495/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 495 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 495/2012
Legislator headnote
AI generated495/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 495 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 495/2012
Full text
Απόφαση 495 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 495/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων, που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσσαλονίκης, με την επωνυμία "INTERLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α.", νόμιμα εκπροσωπούμενης, 2. Δ. Μ. του Π., κατοίκου ... και 3. Της ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία "Μ. Σ. και ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, όλοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεώργιου Μανουσακάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Κ. του Π., ενεργούντος για τον εαυτό του ατομικά και για τα ανήλικα τέκνα του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα αυτών: 1α. Κ. Γ. του Μ. και Μ. και 1β. Κ. Ν. του Μ. και Μ., κατοίκων ... 2. Κ. Π. του Μ. και Μ., κατοίκων ..., 3.Κ. Δ. του Μ. και Μ., κάτοικος ..., 4. Κ. Μ. του Μ. και Μ., κάτοικος ..., 5. Χ. Θ., κατοίκου ..., 6. Χ. ή Χ. Γ., κάτοικο ..., 7.Χ. Π., κάτοικο ..., 8. Χ. ή Χ. Ε., κατοίκου ..., 9. Χ. ή Χ. Χ., κατοίκου ... 10. Χ. ή Χ. Β., κάτοικος ..., 11. Κ. Π. του Π., κάτοικος ... και 12. Κ. Ν. συζ. Π., κάτοικος ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαστεργίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:16695/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2959/2006 μη οριστική και 1557/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 23-11-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον δεύτερο και κατά τον πρώτο (μόνον) ως προς το υπό στοιχ. Γ' σκέλος αυτού και για τους λοιπούς λόγους να εξαιρεθεί.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από το άρθρο 914 ΑΚ ευθύνη, για μεν τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος είναι υποκειμενική, δηλαδή βασική προϋπόθεση για τη θεμελίωσή της είναι η υπαιτιότητα αυτού, ενώ η ευθύνη του ιδιοκτήτη, του προστήσαντος τον υπαίτιο οδηγό (αρθρ.922 ΑΚ) είναι γνήσια αντικειμενική. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ δύναται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι το πταίσμα του υπόχρεου, και το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου.
Ο προσδιορισμός, από το δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγμάτων. Αντιθέτως η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται για πλημμέλεια από το εδ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. αν στα πλαίσια του προσδιορισμού αυτού έλαβε υπόψη γεγονότα, που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή, διότι δεν δύναται να επηρεάσουν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης. Το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα δεν καταλογίζεται καταρχήν στον επιβάτη του αυτοκινήτου που θανατώθηκε, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 300 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 13/2002, ΑΠ 159/2006, ΑΠ 1094/2004). Δηλαδή ένα τέτοιο συντρέχον πταίσμα καταρχήν δεν επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη, ως προσδιοριστικός παράγοντας, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, εκτός εάν συντρέχει νόμιμος λόγος εφαρμογής της διάταξης της παραγρ. 2 του άρθρου 300 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το πταίσμα των προσώπων, για τα οποία ευθύνεται εκείνος που ζημιώθηκε. Επομένως, για να καταλογισθεί στον θανόντα συνεπιβάτη του οχήματος το συντρέχον πταίσμα του οδηγού, θα πρέπει να συντρέχει νόμιμη περίπτωση ευθύνης του συνεπιβάτη για το πταίσμα του οδηγού όπως είναι η περίπτωση της ύπαρξης σχέσης πρόστησης μεταξύ του παθόντα-συνεπιβάτη-ιδιοκτήτη και του (συν)υπαιτίου οδηγού του αυτοκινήτου (αρθ.922 ΑΚ), οπότε αυτό (πταίσμα) θα ληφθεί υπόψη, ως προσδιοριστικός παράγοντας για τον καθορισμό τους ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, των μελών της οικογένειας του θανόντα συνεπιβάτη. Περαιτέρω, ο από το αρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι (συν)υπαίτιοι για την επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, ήταν οι οδηγοί των δύο εμπλακέντων αυτοκινήτων, δηλαδή αφενός μεν ο εναγόμενος - νυν αναιρεσείων Δ. Μ., οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, αφετέρου δε ο πρώτος των εναγόντων - νυν αναιρεσιβλήτων Κ. Μ., οδηγός του Ι.Χ. επιβατηγού αυτοκινήτου, ο οποίος επέπεσε, με το αυτοκίνητο του, επί του οπισθίου τμήματος της καρότσας του φορτηγού, το οποίο, λόγω βλάβης, ήταν ακινητοποιημένο στη δεξιά λωρίδα του οδοστρώματος, χωρίς ο οδηγός του τελευταίου να έχει τοποθετήσει τριγωνική πινακίδα ή άλλη κατάλληλη προειδοποιητική συσκευή, καθώς επίσης ότι ο ενάγων οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν συνυπαίτιος, κατά ποσοστό 20%, για την πρόκληση του τραυματισμού του, διότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας και τέλος δέχθηκε ότι η συνεπιβαίνουσα στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, σύζυγος του ενάγοντα - οδηγού εβαρύνετο με συντρέχον πταίσμα, κατά ποσοστό 30%, για την επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού της, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αυτή, "ενώ εγνώριζε ότι ο σύζυγος της είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα οινοπνευματωδών ποτών (περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα του 1,40%, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο των παραδοχών της), αφού συνδιασκέδαζαν εκείνο το βράδυ και ότι επομένως δεν ήταν ικανός να οδηγήσει, παρά ταύτα αυτοδιακινδύνευσε, αφού δέχθηκε να επιβιβασθεί στο εν λόγω Ι.Χ.Ε., με οδηγό το σύζυγο της, προκειμένου να επιστρέψουν στην οικία τους.
Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 300, 330, 932, 922, 297, 298 Α.Κ., εκ του ότι: α)εκ του ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, για τον επελθόντα τραυματισμό του, έλαβε υπόψη μόνο το ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού (50%) για την πρόκληση του ατυχήματος και όχι και το επί πλέον ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος αυτού (20%), κατά το οποίο αυτός εβαρύνετο, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, για την επέλευση του τραυματισμού του, επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, β) εκ του ότι το επιδικασθέν στον ενάγοντα - νυν αναιρεσίβλητο ποσό, για τα έξοδα κηδείας της θανούσης συζύγου του μειώθηκε μόνο κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ιδίου (50%) και όχι κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας της θανούσης - συζύγου του (30%). Ο ίδιος λόγος αυτός, κατά το υπό στοιχ. α' σκέλος αυτού (αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος - οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, εκ του τραυματισμού του) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ρητώς ότι για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λαμβάνεται υπόψη η συνυπαιτιότητά του (σελ. 17 της απόφασης), με δεδομένο δε ότι σε προηγούμενα σημεία των αιτιολογιών της αναφέρεται ότι το ποσοστό αυτό είναι 50% για την πρόκληση του ατυχήματος και επί πλέον 20% για την επέλευση του τραυματισμού του, ένεκα της μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας, σαφώς προκύπτει ότι, για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, λήφθηκε υπόψη το σύνολο του ποσοστού συνυπαιτιότητας, του καταλογισθέντος στον παθόντα - ενάγοντα.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός (πρώτος) πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, κατά το υπό στοιχείο β' σκέλος και κατά την από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια (όπως αυτός παραδεκτώς, κατ' αρθ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή - Αρεοπαγίτη), διότι εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 914 και 300 Α.Κ., καθόσον, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η θανούσα συνεπιβάτης βαρύνεται με συνυπαιτιότητα, εκ ποσοστού 30%, για την επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού της, εν τούτοις, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, από το επιδικαζόμενο στον ενάγοντα-νυν πρώτο των αναιρεσιβλήτων ποσό της αποζημίωσης, για τη δαπάνη των εξόδων κηδείας της θανούσας συζύγου του δεν αφαιρέθηκε το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας. Η υπαιτιότητα του παθόντα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό. Κατά το άρθρο 916 ΑΚ, ο ανήλικος που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο (10ο) έτος της ηλικίας του, δεν ευθύνεται για τη ζημιά που προξένησε. Σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη, αφού ο μη συμπληρώσας το δέκατο έτος ανήλικος είναι μη ικανός προς καταλογισμό και δεν ευθύνεται για τη ζημία που προκάλεσε ο ίδιος σε τρίτον, ομοίως δεν ευθύνεται και στην περίπτωση που ο ίδιος συνέβαλε, με δική του ενέργεια ή παράλειψη, στην επέλευση της δικής του ζημίας και κατά συνέπεια δεν μπορεί, κατά νόμο, να αντιταχθεί από τον εναγόμενο η από το άρθρο 300 ΑΚ ένσταση, περί συντρέχοντος πταίσματος του ηλικίας κάτω των 10 ετών ανηλίκου. (ΑΠ 1743/2007, βλ. και αντίθετη 1261/2007). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι "οσον αφορά στη μη χρήση της ζώνης ασφαλείας από τον καθήμενο στο πίσω μέρος ανήλικο Ν., δεν τον βαρύνει κανένα συντρέχον πταίσμα ή υπαιτιότητα, για τον τραυματισμό του, αφού όπως αποδείχθηκε ήταν κάτω των 10 ετών και δεν ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις του", δεν παραβίασε τη διάταξη του αρθ.300 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως αποδίδεται με το τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο οποίος είναι αβάσιμος, ενώ, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν αποφάνθηκε επι της ουσίας, οπότε και μόνον ιδρύεται ο λόγος αυτός, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ανηλίκου, ως μη νόμιμη.
Ως "πράγματα", για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Οι λόγοι έφεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, αποτελούν "πράγματα" όταν έχουν αυτοτέλεια, δηλαδή όταν αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1103/1998).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το αρθρ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τους εναγομένους - νυν αναιρεσείοντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφερθέντα ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό τους ότι μεταξύ της συνεπιβαίνουσας - θανούσας - ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου και του υπαιτίου οδηγού - συζύγου της υπήρχε σχέση πρόστησης και ότι, κατά συνέπεια, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του τελευταίου θα έπρεπε να καταλογισθεί στη συνεπιβαίνουσα θανούσα και θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ως προσδιοριστικός παράγων, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, των μελών της οικογένειας της θανούσας, όπως, επίσης, θα έπρεπε να συνυπολογισθεί και κατ' ακολουθία να αφαιρεθεί και από τα λοιπά επιδικαζόμενα στους ενάγοντες ποσά, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, την οποία αυτοί υπέστησαν εξ αιτίας του θανάτου της (έξοδα κηδείας, στέρηση υπηρεσιών, στέρηση διατροφής κ.λπ.) Από τον έλεγχο, παραδεκτώς κατ' άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των ενώπιον αυτού κατατεθεισών προτάσεων των εναγομένων - νυν αναιρεσειόντων, καθώς και των ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου προτάσεων αυτών, προκύπτει ότι αυτοί (εναγόμενοι - αναιρεσείοντες) πρότειναν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό τους ότι η θανούσα - συνοδηγός είχε προστήσει τον οδηγό - σύζυγο της στην οδήγηση του αυτοκινήτου της. Πλην όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχική νομική σκέψη, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η ύπαρξη πρόστησης συνιστά νόμιμη προϋπόθεση, κατά τα άρθρα 300 παρ.2 και 922 ΑΚ, για να καταλογισθεί στην προστήσασα θανούσα-συνεπιβάτιδα του αυτοκινήτου, το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του υπ'αυτής προστηθέντος οδηγού.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση (μόνον) κατά το μέρος αυτής που αφορά τον ισχυρισμό-ένσταση των εναγομένων, περί ύπαρξης σχέσης πρόστησης, μεταξύ της συνεπιβαίνουσας-θανούσας ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου και του υπαιτίου οδηγού-συζύγου της, καθώς και κατά το μέρος που αφορά το αίτημα, για τη δαπάνη του ενάγοντος, για τα έξοδα κηδείας της θανούσας-συζύγου του, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ.580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1557/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ