Legislator Case Law & Legislation
495/2011 AI generated

495/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 495/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 495 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

495/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 495 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 495 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Παραγραφή διετής αξιώσεων υπαλλήλων ν.π.δ.δ. - αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν. Δ/τος 496/1975 δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Δεν αποτελούν στοιχεία της αγωγής για καταβολή χρηματικής παροχής ύψους 176 ευρώ η αναφορά σ΄ αυτήν των επιδομάτων που λάμβανε ο ενάγων στο επίδικο χρονικό διάστημα και του ύψους των επιμέρους ποσών, αφού αυτά είναι θέματα που θα προκύψουν από τις αποδείξεις.

Αριθμός 495/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Χ. του Δ. και 2) Α. Μ. του Π., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Βούκουτου.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΔΗΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ", που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καρούζο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 988/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3770/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 1-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρ. 14 § 2 του Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλαδή της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρ. 13 του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 Ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους επί σχέσει δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997. Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 και 1 του Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1-1-2002 και σε 176 Ευρώ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κινήσεως κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και ότι συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους της αρχής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή της ειδικά στους εν λόγω υπαλλήλους. Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις, χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή, χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της αμοιβής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου ευρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Περαιτέρω, με το άρθρ. 24 § 2 του Ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρ. 12 του παρόντος νόμου, από της ενάρξεως δε ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2004) οι ανωτέρω ΚΥΑ καταργούνται.

Συνεπώς, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την εν λόγω παροχή, την οποία μόνο από 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του Ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (ΑΠ 946/2010). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 § 3 και 49 του Ν.Δ.496/1974, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούμενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό (για την οποία ορίζεται στο άρθρο 52 εδ. γ' του ίδιου ν.δ. ότι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια) είναι δυο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (ΟλΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, Α.Ε.Δ 9/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη από 20-12-2005 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου από 16-5-1996, ότι αμείβονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3205/2003 και ότι η μη χορήγηση σ' αυτούς της μηνιαίας παροχής των 176 ευρώ δεν είναι συμβατή με τις διατάξεις του Συντάγματος περί ισότητας και ίσης αμοιβής. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει την πρόσθετη μηνιαία μισθολογική αυτή παροχή ανερχόμενη για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως και τις 30-11-2005 στο ποσό των 7.350 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι αξιούμενες με την πιο πάνω αγωγή διαφορές αποδοχών των αναιρεσειόντων του διαστήματος από 1-1-2003 έως και τις 31-12-2003 έχουν παραγραφεί από 16-12-2003, καθώς η άνω αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 22-12-2005 λόγω συμπληρώσεως διετίας από τη γένεσή τους και όχι από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές. Με την κρίση του αυτή παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις 48 § 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, αφού από τις 31-12-2003 (τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές) μέχρι τις 22-12-2005 που επιδόθηκε στο εναγόμενο η ένδικη αγωγή δεν είχε παρέλθει διετία. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι για τις αξιώσεις των εναγόντων που δεν έχουν παραγραφεί, ήτοι από 1-1-2004 μέχρι 30-11-2005 η αγωγή είναι αόριστη, εφόσον δεν αναφέρονται ρητώς σ' αυτήν αν και ποια επιδόματα λάμβαναν οι ενάγοντες στο επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και το ύψος των επιμέρους ποσών, ώστε να γίνει ο υπό του νόμου προβλεπόμενος συμψηφισμός για να κριθεί αν υπερβαίνουν ή υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ μηνιαίως. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 και 24 § 2 του Ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι η ένδικη αγωγή περιέχει τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις και εκείνη του άρθρου 118 ΚΠολΔ στοιχεία, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται τα ανωτέρω αναφερόμενα, αφού αυτά είναι θέματα που θα προκύψουν από τις αποδείξεις, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3770/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ