή στον ανάδοχο για τη μη χρησιμοποίηση τους.

Περαιτέρω, από κανένα σημείο του πιο πάνω εγγράφου της ΔΤΕ της εναγομένης δεν προκύπτει ότι δόθηκε έγγραφη εντολή στην ενάγουσα να τοποθετεί τεμάχια από ορείχαλκο αντί πλαστικά, εάν δε η ενάγουσα προέβη στην τοποθέτηση όπως αυτή ισχυρίζεται, ορειχάλκινων ρακόρ, αντί πλαστικών, το σχετικό κονδύλιο της αγωγής είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, σύμφωνα με την παρ 3 του άρθρου 30 του ΚΑΕΕ της εναγομένης, που ορίζει ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα που έγιναν χωρίς έγγραφη διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο.

Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η διατύπωση του άρθρου AT 42. παρ 3 των γενικών όρων του τιμολογίου της μελέτης, το οποίο αναφέρεται στις τεχνικές προδιαγραφές των διακλαδώσεων και συγκεκριμένα ότι "όλα τα απαραίτητα σιδηρά ή πλαστικά ειδικά τεμάχια και εξαρτήματα (ρακόρ, γωνίες, εξοκόχλια κλπ) για την πλήρη μόρφωση της διακλάδωσης, τα οποία θα πληρούν προδιαγραφές για πόσιμο νερό", δεν καταλείπει κανένα περιθώριο ασάφειας, παρερμηνείας ή αοριστίας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα, και περιλαμβάνει -εκτός των άλλων- τεμάχια από ελατό χυτοσίδηρο και συνεπώς το σχετικό κονδύλιο της αγωγής με το οποίο η ενάγουσα αιτείται την καταβολή αποζημίωσης για τη διαφορά κόστους των ανωτέρω υλικών, είναι αβάσιμο και απορριπτέο.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των παρ 1 και 4 του πιο πάνω άρθρου 43 του τιμολογίου μελέτης με σαφήνεια προκύπτει ότι στην τιμή αποζημίωσης του άρθρου 42, δηλ. στο ποσό των 98,90 ευρώ για κάθε διακλάδωση μήκους μέχρι 1,00 μέτρο ή λιγότερο και με ποσό 30,20 ευρώ για πέραν του βασικού μήκους του 1,00 μέτρου, που αφορά την κατασκευή νέας διακλάδωσης Φ25 χιλ, που εκτελείται για την υδροδότηση ακινήτων από αγωγό υδρεύσεως, είτε για την αντικατάσταση της υπάρχουσας από τον παλιό αγωγό υδρεύσεως (κατά την αντικατάσταση αγωγού) είτε για νέα υδροληψία-προσωρινή παροχή, περιλαμβάνονται η δαπάνη........καθώς και 4.

όλες οι αναγκαίες υδραυλικές εργασίες, ήτοι α) τμήσεις σωλήνων και δημιουργία κοχλιώσεων για την τοποθέτηση των παρεμβάσεων εξαρτημάτων, β) πλήρη μόρφωση διακλαδώσεως και σύνδεση αυτού, τόσο μετα του σημείου υδροληψίας όσο και μετά του καθοριζομένου κάθε φορά σημείου υδροδοτήσεως, συμπεριλαμβανομένης και της εκτέλεσης των απαιτούμενων τομών επάνω στον παλαιό σωλήνα διακλάδωσης για την σύνδεση του με το νέο και συνεπώς σε καμία περίπτωση οι εργασίες που συμπεριλαμβάνονται στην κατασκευή της ιδιωτικής διακλάδωσης και πληρώνονται βάσει των πιο πάνω άρθρων του τιμολογίου (AT 42 και 43), δεν αφορούν την κατασκευή της ιδιωτικής διακλάδωσης μόνο μέχρι το κιβώτιο δικλείδας, ενώ το περαιτέρω μήκος της διακλάδωσης θα πρέπει να αποζημιωθεί βάσει του άρθρου AT 53 του τιμολογίου, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Και τούτο διότι όπως προκύπτει από τα πιο πάνω άρθρα του τιμολογίου της εναγομένης, οι αναγκαίες υδραυλικές εργασίες που αμείβονται με τις διατάξεις των άρθρων 42 και 43 αφορούν τη σύνδεση του αγωγού διακλαδώσεως τόσο με το σημείο υδροληψίας όσο και με το καθοριζόμενο κάθε φορά σημείο υδροδοτήσεως και δεν αφορούν μόνο την κατασκευή της ιδιωτικής διακλάδωσης μέχρι το κιβώτιο δικλείδας και συνεπώς το σχετικό κονδύλιο της αγωγής που αφορά την καταβολή ποσού 14.582.88 ευρώ για την κατασκευή 260 συνδέσεων υφιστάμενου αγωγού με νέο αγωγό για διάμετρο υφιστάμενου αγωγού μέχρι και Φ80, είναι αβάσιμο και απορριπτέο.

Όσον δε αφορά το κονδύλιο που αφορά τη διαφορά που φέρεται να προέκυψε από τη τοποθέτηση των 169 ορειχάλκινων σφαιρικών κρουνών 20X20, 3/4'' και των 91 ορειχάλκινων σφαιρικών κρουνών 20 X 20, 2'' , οι οποίοι με το προαναφερθέν έγγραφο της ΔΤΕ της εναγομένης ζητήθηκε να έχουν τετράγωνο χειριστήριο, αφορά, όπως συνομολογείται πάγια τακτική της εναγομένης να τοποθετούνται από όλους τους αναδόχους σε έργα ύδρευσης τα ανωτέρω τετράγωνα χειριστήρια, αφενός διότι το χερούλι στο χειριστήριο των διακοπτών διαβρώνεται και καταστρέφεται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα στο μέλλον ο χειρισμός του να καθίσταται δύσκολος έως αδύνατος και αφετέρου διότι με το χερούλι δίνεται η δυνατότητα σε οποιοδήποτε και όχι μόνο σε υπαλλήλους της ΕΥΑΘ να ανοίγουν ή να κλείνουν νερά χωρίς τη χρήση των ειδικών κλειδιών που έχει η εταιρεία, το γεγονός δε αυτό , θεωρείται, εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Διακήρυξης του έργου ότι το γνώριζε η ενάγουσα.

Κατά συνέπεια, το αίτημα της ενάγουσας για την καταβολή της διαφοράς τιμής του κόστους των πιο πάνω υλικών είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι, όσον αφορά τα υλικά από ελατό χυτοσίδηρο, αυτά προβλεπόταν από τη σύμβαση (σιδηρά ή πλαστικά) και δεν αποτελούν νέα υλικά, όσο αφορά τα ορειχάλκινα ρακόρ διότι τοποθετήθηκαν χωρίς την έγγραφη εντολή της Διευθύνουσας το Έργο, οι δε ορειχάλκινοι σφαιρικοί κρουνοί με τετράγωνο χειριστήριο, αποτελούσαν το υλικό που πάγια τοποθετούνταν στα αντίστοιχα έργα της ΕΥΑΘ και τέλος οι προβλεπόμενες εργασίες για την κατασκευή της ιδιωτικής διακλάδωσης δεν αφορούν την κατασκευή αυτής μέχρι το κιβώτιο δικλείδας αλλά μέχρι το σημείο υδροληψίας και το καθοριζόμενο κάθε φορά σημείο υδροδοτήσεως και συνεπώς πληρώνονται βάσει των άρθρων AT 42 και AT 43 και όχι βάσει του άρθρου AT 53, ενώ οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι παρίσταται ανάγκη ερμηνείας των σχετικών άρθρων απορρίπτονται ως αβάσιμοι, αφού τούτο είναι απολύτως σαφές και η ενάγουσα γνώριζε το περιεχόμενο του τιμολογίου μελέτης και βάσει αυτού διαμόρφωσε την προσφορά της.

Άλλωστε τόσο οι αυτοτελείς τιμές που αναφέρονται στο συμβατικό τιμολόγιο (τιμολόγιο εφαρμογής), όσο και οι τιμές που αναφερόντα, στα άρθρα AT 42 και AT 43 του τιμολογίου της μελέτης- όπως -επίσης- και η τεχνική περιγραφή του έργου ήταν εξαρχής γνωστά στην ενάγουσα, η οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, πριν υποβάλει την προσφορά της, τα δεδομένα που προέκυπταν από τα συμβατικά τεύχη, με συνέπεια να μην έχει αιφνιδιαστεί από έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα.

Άλλωστε δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα οποιαδήποτε εκ μέρους της εναγομένης αντισυμβατική συμπεριφορά, αντικείμενη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και σε σχέση με τον όλο προϋπολογισμό του έργου, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη σύμβαση ύψους (552.998,76 ευρώ), το ανωτέρω ποσό των 64.889,15€ (δηλ. 38.394,09€ + 226.495,08€) δεν κρίνεται ικανό να ανατρέψει την ισορροπία παροχής και αντιπαροχής, ώστε να ανακύπτει ανάγκη, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, ρυθμιστικής επέμβασης του δικαστηρίου στη συμβατική σχέση, προκειμένου να διασφαλισθεί, κατά παρέκκλιση από τα συμβατικώς ορισθέντα, η ισορροπία αυτή, δοθέντος, μάλιστα, ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω η απαραίτητη προς τούτο προϋπόθεση της συνδρομής απρόβλεπτων και όλως εξαιρετικών συνθηκών, τις οποίες η ενάγουσα δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίες, έστω κι αν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα, καθιστούν γι αυτήν την παροχή υπερμέτρως επαχθή σε τέτοιο βαθμό ώστε να υπερβαίνει τον κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη δυνάμενο να αναληφθεί από αυτήν κίνδυνο.

Κρίνει λοιπόν το Δικαστήριο..... και ανεξαρτήτως του ότι η βασιμότητα των προαναφερόμενων ισχυρισμών της ενάγουσας δεν αποδεικνύεται -ότι η εναγομένη νομίμως αρνήθηκε την ικανοποίηση του αιτήματος της ενάγουσας για προσαύξηση της τιμής των παραπάνω εργασιών, δεδομένου ότι η ανάδοχος αποδέχθηκε τις συμβατικές τιμές, προσάρμοσε την προσφορά της στη διακήρυξη και στις τεχνικές απαιτήσεις του έργου και -τελικώς- υπέγραψε τη σύμβαση, προσφέροντας έκπτωση 43,32%. Εξάλλου, η προς όφελος του αναδόχου και μετά την υπογραφή της σύμβασης μεταβολή των συμβατικών τιμών, που προέκυψαν βάσει των τευχών δημοπράτησης και με διαγωνιστική διαδικασία, θα οδηγούσε σε αλλοίωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού σε βάρος των λοιπών συμμετασχόντων σ' αυτόν. Επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ώστε να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του κυρίου του έργου από τις διαπραγματεύσεις, ούτε συντρέχει περίπτωση ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής, ώστε να καθίσταται αναγκαία η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου στη συμβατική σχέση.

Συνεπώς η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Ήδη, με τους πρώτο, κατά το οικείο σκέλος του, δεύτερο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλειες ευθείας παραβίασης των επικαλούμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και συγκεκριμένα: 1)Του άρθρου 30 παρ. 2 και 3 του ΚΑΕΕ της αναιρεσίβλητης, με εσφαλμένη εφαρμογή, ως προς τη μη αναγνώριση της υποχρέωσης μεταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος, υποστηρίζοντας κατ'εκτίμηση, ότι παρά τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη παραδοχές, που θα δικαιολογούσαν πλήρως τη βασιμότητα των ένδικων αξιώσεών της, κατά τη διαδικασία της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου, το Εφετείο θεώρησε εσφαλμένα ότι δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 30 παρ.2 και 3 Κ.Α.Ε.Ε.

περί αποζημίωσης του αναδόχου, δηλαδή ότι αυτή προέβη στην εκτέλεση πρόσθετων (νέων) εργασιών κατόπιν έγγραφης εντολής της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αξίωση καταβολής των επιπλέον ποσών ως εργολαβικό αντάλλαγμα, δεχόμενο ότι η έγγραφη εντολή χρήσης των ανωτέρω υλικών, (που - όπως εκτέθηκε και θεμελιώθηκε πλήρως με τους αγωγικούς της ισχυρισμούς αλλά και με τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα- ήταν ποιοτικά διάφορα και εξόχως ακριβότερα των συμφωνηθέντων) δεν αποτελούσε έγγραφη διαταγή της παρ. 3 του άρ.30 ΚΑΕΕ για τη διενέργεια νέων αναγκαίων για την αρτιότερη τεχνική εκτέλεση της σύμβασης εργασιών και δεν συνεπαγόταν την υποχρέωση μεταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος, αλλά συνιστούσε απλώς άσκηση του δικαιώματος επιλογής της αναιρεσίβλητης, βρισκόμενη απολύτως εντός των προβλέψεων της σύμβασης και καταλήγοντας στο άτοπο συμπέρασμα της ταύτισης των δύο υλικών σιδήρου και χυτοσιδήρου, έκρινε ότι τα ένδικα υλικά ορθώς αποζημιώθηκαν με βάση τις τιμές του τιμολογίου των τευχών της σύμβασης και ότι δεν δικαιούται να αξιώσει το εργολαβικό αντάλλαγμα για τις εργασίες αυτές, απορριπτομένων των αντίστοιχων κονδυλίων της αγωγής, ενώ, παρά την αντίθετη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης υπήρχε έγγραφη προς την τοποθέτηση των επίδικων υλικών εντολή και συγχρόνως παντελής απουσία σαφούς περιγραφής των εν λόγων υλικών στα τεύχη της σύμβασης, που πληρούσαν αναμφίβολα τις προϋποθέσεις της υπαγωγής τους στην νομική έννοια της νέας εργασίας και έπρεπε να αποζημιωθούν χωριστά (κυρίως λόγω του κόστους των συγκεκριμένων υλικών) και να συνταχθεί προς τούτο νέος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών και Πρωτόκολλο Καθορισμού Τιμών Μονάδας Νέων Εργασιών, ενόψει του ότι στην αγωγή της θεμελιώθηκε πλήρως και η έτερη προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση της αναγκαίας πρόσθετης εργασίας της τοποθέτησης των νέων υλικών, δηλαδή η αδυναμία πρόβλεψής τους κατά το χρόνο σύναψης της Σύμβασης και ο ιδιαίτερα πιεστικός χαρακτήρας της εργασίας, λόγω της αναγωγής της στην δημόσια υγεία που θα επέτρεπε άλλωστε την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου σε συνδυασμό με τις ειδικότερες προβλέψεις του άρ. 57 ν. 3669/2008. 2)Του άρθρου 57 ν.3669/2008 με εσφαλμένη εφαρμογή και συναφών άρθρων του ΚΑΕΕ της αναιρεσίβλητης, επειδή, κατ'εκτίμηση ων ισχυρισμών της, το Εφετείο υπήγαγε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά στον ουσιαστικό κανόνα του άρ. 57 ν. 3669/2008, (όπως συμπληρώνεται από το άρ. 44 ICA.EE της αναιρεσίβλητης) δεχόμενο ότι δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, με συνέπεια την απόρριψη των αξιώσεών της για αποζημίωση των αιτούμενων κονδυλίων και παρά το γεγονός ότι στην αγωγή της εκτέθηκαν με σαφήνεια, χωρίς να αμφισβητηθούν κατά την προβολή τους στο δικάσαν δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά, που πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθ. 57 ν. 3669/2008, χαρακτηρίστηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας μη νέες αναγκαίες και μη δυνάμενες να προβλεφθούν κατά την σύναψη της σύμβασης εργασίας, οδηγώντας στη μη εφαρμογή του στην υπό κρίση περίπτωση, μολονότι στοιχειοθετούν πλήρως τον ισχυρισμό της περί κατάφασης της προϋπόθεσης εκτέλεσης νέων εργασιών, μη προβλεπόμενων στη σύμβαση αλλά απολύτως απαραίτητων για την αρτιότητα και λειτουργικότητα του έργου, υπό την έννοια της χρησιμοποίησης υλικών διάφορων των προβλεπόμενων στα τιμολόγια, κατ' εντολή της αναθέτουσας αρχής, πλην όμως, παρά τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέφυγε σε αόριστες αναφορές σχετικά α)με το υποτιθέμενο τεκμήριο γνώσης της για τις συμβατικές τιμές, β)με τους λόγους για τους οποίους η υπηρεσία ζήτησε την τοποθέτηση των συγκεκριμένων υλικών, γ)με τη δήθεν έλλειψη έγγραφης εντολής για την τοποθέτηση κάποιων υλικών, δ)με την ύπαρξη πάγιας τακτικής της αναθέτουσας για χρήση συγκεκριμένων υλικών, δυνάμει των οποίων θεώρησε ότι δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής του επικαλούμενου ως άνω άρθρου, ενώ τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση όχι μόνο δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την κρίση για τη μη εφαρμογή των προβλέψεων του νόμου αλλά τα όσα δέχεται εν προκειμένω το Εφετείο, (πλην της ανάγκης ύπαρξης έγγραφης εντολής), δεν τίθενται καν από τον νομοθέτη ως προϋποθέσεις στις οικείες διατάξεις. 3)Του άρθρου 288 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ως προς την αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, υποστηρίζοντας, κατ'εκτίμηση των ισχυρισμών της, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) επωμίσθηκε μια δαπάνη ύψους 66.163,51 ευρώ, η οποία αποτελεί περίπου το 15% της συμφωνηθείσας με την Σύμβαση αμοιβής της, ποσό δυσβάστακτο για μια επιχείρηση μεσαίου μεγέθους, όπως η ίδια και ξεπερνά μακράν τον αναμενόμενο επιχειρηματικό κίνδυνο, που θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι αναλαμβάνεται με την κατασκευή ενός έργου, διότι της δημιούργησε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, αφού συμβατική της υποχρέωση ήταν να χρησιμοποιήσει για την κατασκευή του Έργου συγκεκριμένα, ειδικά προβλεφθέντα, υλικά, δηλαδή πλαστικούς συνδέσμους υδροληψίας, ορειχάλκινους σφαιρικούς κρουνούς απλούς, πλαστικά ρακόρ και πλαστικά κιβώτια δικλείδας, με αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να αποδεχτεί τη• χρήση και τοποθέτηση των ανωτέρω υλικών, τα οποία είχε εξαρχής ζητήσει και συμφωνήσει με το Τιμολόγιο Μελέτης, τη Σύμβαση και τα λοιπά τεύχη, ενώ κατά την υπογραφή της Σύμβασης δεν ήταν σε θέση να προβλέψει ότι η αναιρεσίβλητη θα ζητούσε υλικά διαφορετικά από αυτά που είχαν συμφωνηθεί, επικαλούμενη ανύπαρκτες "τακτικές", προβλήματα και αστοχίες από τη χρησιμοποίηση των πλαστικών υλικών, και πολύ περισσότερο ότι θα αρνούνταν να την αποζημιώσει για αυτά, επιπλέον δε είχε την υποχρέωση, βάσει του Κ.Α.Ε.Ε.

και της Ε.Σ.Υ. να εκτελέσει άμεσα τις εντολές της, τελώντας συγχρόνως σε καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη θα την αποζημίωνε για την τεράστια διαφορά κόστους, καθόσον η εκτέλεση των εντολών αυτών οδήγησε στη σε βάρος της απρόβλεπτη σημαντική επιβάρυνση, την οποία η ίδια (αναιρεσείουσα) δεν είχε υπόψη της για τη διαμόρφωση της προσφοράς της, με συνέπεια, ενόψει των δυσβάστακτων οικονομικών συνεπειών που υπέστη από την αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, που αντίκειται σε κάθε έννοια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να συνετρέχουν οι όροι του άρθρου 288 του ΑΚ και όλως εσφαλμένα το δικάσαν Εφετείο δεν εφάρμοσε αυτό και δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στο πεδίο εφαρμογής του, δεχθέν, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε εκ μέρους της εναγόμενης αντισυμβατική συμπεριφορά, αντικείμενη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ώστε να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του κυρίου του έργου από τις διαπραγματεύσεις, ούτε συντρέχει περίπτωση ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής, ώστε να καθίσταται αναγκαία η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου στη συμβατική σχέση", παρά το γεγονός ότι η υποχρέωση αποζημίωσης των επιπλέον εργασιών από πλευράς της καθ' ης, εδράζεται επιπρόσθετα και στις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ.

οι οποίες καθιερώνουν την υποχρέωση τήρησης των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, βασική δε συνισταμένη αυτής είναι η ειδικότερη υποχρέωση διαφωτίσεως, η οποία έχει ως αντικείμενο την παροχή στον αντισυμβαλλόμενο πληροφοριών και διευκρινίσεων εν σχέσει με το περιεχόμενο της σύμβασης και μάλιστα τέτοιων, που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στην απόφαση του άλλου, καθώς το προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι ακριβώς η ελευθερία της δικαιοπρακτικής βούλησης.

Ενόψει όμως των διαλαμβανόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικών παραδοχών του, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που επικαλείται η αναιρεσείουσα, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα δικαιολογούν την απορριπτική των ένδικων αξιώσεων της τελευταίας κρίσης του για την καταβολή της διαφοράς τιμής του κόστους των πιο πάνω υλικών και εργασιών, που χρησιμοποίησε στο επίδικο έργο.

Τούτο δε διότι σύμφωνα με τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τα αναφερόμενα στους εξεταζόμενους λόγους αναίρεσης και στην ένδικη αγωγή υλικά με τις αντίστοιχες δαπάνες τους, δεν αφορούσαν ούτε αποτελούσαν νέες πρόσθετες (συμπληρωματικές) εργασίες, οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες, κατά την εκτέλεση του έργου, εξαιτίας απρόβλεπτων περιστάσεων, υπό την εκτιθέμενη στη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοιας, αλλά περιλαμβάνονται στο συμβατικό αντικείμενο του επίδικου έργου, όπως είχε διαμορφωθεί στην αρχική σύμβαση ανάθεσής του, με τα σχετικά τεύχη, τιμολόγια μελέτης και σχέδια που τη συνοδεύουν σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της διακήρυξης και των λοιπών τευχών δημοπράτησης, η δε αναιρεσίβλητη με το υπ'αριθμ…./… …/…-6-2012 έγγραφό της, δεν διέλαβε έγγραφη εντολή διενέργειας υπερσυμβατικών εργασιών, κατά την έννοια του άρθρου 57 του ν. 3669/2008 και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 44 του ΚΑΕΕ αυτής, αλλά γνωστοποίησε εγγράφως στην αναιρεσείουσα τις υποδείξεις και επιλογές της σχετικά με τη χρήση συμβατικών υλικών, που πληρούν τις προδιαγραφές για πόσιμο νερό και ανταποκρίνονται στις συνθήκες εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου, τις οποίες γνώριζε η αναιρεσείουσα, μαζί με τα υπόλοιπα τεχνικά στοιχεία του επίδικου έργου και βάσει τούτων διαμόρφωσε την προσφορά της γι'αυτό, ενώ, όπως επίσης ανελέγκτως δέχτηκε το Εφετείο, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ώστε να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του κυρίου του έργου από τις διαπραγματεύσεις, ούτε συντρέχει περίπτωση ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής, ώστε να καθίσταται αναγκαία η ρυθμιστική επέμβαση του δικαστηρίου στη συμβατική σχέση, καθόσον δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα η απαραίτηση προς τούτο προϋπόθεση της ύπαρξης απρόβλεπτων και όλως εξαιρετικών συνθηκών, οι οποίες καθιστούν την παροχή της υπερμέτρως επαχθή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπερβαίνει τον κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη δυνάμενο να αναληφθεί από αυτή κίνδυνο, δεδομένου ότι αποδέχθηκε τις συμβατικές τιμές, προσάρμοσε την προσφορά της στη διακήρυξη με τις τεχνικές απαιτήσεις του έργου και τελικώς υπέγραψε τη σύμβαση, προσφέροντας έκπτωση 43,32%, με συνέπεια η προς όφελος της ίδιας (αναιρεσείουσας) μετά την υπογραφή της σύμβαση, μεταβολή των συμβατικών τιμών, που προέκυψαν βάσει των τευχών δημοπράτησης και με διαγωνιστική διαδικασία, να επάγεται την αλλοίωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού σε βάρος των λοιπών συμμετασχόντων σε αυτόν.

Συνακόλουθα τούτων το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ούτε τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 30 του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (ΚΑΕΕ) της αναιρεσίβλητης στις οποίες ορίζονται τα εξής: "2. Η επί τη βάσει των συμβατικών τευχών χορήγηση οποιωνδήποτε εντολών και οδηγιών της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, δεν απαλλάσσει τον ανάδοχο από τη συνολική ευθύνη που υπέχει έναντι του Εργοδότη.

Οι έγγραφες εντολές και οδηγίες της Διευθύνουσας Υπηρεσίας ουδόλως συνεπάγονται την υπόχρεωση μεταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος, εφόσον δεν συντρέχουν επιπροσθέτως και απαραιτήτως όλες οι προς τούτο προϋποθέσεις, διότι τεκμαίρεται πως ο ανάδοχος έχει λάβει πλήρη γνώση απάντων των τεχνικών δεδομένων της σύμβασης, η δε υπογραφή αυτής έχει επίσης κατεξοχήν την έννοια της ανεπιφύλακτης αποδοχής των τονικών λύσεων και μεθόδων που αυτή υιοθετεί.

Εάν ο ανάδοχος διαφωνεί με συγκεκριμένη εντολή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, τότε οφείλει να εκδηλώσει τη διαφωνία του εγγράφως και αμελλητί, είναι όμως υποχρεωμένος να εφαρμόσει την εντολή.

3. Οι έγγραφες εντολές που δίνονται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία για τη συμπλήρωση ή τροποποίηση των στοιχείων της μελέτης, καθώς και η εκτέλεση των τυχόν απαιτούμενων εργασιών, είναι υποχρεωτικές για τον ανάδοχο. Ο ανάδοχος δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα που έγιναν χωρίς έγγραφη διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο.....".

Επομένως, οι εξεταζόμενοι ως άνω λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στους ίδιους λόγους αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να γίνουν δεκτά τα ως άνω αγωγικά αιτήματά της, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με τη παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων τμημάτων του κειμένου του και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σε τούτο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει (ΑΠ 333/2009). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 1133/2017).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (αρθρ. 566 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 333/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησής της η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 552 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι ανέγνωσε εσφαλμένα, παραμορφώνοντας εντελώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το με αριθμ. πρωτ. …/…/…-6-2012 έγγραφο της διευθύνουσας αρχής του Έργου, καθώς και το με αριθμό πρωτοκόλλου …/…/…-8-2012 έγγραφο του Διευθυντή Ύδρευσης της Διεύθυνσης Ύδρευσης της ΕΥΑΘ Α.Ε.., με το αναφερόμενο περιεχόμενο, από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι υπήρχαν ρητές έγγραφές εντολές της αναθέτουσας αρχής για την τοποθέτηση των συγκεκριμένων υλικών και τη διενέργεια των απαραίτητων για την διεκπεραίωση των ανωτέρω εντολών εργασιών, πλήν όμως, παρόλα αυτά, το δικάσαν Εφετείο παραμόρφωσε το επικαλούμενο και απολύτως σαφές περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και δέχτηκε ότι δεν υπήρξε τέτοια έγγραφη εντολή για την τοποθέτηση των επίδικων υλικών, αν και αντιθέτως στην ένδικη αγωγή της απέδειξε ότι με το ανωτέρω έγγραφό της δόθηκαν έγγραφες εντολές για την τοποθέτηση νέων υλικών, στις οποίες ερείδεται η αγωγική αξίωσή της προς αποζημίωση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον α)ως προς την ανάγνωση του επίμαχου πρώτου εγγράφου (αριθμ.πρωτ. …/…/….-6-2012), που ρητώς μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της και όσων υποστηρίζει η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση της αποδιδόμενης σε αυτή πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, δεχόμενο ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, αλλά αφού το διέγνωσε σωστά, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου αυτού, κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση ή αξιολόγηση του περιεχομένου του, όπως ακριβώς το ανέγνωσε και ερμήνευσε, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων και επομένως, δεν συνιστά διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, ώστε να στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ενώ β)ως προς το δεύτερο υπ'αριθμ…./…./…-8-2012 έγγραφο του Διευθυντή Ύδρευσης της αναιρεσίβλητης, από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι, για να καταλήξει το Εφετείο στην προαναφερόμενη διαφορετική από τις απόψεις της αναιρεσείουσας αποδεικτική κρίση του, συνεκτίμησε το παραπάνω έγγραφο με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στο έγγραφο αυτό, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα και υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, οι θεσπιζόμενοι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και γενικώς των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις των δηλώσεων, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, υφίσταται κενό ή αμφιβολία γα την έννοια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας, λόγω αοριστίας ή ατελούς διατυπώσεως της δικαιοπρακτικής δήλωσης βούλησης (ΑΠ 1039/2015).

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες. Έτσι, οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν δεν γίνεται σ' αυτήν αναφορά στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτησάντων ούτε διευκρινίζεται, έστω εμμέσως, αν υπάρχει ή όχι ασάφεια ή κενό στην δικαιοπραξία και παρά ταύτα το δικαστήριο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων.

Αντιθέτως, οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης ή μη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1062/2004, ΑΠ 369/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι περιέχει εσφαλμένες και ελλιπείς αιτιολογίες α)ως προς τη σαφήνεια των άρθρων 42 και 43 του τιμολογίου μελέτης και την ανάγκη ερμηνείας τούτων, β)ως προς την έννοια του σιδηρού υλικού, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτόν.

Από τις προπαρατεθείσες όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την παράλειψη προσφυγής τους σ'αυτές, καθόσον, για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς το περιεχόμενο των επίμαχων άρθρων 42 και 43 του τιμολογίου μελέτης, δεν διαπίστωσε ούτε ευθέως, ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού, αμφιβολίας ή ασάφειας σε αυτά.

Αντιθέτως δέχτηκε ότι, είναι σαφές το περιεχόμενό τους, εκφρασθέντος ρητά περί τούτου με τις φράσεις, για μεν το άρθρο 42, ότι: "......η διατύπωση του άρθρου ΑΤ 42 παρ. 3 των γενικών όρων του τιμολογίου της μελέτης, το οποίο αναφέρεται στις τεχνικές προδιαγραφές των διακλαδώσεων και συγκεκριμένα ότι "όλα τα απαραίτητα σιδηρά ή πλαστικά ειδικά τεμάχια και εξαρτήματα (ρακόρ, γωνίες, εξοκόχλια κλπ) για την πλήρη μόρφωση της διακλάδωσης, τα οποία θα πληρούν προδιαγραφές για πόσιμο νερό", δεν καταλείπει κανένα περιθώριο ασάφειας, παρερμηνείας ή αοριστίας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα, και περιλαμβάνει -εκτός των άλλων- τεμάχια από ελατό χυτοσίδηρο" για δε το άρθρο 43 παρ.1 και 4 του τιμολογίου μελέτης, ότι: ".....με σαφήνεια προκύπτει ότι στην τιμή αποζημίωσης του άρθρου 42, δηλ.

στο ποσό των 98,90 ευρώ για κάθε διακλάδωση μήκους μέχρι 1,00 μέτρο ή λιγότερο και με ποσό 30,20 ευρώ για πέραν του βασικού μήκους του 1,00 μέτρου, που αφορά την κατασκευή νέας διακλάδωσης Φ25 χιλ, που εκτελείται για την υδροδότηση ακινήτων από αγωγό υδρεύσεως, είτε για την αντικατάσταση της υπάρχουσας από τον παλιό αγωγό υδρεύσεως (κατά την αντικατάσταση αγωγού) είτε για νέα υδροληψία-προσωρινή παροχή, περιλαμβάνονται η δαπάνη καθώς και 4.

όλες οι αναγκαίες υδραυλικές εργασίες, ήτοι α) τμήσεις σωλήνων και δημιουργία κοχλιώσεων για την τοποθέτηση των παρεμβάσεων εξαρτημάτων, β) πλήρη μόρφωση διακλαδώσεως και σύνδεση αυτού, τόσο μετα του σημείου υδροληψίας όσο και μετά του καθοριζομένου κάθε φορά σημείου υδροδοτήσεως, συμπεριλαμβανομένης και της εκτέλεσης των απαιτούμενων τομών επάνω στον παλαιό σωλήνα διακλάδωσης για την σύνδεση του με το νέο....", και επομένως δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.

Παράλληλα, υπό τις προαναφερόμενες πραγματικές παραδοχές στο σύνολό τους, το Εφετείο δεν στέρησε την αναρεσιβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, (την οποία άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα εξειδικεύει με την επίκληση της παραβιασθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου ενάριθμα), εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτή, αναφορικά με τη χρήση των συμφωνηθέντων υλικών, καθώς και την έννοια των σιδηρών υλικών, τα οποία θα πληρούν προδιαγραφές για πόσιμο νερό και την ταύτιση των τελευταίων με υλικά από χυτοσίδηρο, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, το από τις αποδείξεις σχετικό περί τούτων πόρισμά του, στο οποίο κατέληξε, με τα πραγματικά γεγονότα, που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηρίζουν επαρκώς, μαζί με τις υπόλοιπες παραδοχές του Εφετείου, που προαναφέρθηκαν, το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ή να περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται, αλλά αντίθετα η τελευταία, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ οι επικαλούμενες στον ίδιο λόγο ελλείψεις και αντιφάσεις, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 Κ.ΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.75/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16/5/2016 αίτηση της εταιρείας "Παντεχική Έργων Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" για αναίρεση της υπ'Αριθμ.1121/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ