Legislator Case Law & Legislation
495/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against insurance contract termination, ruling evidence sufficiency was proven by the lower court.

Case Number 495/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two separate appeals filed by an individual and an insurance company against a First Instance Court judgment terminating an insurance contract. The appellant argued the lower court erred in finding the insurer knew the insured's license had expired, claiming this knowledge was obvious from age and held files. The court rejected these claims, stating the First Instance Court correctly relied on submitted documentary evidence and witness testimonies rather than assuming facts without proof.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 10 and 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court must reject an appeal when the lower court's decision is based on legally admissible evidence and does not require the assumption of facts that were obvious or could be easily ascertained from the case files.

Keywords

AI generated
insurance contract termination appellate review standards burden of proof documentary evidence abuse of right defense court costs allocation license expiration

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 4 item e of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1824/2012 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 495 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 495/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: Ρ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ντάβου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Λύτρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2010 αγωγή της ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσας και άλλων φυσικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 9-11-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσίβλητης - υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3032/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 27-12-2013 αίτησή της και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 23-4-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε α) την από 29-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της (από 27-12-2013) αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του που αφορά το κονδύλιο της ειδικής πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το ως άνω κεφάλαιό της και β) την από 15-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το σχετικό μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγου της από 23-4-2014 αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/ 2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης της αντιδίκου του και την καταδίκη της στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις: α) από 27-12-2013 της αναιρεσείουσας Ρ. Μ. του Σ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και β) από 23-4-2014 της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" κατά του αναιρεσίβλητου Γ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

ΙΙ. Επί της από 27-12-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ρ. Μ. του Σ..

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτου προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο χρηματικό ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διάταξης νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (Ολ.ΑΠ 6/2009).

Έτσι, ελέγχεται κατ' αναίρεση η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αν, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, λήφθηκαν υπόψη πραγματικά περιστατικά που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για το σχηματισμό της κρίσης αυτής ή αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά που είχαν τεθεί υπόψη του και τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της από 27-12-2013 αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 8.000 ευρώ, το οποίο υπολείπεται σημαντικά του εύλογου ποσού που θα αντιστοιχούσε στην πραγματική αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης από την επελθούσα σ' αυτή σωματική βλάβη κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 59, 932 σε συνδυασμό με 299 ΑΚ, σε σχέση με το εύλογο του ποσού που της επιδικάστηκε καθώς και την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος, διότι υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον καθορισμό του ποσού αυτού (άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ).

Επίσης με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το ίδιο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, αναφορικά με το ίδιο κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω παντελούς έλλειψης άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας, διότι ουδόλως αναφέρονται στο αιτιολογικό της, πλην γενικόλογης αναφοράς τους τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησής της.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται στο ύψος της επιδικασθείσας στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Εξάλλου, αναφορικά με τις λοιπές αποδιδόμενες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις από τον αριθμό 19 το άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με τη μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των προσδιοριστικών του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης κριτηρίων, τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για το ουσιώδες αυτό ζήτημα περιστατικά: "Όπως (ορθά) κρίθηκε πρωτοδίκως με την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τις συνθήκες προκλήσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των σχετικών με αυτό περιστατικών, τα οποία οδήγησαν στον τραυματισμό των παθόντων κυρίως εναγόντων, ήτοι της κυρίως ενάγουσας και του ανηλίκου ενάγοντος εγγονού της, για λογαριασμό του οποίου παρίστανται και τον εκπροσωπούν νομίμως οι λοιποί ενάγοντες γονείς του, ο - (αρχικά πρώτος κυρίως εναγόμενος, ως προς τον οποίον καταργήθηκε η μεταξύ αυτού και κυρίως εναγόντων δίκη, και) - παρεμπιπτόντως εναγόμενος Γ.

Α., οδηγός, ιδιοκτήτης και κάτοχος του ... ζημιογόνου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του, ασφαλισμένου στην κυρίως εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, είναι αποκλειστικά υπαίτιος για το επίδικο τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 18-8-2009 και περί ώρα 20.40' στη λεωφόρο Ποσειδώνος στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, όταν, οδηγώντας το παραπάνω όχημά του, επέπεσε πάνω στην πεζή πρώτη ενάγουσα, την οποία παρέσυρε στο οδόστρωμα, ενώ εκείνη επιχειρούσε κανονικά και νόμιμα, μαζί με τον ως άνω ανήλικο εγγονό της, να διασχίσει την υπάρχουσα εκεί ειδική διάβαση πεζών, και έτσι την τραυμάτισε, ενώ η ίδια "το μόνο που πρόφθασε να ενεργήσει, λόγω του αιφνιδιασμού της, ήταν να καταφέρει ώθηση στον ανήλικο εγγονό της, προκειμένου να αποφευχθεί πρόσκρουση του οχήματος με το σώμα αυτού και επακόλουθα τραυματισμός του".

Το ζήτημα, ωστόσο, των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθώς και του ελέγχου περί της, αποκλειστικής ή μη, υπαιτιότητος του ανωτέρω, δεν θα ερευνηθούν καθόλου από το Δικαστήριο τούτο, προεχόντως, λόγω της υφισταμένης δεσμεύσεώς του, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεώς (άρθρο 522 ΚΠολΔ), διότι δεν προβάλλεται από τους εκκαλούντες, δηλαδή ούτε από τους κυρίως ενάγοντες, - (ευλόγως, ως μη έχοντες έννομο προς τούτο συμφέρον) -, ούτε από την κυρίως εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα, λόγος εφέσεως σχετικά με το ζήτημα τούτο.

Η πρώτη ενάγουσα, αμέσως μετά το ατύχημα, διακομίστηκε με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β. στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ". Εκεί, μετά από ιατρικές εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί εξ αιτίας του ατυχήματος κάταγμα κλείδας ΔΕ υποκεφαλικό και κάταγμα διάφυσης ΔΕ βραχιονίου, το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά, με ενδομυελική ήλωση, καθώς και συμπιεστικό κάταγμα πρόσθιας κολώνας Θ10, συμπιεστικό κάταγμα Ο1 σπονδύλου, κάταγμα ηβικού κλάδου ΔΕ και κάταγμα έσω σφυρού ΔΕ.

Τα κατάγματα αυτά, πλην του βραχιονίου, αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά, ενώ για το κάταγμα βραχιονίου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με μεταλλική οστεοσύνδεση, στο δε δεξιό σφυρό τοποθετήθηκε πέδιλο με γύψο και της συστήθηκε ακινητοποίηση. Επίσης, η πρώτη ενάγουσα κατά την εισαγωγή της στο παραπάνω νοσοκομείο έφερε εκδορές και θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, ενώ εμφάνιζε άλγος ράχης και δεξιού άνω άκρου.

Η ανωτέρω ενάγουσα εξήλθε από το παραπάνω νοσοκομείο στις 27-8-2009, αλλά στη συνέχεια νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο "ΠΙΡΟΓΚΟΒ" στη Σόφια Βουλγαρίας, από 5-9-2009 μέχρι 8-9-2009, όπου εκεί διαπιστώθηκαν οίδημα στο σφυρό, με άλγος στο άγγιγμα ψηλάφησης, αδύνατες ενεργές κινήσεις του σφυρού (αστραγάλου), τοποθετήθηκε δε γύψινο στήριγμα στο δεξιό σφυρό της κνήμης και εξήλθε στις 8-9-2009 σε καλή κατάσταση ...".

Περαιτέρω, συνεχίζοντας το Εφετείο, δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα, ηλικίας 62 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, λόγω του προαναφερόμενου τραυματισμού της κατ' αυτό "υπέστη πράγματι ηθική βλάβη, και γι' αυτό δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση, το οποίο, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, κρίνεται ως εύλογο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων και αφού ληφθούν υπόψη, ιδίως, οι συνθήκες του ατυχήματος, το είδος τραυματισμού της, οι εξ αυτού αλγηδόνες, η έκταση και η διάρκεια αυτών, ο βαθμός πταίσματος (αποκλειστικής υπαιτιότητας) του ως άνω οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, αρχικά πρώτου εναγομένου, καθώς και το γεγονός της μη συνυπαιτιότητάς της, ως προς την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, που επέφερε τον ως άνω τραυματισμό της, η σχετική με αυτόν τον τραυματισμό αναπηρία της και η εξ αυτού του λόγου θλίψη της, καθώς και η κοινωνικοοικονομική κατάστασή της ...

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, επιδίκασε για την αιτία αυτή στην μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ ... έσφαλε και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως και ουσιαστικά βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι εφέσεως των κυρίως εναγόντων - εκκαλούντων και να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι εφέσεως της (κυρίως) εναγομένης - εκκαλούσας εταιρείας, που ζητεί για εκάτερον εξ αυτών την επιδίκαση μειωμένων ποσών, σε σχέση με τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα για καθέναν από αυτούς ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας ως προς το σχετικό λόγο της, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε επί της ασκηθείσας απ' αυτήν και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ανηλίκου εγγονού της Σ. Ρ., νομίμως εκπροσωπούμενου από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού γονείς του Ρ. Τ. Ρ. και Σ. Μ. Ρ., μεταξύ άλλων, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης με αυτή και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα για την προαναφερόμενη αιτία, το ποσό των 8.000 ευρώ.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, καθόρισε το ποσό αυτό, αφού στάθμισε όλες τις κρίσιμες κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ περιστάσεις που αφορούν την ένδικη περίπτωση, όπως αυτές δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα τις συνθήκες του ατυχήματος, το είδος του τραυματισμού της, τις εξ αυτού αλγηδόνες της, την έκταση και τη διάρκεια αυτών, το βαθμό του πταίσματος (αποκλειστικής υπαιτιότητας) του ως άνω οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, αρχικά πρώτου εναγομένου, καθώς και το γεγονός της μη συνυπαιτιότητάς της, ως προς την πρόκληση του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, που επέφερε τον ως άνω τραυματισμό της, τη σχετική με αυτόν τον τραυματισμό ταλαιπωρία της και την εξ αυτού του λόγου θλίψη της, σε συνάρτηση με την κοινωνικοοικονομική της κατάσταση.

Επομένως, και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης αυτής, με αυτήν προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.

αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 ΑΚ χρηματικής παροχής εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η περί τούτου κρίση αυτού δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, ενώ εξάλλου, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω σε σχέση με το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης, η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με το ύψος του ποσού που επιδικάστηκε δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 123/2010).

H αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, δηλ. στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ), και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής αποζημίωσης, ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 931 ΑΚ, όπως και στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τη χρηματική ικανοποίηση, ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική αποζημίωση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκαν.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της εύλογης χρηματικής αποζημίωσης. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής αυτής αποζημίωσης στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 931 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009, ΑΠ 123/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 27-12-2013 αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το κονδύλιο της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ που επιδικάστηκε στην αναιρεσείουσα, αφ' ενός μεν η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο επιδίκασε στην αναιρεσείουσα ως εύλογη "πρόσθετη αποζημίωση" του άρθρου 931 ΑΚ το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 59, 931 ΑΚ καθώς και την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος, καθόσον υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον καθορισμό του ποσού αυτού ως εύλογου, αφ' ετέρου δε η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας της, καθόσον δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της κρίσιμα πραγματικά περιστατικά τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, αλλά αντιθέτως αναφέρονται σ' αυτό άσχετα με τον προσδιορισμό της άνω χρηματικής παροχής περιστατικά, όπως η οικονομική κατάσταση της αναιρεσείουσας πριν από το ατύχημα, που δεν ήταν επιτρεπτό να εκτιμηθούν προς τούτο.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται στο ύψος της επιδικασθείσας στην ενάγουσα χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της επιδικασθείσας στην αναιρεσείουσα προβλεπόμενης από το άρθρο 931 ΑΚ χρηματικής παροχής, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Εξάλλου, αναφορικά με τις λοιπές αποδιδόμενες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στην ελλιπή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των προσδιοριστικών του ύψους της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ κριτηρίων, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, πέραν των όσων δέχτηκε σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ ζημιογόνου αυτοκινήτου και το είδος της σωματικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσείουσα - ενάγουσα κατά το ένδικο ατύχημα, δέχθηκε και τα ακόλουθα κρίσιμα για το ουσιώδες αυτό ζήτημα περιστατικά: "Αποδείχθηκε, όμως, ότι, εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού της σ' αυτό, η πρώτη ενάγουσα έχει υποστεί μόνιμη μερική αναπηρία και μερική ανικανότητα (εφ' όρου ζωής) για εργασία που επιδρά στο κοινωνικοοικονομικό της μέλλον και, συγκεκριμένα, για την εργασία της οικιακής βοηθού που εκτελούσε προ του ενδίκου ατυχήματος και παρά την ηλικία της (γεννημένη το έτος 1947), αλλά και το γεγονός ότι είχε ήδη προ του ατυχήματος συνταξιοδοτηθεί, λόγω γήρατος, τόσο από ασφαλιστικό φορέα στην Ελλάδα (I.Κ.A. - ETAM), όσο και στη Βουλγαρία (Ε.Υ.Κ.Α.

Βουλγαρίας, βλ. τα σχετικά έγγραφα), καθώς εξακολουθούσε να εργάζεται (ως οικιακή βοηθός) και, ως εκ τούτου, δικαιούται ειδική πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 του Α.Κ., ανερχομένη στο (εύλογο) ποσό των 2.000 ευρώ (λαμβανομένης υπόψη της ως άνω ηλικίας της - 62 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος - και της διπλής, λόγω γήρατος και χρόνου εργασίας, συνταξιοδοτήσεώς της), αφού η ενάγουσα αυτή κρίθηκε προσωρινά μεν ανίκανη για εργασία σε ποσοστά 42% μέχρι 1-3-2011 (βλ.

σχ. την υπ' αριθμ. 842/5-3-2010 απόφαση του αρμόδιου εμπειρογνώμονα της Ειδικής Ιατρικής Επιτροπής του Γενικού Νοσοκομείου στη Σόφια Βουλγαρίας), στη συνέχεια όμως μόνιμα ανίκανη - εφ' όρου ζωής με 52% βαθμό αναπηρίας (λόγω αδυναμίας υπερφορτώσεως άνω και κάτω άκρων, κυρίως όμως εξ αιτίας πρωτεύουσας διαγνώσεως αναφορικά με το δεξί χέρι της - κάταγμα στο επίπεδο της ωμικής ζώνης και μπράτσου, με περιορισμένη απαγωγή έως 90 μοίρες, (βλ.

σχ. το από 22-3-2011 έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου στη Σόφια Βουλγαρίας και την υπ' αριθμ. 858 απόφαση του αρμόδιου εμπειρογνώμονα της Ειδικής Ιατρικής Επιτροπής). Ως εκ τούτου, το πρωτόδικο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε ως εξ ολοκλήρου ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο - αίτημα (ποσού 40.000 ευρώ) για ειδική πρόσθετη αποζημίωση του άρθρου 931 του Α.Κ., έσφαλε και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως της εκκαλούσας - πρώτης ενάγουσας".

Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο προέβη στον προσδιορισμό της ειδικής χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ που δέχτηκε ότι δικαιούται η αναιρεσείουσα -ενάγουσα λόγω της μόνιμης αναπηρίας της και της δυσμενούς επίδρασής της στο μέλλον της στο ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο έκρινε ως εύλογο "λαμβανομένης υπόψη της ως άνω ηλικίας της - 62 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος - και της διπλής, λόγω γήρατος και χρόνου εργασίας, συνταξιοδοτήσεώς της".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ σε σχέση με το εύλογο του ποσού της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό χρηματικής παροχής που επιδικάστηκε στην αναιρεσείουσα, εφόσον, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, καθόρισε το ποσό αυτό, αφού στάθμισε όλες τις κρίσιμες κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ περιστάσεις που αφορούν την ένδικη περίπτωση, όπως αυτές δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα την ηλικία του παθούσας αναιρεσείουσας (62 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), το είδος της αναπηρίας που προκλήθηκε στην αναιρεσείουσα από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα (αδυναμία υπερφορτώσεως άνω και κάτω άκρων, κάταγμα στο επίπεδο της ωμικής ζώνης και μπράτσου στο δεξί της χέρι με περιορισμένη απαγωγή έως 90 μοίρες, συνεπεία των οποίων κρίθηκε μόνιμα ανίκανη - εφ' όρου ζωής με βαθμό αναπηρίας 52%), που, όπως έκρινε προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου καθώς και τις συνέπειες αυτής στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή της ως συνταξιούχου λόγω γήρατος, ήδη πριν από το ατύχημα, εργαζόμενης παρά την ηλικία της (62 ετών) και τη συνταξιοδότησή της, ως οικιακής βοηθού, όλα δε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 559 παρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα, όπως και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της από 27-12-2013 αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον πρόσθετο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, τον οποίο προέβαλε παραδεκτώς με τις από 26.04. 2012 προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τον οποίο παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, τόσο για το συμβολικό ποσό που της επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όσο και για την κατ' ουσίαν απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο του αγωγικού κονδυλίου αποζημίωσής της κατ' άρθρο 931 ΑΚ, με την αιτιολογία, αφ' ενός μεν ότι λάμβανε σύνταξη από κοινωνικό φορέα ασφάλισης της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας (της οποίας μάλιστα εσφαλμένα υπολογίζει το ποσό στα 148 € ενώ το ορθό είναι μόλις 74 €) και το ποσό των 25,21 ευρώ το μήνα από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αφ' ετέρου δε γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατέστη μόνιμα ανάπηρη με συνακόλουθη μόνιμη ανικανότητα για εργασία.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των από 26.04. 2012 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, που περιέχουν τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσής της, με αυτόν προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα και τότε εκκαλούσα - ενάγουσα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, προς ενίσχυση της βασιμότητας των υπό στοιχ.

Β και Γ λόγων της έφεσής της, με τους οποίους παραπονέθηκε κατά της εκκαλουμένης απόφασης για τη μερική μόνο παραδοχή, κατά το ποσό των 5.000 ευρώ, του αγωγικού κονδυλίου χρηματικής ικανοποίησής της λόγω ηθικής βλάβης, αντί της ολικής παραδοχής αυτού για όλο το αιτηθέν ποσό, καθόσον αφορά στον υπό στοιχ. Β' λόγο της έφεσής της και για την κατ' ουσίαν απόρριψη του αγωγικού κονδυλίου της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, καθόσον αφορά στον υπό στοιχ.

Γ' λόγο αυτής, και συνεπώς ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα πρόσθετος λόγος έφεσης, δεν αφορά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το Εφετείο ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. Πέραν τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τόσο ως προς το σχετικό κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά παραδοχή του σχετικού υπό στοιχ.

Β' λόγου της ως άνω έφεσης, επιδικάζοντας τελικά μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης, απ' αυτό που επιδικάστηκε με την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ως προς το σχετικό κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, κατά παραδοχή του σχετικού υπό στοιχ.

Γ' λόγου της ίδιας έφεσης, επιδικάζοντας τελικά για την αιτία αυτή στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα το ποσό των 2.000 ευρώ, και ως τούτου, εκ του πράγματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσης, έστω και αν δεν διαλαμβάνονται σχετικά ιδιαίτερες σκέψεις στην προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του, η οποία πάντως στο διατακτικό της, περιέχει διάταξη περί παραδοχής και του ως άνω πρόσθετου λόγου έφεσης και συνεπώς και εκ του λόγου τούτου, ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Επί της από 23-4-2014 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ".

Με το Π.Δ/μα, 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν.489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφάλισης των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε" ορίζονται: Στο άρθρο 2 "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλεια την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".

Στο άρθρο 10 αυτού "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή". Στο άρθρο 11 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ/τος "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου, του ασφαλισμένου και του οδηγού".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ως άνω κ.ν. 489/76 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" "Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως".

Κατά δε το άρθρο 6Β παρ. 1 εδ. α' κ.ν. 489/76 , όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 ΦΕΚ Α' 100/14.5.2007 "Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημιές που προκαλούνται: α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί". Η τελευταία αυτή διάταξη επαναλαμβάνει τη γνωστή απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή του άρθρου 25 περ. 6 της προϊσχύσασας Κ4/885/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/6-4-1997), σύμφωνα με την οποία αποκλείεται από την ασφάλιση ζημία όταν προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί, άδεια οδηγήσεως, η οποία ήταν μεν ανίσχυρη ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 489/1976, πλην, όμως μπορούσε να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής δεν απαλλασσόταν μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, είχε όμως δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλισμένο ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 95 § 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), που ίσχυε κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Κατά δε την §5 του ως άνω άρθρου του ΚΟΚ, η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει:

α) αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β) αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της, και γ) αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η περίπτωση του άρθρου 6Β παρ. 1 εδ. α' κ.ν. 489/76 , όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 ΦΕΚ Α 100/14.5. 2007, όπως άλλωστε και η περίπτωση 6 του άρθρ. 25 της προϊσχύσασας Κ4/585/1978 ΑΥΕ, συντρέχει και όταν κατά το χρόνο του ατυχήματος έχει λήξει η άδεια του οδηγού και δεν έχει χωρήσει ανανέωσή της κατά το άρθ. 95 Ν. 2094/1992 (ΚΟΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ σε Τακτική Ολομέλεια 19|1998, ΑΠ 158/2012 και ΑΠ 559/1995).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013, 24/1992).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή αν ελλείπουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης, που δεν εφαρμόστηκε καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995, ΑΠ 105/2012).

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 23-4-2014 αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα κατά της ασκηθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας ένσταση του αναιρεσίβλητου περί καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή αυτή ασκούμενου δικαιώματος αναγωγής και κατόπιν της παραδοχής αυτής απέρριψε το συναφή λόγο της έφεσής της, υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ.

σε συνδ. με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, παρ. 2, εδ. 3, 6 παρ. 1, 6Β παρ. 1 εδ. α', 11 παρ. 1 κ.ν. 489/1976. όπως ισχύουν μετά τη δημοσίευση του Ν. 3557/07 (14/5/2007) και 95 παρ. 1 ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με το κεφάλαιό της που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά του αναιρεσίβλητου (συνεναγομένου της στην κύρια αγωγή) και την προβληθείσα κατ' αυτής ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, ιδιοκτήτης και κάτοχος του ...

ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, είχε καταρτίσει με την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία την υπ' αριθμ. ... σύμβαση ασφαλίσεως για την κάλυψη τροχαίων ατυχημάτων που είχε ανανεώσει για το από 18-6-2009 έως 18-12-2009 διάστημα, για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές ύψους μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, αντιστοίχως.

Μεταξύ των όρων που περιλαμβάνονται στην ασφαλιστική σύμβαση, - η οποία διέπεται από τις διατάξεις της AYE Κ4/585/1978 - είναι και του άρθρου 25 αριθ. 6, κατά το οποίο αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος δεν έχει την απαιτούμενη άδεια οδηγήσεως που προβλέπεται από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

Στο ασφαλιστήριο δε συμβόλαιο γίνεται ειδική μνεία του όρου εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, αφού αναγράφεται ρητώς ότι "από την ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης του παρόντος ασφαλιστηρίου εξαιρούνται οι περιπτώσεις ζημιών που αναφέρονται στο άρθρο 6β του Νόμου 3557, όπως αυτός ισχύει". Ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος δεν υπέγραψε μεν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αποδέχθηκε όμως τους ανωτέρω όρους, αφού παρέλαβε το ασφαλιστήριο και το ειδικό σήμα, κατέβαλε το συμφωνηθέν ασφάλιστρο και επικαλέστηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα.

Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η υπ' αριθμ. ... άδεια ικανότητα οδηγήσεως, που κατείχε και είχε εκδοθεί στις 19-7-1993 από την αρμόδια Υπηρεσία, είχε ισχύ μέχρι 7-7-2008, οπότε, κατά το ένδικο ατύχημα που συνέβη στις 18-8-2009 είχε ήδη λήξει (λόγω της ηλικίας του, αφού είναι γεννημένος το 1936, γεγονός που γνώριζε η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία από τα στοιχεία του ασφαλισμένου της, τα οποία είχε στην κατοχή της).

Η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, όμως, είχε ήδη προβεί σε ανανέωση της ως άνω ασφαλιστικής του συμβάσεως από τις 18-6-2009, δηλαδή δύο μήνες προ του ατυχήματος, με την επίδειξη της προαναφερομένης άδειας ικανότητας οδήγησης του ασφαλισμένου παρεμπιπτόντως εναγομένου και την εκ μέρους του καταβολή ασφαλίστρων, τα οποία εκείνη εισέπραξε, χωρίς να διαμαρτυρηθεί και να προβάλει αντίρρηση για την ανανέωση της ασφαλιστικής συμβάσεως, μολονότι ήλεγξε και διαπίστωσε (βλ.

σχ. και κατάθεση δεύτερης μάρτυρος) δια των αρμοδίων υπαλλήλων της - (και πάντως σημειωτέον, άλλωστε, σε κάθε περίπτωση ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει ως εκ της ηλικίας του ασφαλισμένου της και των σχετικών στοιχείων που εξ αρχής είχε στην κατοχή της) - ότι είχε λήξει η ισχύς της παραπάνω άδειας οδηγήσεως (υπάρχει ειδική επισημείωση στην άδεια από την αρμόδια Αρχή για τον χρόνο ισχύος της), δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο δικαιολογημένα στον παρεμπιπτόντως εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση περί μη διεκδικήσεως αξιώσεων και προβολής δικαιωμάτων με βάση τον ως άνω όρο σε περίπτωση προκλήσεως εκ μέρους του τροχαίου ατυχήματος και εμπλοκής του σε αυτό, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ειδικά μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος, χωρίς να ενοχληθεί καθόλου από την ασφαλιστική του εταιρεία.

Συνεπώς δεν συντρέχει λόγος αποκλεισμού της ασφαλιστικής καλύψεως και η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι απορριπτέα, κατά παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της ενστάσεως του παρεμπιπτόντως εναγομένου περί καταχρηστικής εκ μέρους της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας ασκήσεως της ένδικης αξίωσής της, που παραδεκτά και νομότυπα (βλ. σχ. σημείωση στα παραπάνω πρακτικά και τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις του), προέβαλε πρωτοδίκως ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος, αφού, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η ανωτέρω συμπεριφορά της αντίκειται στην καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματός της. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο, μολονότι με, εν μέρει, διαφορετική και ελλιπή αιτιολογία, η οποία διορθώνεται και συμπληρώνεται, αντιστοίχως, με την παρούσα, παραδεκτά και νομότυπα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 534 ΚΠολΔ, δεν έσφαλε, αλλά, αντιθέτως, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, καθώς επίσης σωστά και προσηκόντως εκτίμησε τις αποδείξεις και (ορθά) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή και γι αυτό ο περί του αντιθέτου, (τελευταίος) λόγος εφέσεως της παρεμπιπτόντως ενάγουσας είναι αβάσιμος και απορριπτέος".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον αντίστοιχο (τελευταίο) λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η από 9-11-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή αυτής κατά του αναιρεσίβλητου - παρεμπιπτόντως εναγόμενου με την αγωγή αυτή κατά παραδοχή της ένστασης του τελευταίου περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, της εν λόγω παρεμπίπτουσας αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα, ως άνω, ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά:

α) ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα γνώριζε κατά την ανανέωση της ασφαλιστικής συμβάσεως ότι είχε λήξει η ισχύς της παραπάνω άδειας οδήγησης από την ειδική επισημείωση σ' αυτή της αρμόδιας αρχής για το χρόνο ισχύος της, άλλως ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει τη λήξη της άδειας οδήγησης ως εκ της ηλικίας του ασφαλισμένου και των σχετικών στοιχείων που εξ αρχής είχε στην κατοχή της και παρά ταύτα προέβη σε ανανέωση αυτής, δύο μήνες πριν από το ατύχημα, εισπράττοντας τα σχετικά ασφάλιστρα χωρίς να διαμαρτυρηθεί και να προβάλει αντίρρηση για την ανανέωση της ασφαλιστικής συμβάσεως, και β) ότι με τη συμπεριφορά της αυτή, που διήρκεσε επί δύο μήνες πριν από το ατύχημα, η ενάγουσα δημιούργησε δικαιολογημένα στον παρεμπιπτόντως εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την πεποίθηση περί μη διεκδικήσεως αξιώσεων και προβολής δικαιωμάτων με βάση τον ως άνω όρο σε περίπτωση προκλήσεως εκ μέρους του τροχαίου ατυχήματος και εμπλοκής του σε αυτό, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας και δικαιολογούν την παραδοχή της ένστασης αυτής και την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσείουσας.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008). Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1824/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της από 23-4-2014 αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, αναφορικά με την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δέχθηκε χωρίς απόδειξη: α) ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία γνώριζε από τα στοιχεία του ασφαλισμένου της, παρεμπιπτόντως εναγομένου, τα οποία είχε στην κατοχή της ότι είχε λήξει η άδεια οδήγησής του και β) ότι ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει τη λήξη της άδειας οδήγησης ως εκ της ηλικίας του ασφαλισμένου και των σχετικών στοιχείων που εξ αρχής είχε στην κατοχή της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από τα προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα) και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.

Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθούν οι από 27-12-2013 και 23-4-2014 αιτήσεις αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή τους στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 ΚΠολΔ), από τους οποίους η μεν αναιρεσίβλητη στην από 27-12-2013 αίτηση αναίρεσης "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" κατέθεσε προτάσεις, ο δε αναιρεσίβλητος στην από 23-4-2014 αίτηση αναίρεσης Γ. Α. δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 27-12-2013 και 23-4-2014 αιτήσεις της Ρ. Μ. του Σ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 27-12-2013 αίτηση της Ρ. Μ. του Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα Ρ. Μ. του Σ. στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την ίδια ως άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 23-4-2014 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την ίδια ως άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Γ. Α., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ