Legislator Case Law & Legislation
495/2017 AI generated

495/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 495/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11571/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1880/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

495/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 23/10/2015 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την μερική αποδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, μόνο κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτιολογία και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 495 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 495/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γκεσούλη, που ανακάλεσε την από 14/10/2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11571/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1880/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/2/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 23/10/2015 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την μερική αποδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, μόνο κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτιολογία και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη στο φάκελο της δικογραφίας .../28.8.2015 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Βόλου Μ.-Δ. Π. προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, μετά της πράξεως προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, μετά της κλήσεως προς συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, εφ’ όσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011: "Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας.

Συνεπώς, η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, αφού έκρινε τυπικώς παραδεκτή την έφεση του ερήμην δικασθέντος στον πρώτο βαθμό εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία παραπονείτο ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έγινε δεκτή η εναντίον του αγωγή της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε στη συνέχεια την εκκαλουμένη απόφαση και ερεύνησε το ορισμένο και νόμω βάσιμο της αγωγής, δεν έσφαλε και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 532 ΑΚ, η οποία ορίζει, ότι "αν στην πώληση έχει τεθεί ο όρος ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα, ωσότου αποπληρωθεί το τίμημα, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι η μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ότι ο πωλητής, σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή, έχει δικαίωμα είτε να απαιτήσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ασκώντας τα δικαιώματά του από την κυριότητα" προκύπτουν τα εξής:

Στα πλαίσια της άνω διάταξης, σε περίπτωση ολικής ή μερικής υπερημερίας του αγοραστή, ως προς την καταβολή του τιμήματος, κατ’ αρχήν, ακόμη και επί υπερημερίας του ως προς μία μόνο δόση, ο πωλητής δικαιούται, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει το τίμημα, η αποπληρωμή του οποίου θα επιφέρει τη μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, είτε, αφού πρώτα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (με οικεία δήλωση, που αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα και δεν υποβάλλεται σε τύπο, επάγεται δε η συντέλεσή της την αναδρομική-ex tunc-λύση της πώλησης), να ασκήσει τα δικαιώματά του από την κυριότητα ή τη νομή των πωληθέντων.

Κατά την ορθότερη δε άποψη, η ανωτέρω διάταξη (άρθρου 532 ΑΚ), σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή, παρέχει στον πωλητή περισσότερες επιλεκτικές αξιώσεις, έτσι ώστε μόνη η εκπλήρωση της μιας να επιφέρει απόσβεση και των λοιπών. Άρα, η επιδίωξη του τιμήματος δεν αποκλείει τη μεταγενέστερη υπαναχώρηση, διότι το δικαίωμα υπαναχώρησης αποσβένεται μόνο με την είσπραξη του τιμήματος.

Αντίθετα, όμως, η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης αποκλείει τη μεταγενέστερη επιδίωξη του τιμήματος, διότι με μόνη τη δήλωση υπαναχώρησης επέρχεται η εξαρχής διάλυση της σύμβασης και γιαυτό δεν οφείλεται πλέον τίμημα. Στην ένδικη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με την ένδικη αγωγή της, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενό της, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα:

Ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης και συγκεκριμένα, οκτώ, που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων από 22-7-2009 έως 2-8-2009, πώλησε και παρέδωσε επί πιστώσει στον αναιρεσίβλητο εμπορεύματα και συγκεκριμένα εξοπλισμό για το εστιατόριο που επρόκειτο να λειτουργήσει ο τελευταίος, κάθε δε σύμβαση πώλησης περιλάμβανε ομάδα πραγμάτων αυτοτελών με ιδιαίτερο συμφωνημένο για καθένα τίμημα, όπως επακριβώς αναφέρεται, το οποίο συμποσούται και για τις οκτώ συμβάσεις σε 81.876,62 ευρώ.

Ότι, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, οι άνω συμβάσεις πώλησης έγιναν με τον όρο της παρακράτησης της κυριότητας των πωληθέντων εμπορευμάτων από την πωλήτρια αναιρεσείουσα μέχρι πλήρους εξόφλησης του προαναφερομένου τιμήματός τους, έναντι του οποίου, όμως, ο αγοραστής αναιρεσίβλητος κατέβαλε μόνο 22.000 ευρώ και από 31-12-2009 κατέστη υπερήμερος (για τους εκτιθέμενους νόμιμους λόγους), ως προς την καταβολή του υπολοίπου.

Ότι κατόπιν τούτου η αναιρεσείουσα του δήλωσε, κατά την άνω ημερομηνία προφορικά ότι υπαναχωρεί από τις μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις πώλησης και τον κάλεσε να της αποδώσει τη νομή και κατοχή των πωληθέντων εμπορευμάτων της, κάτι που ο αναιρεσίβλητος δεν έπραξε. Ότι στη συνέχεια αυτή επεδίωξε την λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του και πέτυχε την έκδοση απόφασης που την αναγνώρισε προσωρινώς νομέα των άνω πωληθέντων αντικειμένων και διέταξε την αφαίρεσή τους από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος αποδέχθηκε την εν λόγω απόφαση και της ζήτησε να μην την εκτελέσει, προκειμένου, αφού μάλιστα της κατέβαλε και 8000 ευρώ, να συνάψουν σύμβαση μίσθωσης πλέον των εμπορευμάτων της, που κατείχε.

Ότι τέτοια, όμως, σύμβασή, τελικώς, δεν κατήρτισαν και επί πλέον λόγω της δόλιας και παρελκυστικής τακτικής του αναιρεσιβλήτου δεν μπόρεσε να εκτελέσει την πιο πάνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων. Με βάση τα ανωτέρω και λόγω της δηλωθείσας από 31-12-2009 εξαιτίας της υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου υπαναχώρησής της από τις συμβάσεις πώλησης, ζήτησε, να αναγνωριστεί νομέας των εμπορευμάτων που είχε πωλήσει στον τελευταίο και να υποχρεωθεί αυτός να της αποδώσει τη νομή και κατοχή τους.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την κατά τα ανωτέρω εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έκρινε, ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, δεχόμενη ότι: "...η ενάγουσα επέλεξε ανεκκλήτως μεταξύ των....δικαιωμάτων που είχε κατ’ άρθρο 532 ΑΚ, να απαιτήσει...το οφειλόμενο υπόλοιπο τίμημα εκ της πωλήσεως των επιδίκων εμπορευμάτων, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, εισέπραξε το καταβαλλόμενο εκ μέρους του εναγομένου ποσό των 8.000 ευρώ έναντι του οφειλόμενου τιμήματος των επιδίκων συμβάσεων πωλήσεως και επιπροσθέτως συμφώνησε και την τμηματική εξόφληση του υπολοίπου και έτσι επήλθε συγκέντρωση στο δικαίωμα αυτό και απώλεια γιαυτήν του ετέρου δικαιώματος να υπαναχωρήσει από τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεως και να ασκήσει τα δικαιώματά της από την κυριότητα και άρα και από τη νομή, με δικονομική συνέπεια η δια του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής δηλωθείσα απ’ αυτήν και περιελθούσα στον εναγόμενο σχετική δήλωση υπαναχώρησης δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 532 ΑΚ, τις οποίες ως εκ τούτου ευθέως παραβίασε. Τούτο, διότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, η αναιρεσείουσα ρητώς και ευθέως ισχυρίστηκε ότι λόγω υπερημερίας του αντιδίκου της, του είχε ήδη από 31-12-2009 δηλώσει, προφορικώς, ότι υπαναχωρεί από τις συμβάσεις πώλησης, δήλωση που έκτοτε επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, ήτοι πολύ πριν αποδεχτεί το ποσό των 8.000 ευρώ που ο αναιρεσίβλητος της προσέφερε.

Σε κάθε περίπτωση, τα αναφερόμενα στην αγωγή, διηγηματικώς και πλεοναστικώς, περί μεταγενέστερης επανάληψης της δήλωσης υπαναχώρησης, περί έκδοσης της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, περί συζητήσεων για κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης, οπότε και της προσφέρθηκαν τα άνω 8.000 ευρώ, δεν αναιρούν τα έχοντα ήδη επέλθει αποτελέσματα της δήλωσης υπαναχώρησης της αναιρεσείουσας, ούτε και συνάγεται, κατά το περιεχόμενο της αγωγής, ότι απέβλεπαν στην ανατροπή τους.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 532 ΑΚ, είναι βάσιμος. Αντιθέτως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται, αορίστως, στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση και των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173, 200, 298, 341, 343, 383, 385, 513, 516, 904 και 914 ΑΚ, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η παραβίαση και των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων, είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, είναι απαράδεκτος, καθόσον η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια ιδρύεται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση εξέτασε κατ’ ουσία την υπόθεση και δεν έκρινε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απορριπτέα την αγωγή, ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Ωσαύτως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως, που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου παραβιάζει τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος. Τούτο, διότι αναφέρεται σε ισχυρισμό που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, στην οποία δεν υπεισήλθε η προσβαλλομένη.

Κατά δε το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι με την κρίση της περί μη νομιμότητας της αγωγής παραβίασε το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως προς την αρχή της αναλογικότητας, είναι, προεχόντως, αλυσιτελής, εφόσον ήδη κρίθηκε βάσιμος ο λόγος που πλήττει την επίμαχη κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, κατά τα προαναφερθέντα.

Πάσχει, όμως, από αοριστία η αγωγή με την οποία η αναιρεσείουσα ζητεί, να αναγνωρισθεί νομέας όλων των πωληθέντων αντικειμένων. Τούτο, διότι ενώ εκτίθεται σ’ αυτή, ότι με τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης πωλήθηκε ομάδα πολλών πραγμάτων, με ξεχωριστό τίμημα για καθένα και επίσης δεκτικό χωριστού εμπραγμάτου δικαιώματος και ότι από το συνολικό συμφωνηθέν τίμημα είχε ήδη καταβληθεί, πριν την δήλωση υπαναχώρησης, το ποσό των 22.000 ευρώ, με αποτέλεσμα για κάποια από τα πωληθέντα πράγματα να έχει πληρωθεί η αναβλητική αίρεση από τη παρακράτηση της κυριότητας και να έχουν ήδη περιέλθει στην κυριότητα του αγοραστή-αναιρεσίβλητου, πριν την επενέργεια της υπαναχώρησης, δεν εξειδικεύει η αναιρεσείουσα ποιων εμπορευμάτων της το τίμημα είχε εξοφληθεί με το άνω ποσό που ο αναιρεσίβλητος της είχε ήδη καταβάλει.

Έτσι, δεν καθίσταται δυνατόν να κριθεί επί ποιων εμπορευμάτων επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της η μεταγενέστερη δήλωση υπαναχώρησης της αναιρεσείουσας. Η απόρριψη της αγωγής, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως μη νόμιμης, αντί αόριστης, δημιουργεί για την αναιρεσείουσα δυσμενές δεδικασμένο, καθόσον το δεδικασμένο αυτό, που καταλαμβάνει την ουσία της διαφοράς (άρθρα 322, 324 ΚΠολΔ), αποκλείει πλέον την επανεξέτασή της, ενώ αντίθετα το δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης, περιορίζεται στο δικονομικό αυτό ζήτημα και η διαφορά μπορεί να εισαχθεί ξανά στο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση (ΑΠ 817/2013).

Κατά μερική, επομένως, παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 532 ΑΚ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, προκειμένου να αντικατασταθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, η αιτιολογία της απόρριψης της αγωγής, ως μη νόμιμης, με την αιτιολογία της απόρριψης αυτής, ως αόριστης και κατά τα λοιπά να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός δεν παραστάθηκε στην αναιρετική δίκη (και ο οποίος δεν θεωρείται ότι νικήθηκε, εφόσον η αναίρεση γίνεται μόνο προς αντικατάσταση της αιτιολογίας). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1880/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μόνο κατά την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτιολογία, ώστε η απόρριψη, ως μη νόμιμης, της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, να αποτελεί πλέον απόρριψη αυτής λόγω αοριστίας της.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαϊου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ