Legislator Case Law & Legislation
495/2008 AI generated

495/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 495/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 17/5/2004 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20976/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 751/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/4/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

495/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τα άρθρα 592 και 594 του ΑΚ ο εκμισθωτής δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από το μισθωτή για φθορές που προκλήθηκαν από τον τελευταίο στο μίσθιο και οι οποίες δεν οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση, αλλά σε κακή χρήση του. Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τις μελλοντικές δαπάνες του εκμισθωτή για την επανόρθωση των φθορών.

Keywords

AI generated
adjustment of remuneration modification of maintenance monthly pay waiver of wage claims subcontractor payment surplus-sharing minimum maintenance calculation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 495 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 495/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θωμά Πετρίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Διαμαντόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 17/5/2004 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20976/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 751/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/4/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 10/1/208 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 τουΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, τέτοιος δε είναι και η εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.

Δεν συνιστά, επομένως, πράγμα κατά την έννοια της άνω διατάξεως η άρνηση της αγωγής ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός, αλλά και εκείνος που προτάθηκε απαραδέκτως. Εντεύθεν ακολουθεί, ότι για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, τα πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε για τη στοιχειοθέτηση του ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και όλα εκείνα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του περί του αβασίμου της αγωγής και την προταθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, όσον αφορά μεν τον αρνητικό της βασιμότητας της αγωγής ισχυρισμό, διότι αυτός δεν αποτελεί πράγμα, όσον αφορά δε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τα προαναφερόμενα στοιχεία, που απαιτούνται για την πληρότητά του, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της ενστάσεως αυτής, και όλα εκείνα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι η ένσταση αυτή είχε προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου.

ΙΙ.

Επειδή για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως της αγωγής απαραδέκτου ως αόριστης, πρέπει, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής και ότι ο σχετικός περί αοριστίας της ισχυρισμός είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι από εκείνους, που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη χωρίς να έχουν προταθεί στο εν λόγω δικαστήριο, ειδικώς δε δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου όσον αφορά την απαίτηση αποζημιώσεως για φθορές στο μίσθιο ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής ως προς την ανωτέρω απαίτηση, καθώς και ότι ο σχετικός με την αοριστία της αγωγής κατά το μέρος αυτό ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είχε προταθεί και μάλιστα παραδεκτώς και νομίμως στο Εφετείο.

ΙΙΙ. Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, δημιούργησαν στον οφειλέτη εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 592 και 594 του ΑΚ ο εκμισθωτής δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από το μισθωτή για φθορές που προκλήθηκαν από τον τελευταίο στο μίσθιο και οι οποίες δεν οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση, αλλά σε κακή χρήση του. Η αποζημίωση αυτή περιλαμβάνει τις μελλοντικές δαπάνες του εκμισθωτή για την επανόρθωση των φθορών.

Επομένως, σε περίπτωση καταστροφής ή αφαιρέσεως πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για την αντικατάσταση αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, αλλά πρέπει επιπλέον να εξειδικεύεται και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που έγκειται ακριβώς το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα.

Ο αναιρετικός δε αυτός λόγος ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα, που κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος είχαν λάβει χώρα αλλά το δικαστήριο δεν δέχθηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του εδαφίου β' του αριθμού 1 του ίδιου άνω άρθρου 559 του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς.

Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται και τα διδάγματα που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η δοθείσα από το δικαστήριο έννοια στον κανόνα, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα, καθώς και που έγκειται ακριβώς το σφάλμα, ήτοι στην πλημμελή χρησιμοποίηση των διδαγμάτων ή στην παράλειψη της χρησιμοποιήσεώς τους.

Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κι έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, και όταν στις αιτιολογίες της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Επομένως ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, αναφορικώς με τις αγωγικές απαιτήσεις, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο ενάγων εκμισθωτής εκμίσθωσε στον εναγόμενο μισθωτή μία μονοκατοικία που βρίσκεται στο ......

Πυλαίας με ισόγειο εμβαδού 100 τ. μ. και ημιυπόγειο εμβαδού 100 τ.μ. που είχε και κήπο σε έκταση 500 τ. μ. Η άνω μονοκατοικία είχε δύο πλήρως εξοπλισμένες κουζίνες και λοιπές ηλεκτρικές συσκευές τύπου ..... σε άριστη κατάσταση και λειτουργία, όπως βεβαιώνεται και στον υπ' αριθ. 1 όρο του μισθωτηρίου συμβολαίου και αποδέχθηκε ο εναγόμενος.

Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για διάστημα δύο ετών δηλ. μέχρι την 31-12-2003 με μηνιαίο μίσθωμα 1173,88 Ευρώ πλέον χαρτοσήμου. Στην πραγματικότητα όμως ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στο μίσθιο από την 1-11-2001 και γιαυτό το σκοπό κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 800.000 δραχμών για μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου 2001, όπως αυτό αποδεικνύεται από το .......

γραμμάτιο είσπραξης της Εμπορικής Τράπεζας καταβολής ποσού 200.000 ως αρραβώνα. Ο εναγόμενος διέμεινε στο μίσθιο και κατά τις αρχές της άνοιξης του έτους 2003 ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι θα εγκατέλειπε πρόωρα το μίσθιο, γιατί προτίθετο να νυμφευθεί τον Δεκέμβριο μήνα του ίδιου έτους. Ο ενάγων φαίνεται ότι δεν αντέδρασε άμεσα στην άνω ενημέρωση και πρόθεση του εναγομένου να αποχωρήσει από το μίσθιο, αρκεί ο τελευταίος να του εύρισκε άλλον μισθωτή, ο οποίος να υπεισερχόταν στο μίσθιο, προφανώς με το ίδιο τουλάχιστον μίσθωμα.

Ο εναγόμενος πράγματι έφερε σε επαφή τον ενάγοντα με μια νέα υποψήφια μισθώτρια ονόματι ......, η οποία συμφώνησε αρχικά να μισθώσει το μίσθιο δίδοντας ως προκαταβολή το ποσό των 1200 Ευρώ. Η ως άνω συμφωνία της τελευταίας υποψήφιας και του ενάγοντα δεν ευδοκίμησε, για λόγους που αφορούν την ίδια και έτσι η νέα μίσθωση δεν πραγματοποιήθηκε.

Παρά ταύτα όμως ο εναγόμενος αποχώρησε από το μίσθιο το τέλος Σεπτεμβρίου και με εξώδικη δήλωσή του που επέδωσε την 8-10-2003 κάλεσε τον ενάγοντα να παραλάβει τα κλειδιά του μισθίου. Ο τελευταίος αντέδρασε στην αποχώρηση του εναγομένου με την από 23-10-2003 εξώδικη δήλωση του -δηλώνοντας του ότι εμμένει στην συναφθείσα μίσθωση και εν τέλει παρέλαβε τα κλειδιά του μισθίου μετά τη λύση της μίσθωσης την 12-1-2004.

Ύστερα από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η επικαλούμενη από τον εναγόμενο πρόσθετη προφορική συμφωνία λύσης της σύμβασης μίσθωσης δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, όπως αυτός ισχυρίζεται. Και τούτο γιατί η επικαλούμενη

συμφωνία θα ίσχυε μόνο αν είχε επιτευχθεί η νέα μίσθωση με την νέα μισθώτρια που βρήκε ο εναγόμενος, ή με κάποιον άλλο τρίτο, που θα υπεισερχόταν στη θέση του μισθωτή και όχι αν απλώς ο εναγόμενος του υποδείκνυε άλλον μισθωτή. Εξάλλου με τον αριθ. 10 όρο του συμφωνητικού μίσθωσης ο εκμισθωτής - ενάγων σε κάθε περίπτωση πρόωρης λύσης της μίσθωσης είχε δικαίωμα να απαιτήσει την καταβολή των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων μέχρι τη λήξη της μίσθωσης και με το άρθρο 16 του ίδιου συμφωνητικού συμφωνήθηκε ότι κάθε τροποποίηση ή κατάργηση παντός όρους του συμφωνητικού θα γινόταν μόνο εγγράφως.

Συνακόλουθα ο ενάγων ενόψει των όρων αυτών είχε κάθε λόγο να μην αποδεχθεί την αποχώρηση του μισθωτή πριν τη λύση της αφού αυτό ήταν αντίθετο στα συμφέροντα του και σε όσα συμφωνήθηκαν. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι και το γεγονός ότι ο εναγόμενος, ενώ ο γάμος του θα γινόταν μόλις την 26-12-2003, ζήτησε να φύγει από το μίσθιο ήδη από την άνοιξη του άνω έτους, γεγονός που υποδηλώνει ότι είχε μετανοιώσει για τη μίσθωση, για άλλους λόγους και όχι ενόψει του επικείμενου γάμου του, του οποίου μάλιστα δεν κάνει καμμία μνεία στην εξώδικη, δήλωση που έστειλε στον ενάγοντα, αλλά ομιλεί μόνο για συμφωνία αποχώρησης με την προϋπόθεση βαφής του μισθίου.

Πρέπει να σημειωθεί όμως πως παρόμοια συμφωνία βαφής δεν χρειαζόταν να γίνει προσθέτως, ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αφού η παραπάνω υποχρέωση του ήταν συμφωνημένη με τη λύση της μίσθωσης, βάσει του άρθρου 4 του άνω συμφωνητικού μίσθωσης..." Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: "Κατά τη μίσθωση το μίσθιο ήταν σε άριστη κατάσταση με δύο εξοπλισμένες κουζίνες με ηλεκτρικές συσκευές [......] και διέθετε ατομική θέρμανση, μπόϋλερ και ηλιακό θερμοσίφωνα σε λειτουργία.

Βάσει δε των όρων 4, 6, 7 και 14 του συμφωνητικού μίσθωσης όλες οι αναγκαίες δαπάνες και επισκευές του μισθίου βαρύνουν αποκλειστικά τον μισθωτή, εκτός απ' αυτές που οφείλονται σε ανώτερη βία, που όφειλε να παραδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε και βάσει του άρθρου 599 Α.Κ. Κατά την παραλαβή του μισθίου από τον ενάγοντα, το μίσθιο έφερε τις παρακάτω φθορές που δεν οφείλονται σε συνήθη χρήση, απορριπτόμενου του ισχυρισμού [ένστασης] του εναγομένου ότι αυτές οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση του μισθίου [άρθρο 592 Α.Κ.].

Οι φθορές αυτές είναι οι εξής, για τις οποίες ο ενάγων θα απαιτηθεί να καταβάλει τα εξής ποσά: 1]για την αντικατάσταση του ξύλινου σοβατεπί αναβαθμού του σαλονιού ποσό 33 Ευρώ [3, 3 Χ 10 Ευρώ], 2]για βαφή των παντζουριών και εργασίες αποκατάστασης 308 Ευρώ [44X7], 3]για αποκατάσταση της ξύλινης επένδυσης του μπαλκονιού, κουπαστής κ.λ.π. 543 Ευρώ [69X7], 4]για αντικατάσταση του νεροχύτης της κουζίνας 100 Ευρώ, 5]για αντικατάσταση του βεντιλατέρ του φούρνου 110 Ευρώ, 6]για αντικατάσταση τμήματος της μαρμαροεπένδυσης 40,50 Ευρώ [0,54X75], 7]για αντικατάσταση πλακιδίων WC 50 Ευρώ, 8]για αντικατάσταση των μαρμαροπλακών στον περιβάλλοντα χώρο της οικίας 35 Ευρώ [0, 45X78], 9]για την επικάλυψη του δαπέδου με μοκέτα στον ημιυπόγειο χώρο που αφαιρέθηκε 419 Ευρώ [38, 50X10, 90], 10]για την αντικατάσταση της κλειδαριάς στην γκαραζόπορτα 22 ευρώ και τέλος 11]για την αποκατάσταση του κήπου στην προτέρα κατάσταση, συνεπεία της ύπαρξης τεσσάρων [4] σκύλων, που κατέστρεψαν το γκαζόν που χρήζει επαναφύτευσης 800 Ευρώ.

Άλλες φθορές στο μίσθιο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν και οι τυχόν υπάρχουσες οφείλονται στη συνήθη χρήση, καθώς επίσης δεν αποδείχθηκε ότι χρειάζεται εκ νέου βαφή το μίσθιο, αφού αυτό βάφτηκε κατά την αποχώρηση του εναγομένου από το μίσθιο και συνεπώς τα σχετικά κονδύλια πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα στην ουσία τους..." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο, αφενός μεν τα μισθώματα, των τεσσάρων μηνών του Σεπτεμβρίου μέχρι και τον Δεκέμβριο 2003 μαζί με το τέλος χαρτοσήμου εκ 5.082, 60 ευρώ, αφετέρου δε αποζημίωση για τις πέραν της συνήθους χρήσεως φθορές του μισθίου εκ 2460,50 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός πρωτίστως, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο που βρίσκεται συγκεκριμένα η παραβίαση, ήτοι περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή αυτής και σε τι ακριβώς συνίσταται το σφάλμα' σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι με βάση τα προπαρατεθέντα πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε το δικαστήριο, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος τόσον όσον αφορά τα μισθώματα, όσον και ως προς την απαίτηση αποζημιώσεως για τις φθορές του μισθίου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος κι'επομένως δεν είναι καταχρηστική, η δε προβαλλόμενη περί του αντιθέτου αιτίαση, που στηρίζεται στα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο πραγματικά γεγονότα, που κατά την έκδοσή του αναιρεσείοντος έλαβαν χώρα, αλλά το δικαστήριο δεν δέχθηκε, είναι απαράδεκτη.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στο Εφετείο παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Και ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα διδάγματα, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και πού συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση, στην ερμηνεία των κανόνων, που το δικαστήριο εφάρμοσε ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ'αυτούς και που έγκειται ακριβώς το σφάλμα σε κάθε περίπτωση.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο, για αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά την απαίτηση μισθωμάτων και ειδικότερα τον ουσιώδη ισχυρισμό για τη συμφωνία των διαδίκων για πρόωρη λύση της συμβάσεως μισθώσεως, που προέτεινε ο αναιρεσείων.

Η αιτίαση συνίσταται ειδικότερα στο ότι το δικαστήριο ενώ δέχεται αρχικώς ότι ο εκμισθωτής αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε την πρόταση του μισθωτή αναιρεσείοντος ν'αποχωρήσει από το μίσθιο πριν από τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της συμβάσεως, αρκεί ο τελευταίος να βρει νέο μισθωτή και ότι ο αναιρεσείων εκπλήρωσε την υποχρέωσή του αυτή, αφού βρήκε νέα μισθώτρια, η οποία μάλιστα συμβλήθηκε με τον αναιρεσίβλητο για τη μίσθωση του ακινήτου και του προκατέβαλε γι' αυτή συγκεκριμένο χρηματικό ποσό κι' έτσι ο αναιρεσίβλητος συναίνεσε στη λήξη της προηγούμενης μισθώσεως, στη συνέχεια, αντιφάσκοντας, κρίνει ότι η μεταξύ των διαδίκων προφορική συμφωνία για πρόωρη λύση της μισθώσεως δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, διότι τελικώς δεν καταρτίστηκε σύμβαση με τη νέα μισθώτρια και ο αναιρεσίβλητος δεν έστερξε εκ των υστέρων στην αποχώρηση του αναιρεσείοντος από το μίσθιο.

Ο λόγος αυτός κατά το άνω μέρος είναι αβασιμος ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, δέχθηκε ότι η προφορική συμφωνία των διαδίκων για πρόωρη λήξη της μισθωτικής συμβάσεως, θα ίσχυε, κατά τη βούλησή τους, μόνο αν είχε πραγματοποιηθεί η κατάρτιση νέας συμβάσεως με τη μισθώτρια, που βρήκε ο αναιρεσείων, ή με κάποιον άλλο τρίτο, που θα υπεισερχόταν στη θέση του τελευταίου ως μισθωτή, και όχι αν απλώς ο αναιρεσείων του υποδείκνυε άλλο μισθωτή, ενώ δεν δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος μετά την κατ' αρχήν συμφωνία του με την υποψήφια μισθώτρια, με την οποία ο αναιρεσείων τον έφερε σε επαφή, συνήνεσε ν' αποχωρήσει ο τελευταίος από το μίσθιο στις 30.9.2003, αλλά την ημερομηνία αυτή ο αναιρεσείων εγκατέλειψε το μίσθιο, παρά τη ματαίωση της νέας μισθώσεως, και με εξώδικη δήλωση κάλεσε τον αναιρεσίβλητο να παραλάβει τα κλειδιά του μισθίου, οπότε αυτός με όμοια δήλωση του γνωστοποίησε την εμμονή του στην σύμβαση.

Εξάλλου, καθόσον αφορά την απαίτηση αποζημιώσεως για τις φθορές του μισθίου, το Εφετείο, με όσα, κατά τα άνω, δέχθηκε, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 592 και 594 του ΑΚ, με το να επιδικάσει τάχα αποζημίωση για τις άνω διαπιστωθείσες φθορές πέραν της οριζομένης από τις διατάξεις αυτές, η οποία αγγίζει τα όρια της πλήρους αποκαταστάσεως βελτιώσεως και ανακαινίσεως του μισθίου, αφού για τις εν λόγω φθορές, που αφορούν και καταστροφή και αφαίρεση πραγμάτων του μισθίου, αποζημιωτέα είναι η δαπάνη αντικαταστάσεως ή αποκαταστάσεως των πραγμάτων αυτών κι επομένως νομίμως επιδικάστηκε αποζημίωση για τη δαπάνη αυτή. 'Αρα, η αντίθετη αιτίαση της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ'ορθό χαρακτηρισμό από τον αριθμό 1 εδ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη.

Επίσης, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις ούτε εκ πλαγίου, με δήθεν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό λόγο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων, οι δε επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις στον καθορισμό των δαπανών αποκαταστάσεως των φθορών του μισθίου, που αφορούν ειδικότερα στον τύπο του ξύλου του σοβατεπί του αναβαθμού σαλονιού, το είδος της βαφής των παντζουριών και των εργασιών αποκαταστάσεως αυτής, τον τύπο του νεροχύτη της κουζίνας και τον χρόνο κατασκευής, του το είδος της μοκέτας του υπογείου και το εργοστάσιο κατασκευής της κλειδαριάς της γκαραζόπορτας ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όσον αφορά το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα εκτίθεται σαφώς στην απόφαση' ενώ δεν υφίσταται η επικαλούμενη έλλειψη που αφορά τον τύπο και την εταιρία κατασκευής του βεντιλατέρ του φούρνου, αφού με τον γενόμενο από την αναιρεσιβαλλομένη καθορισμό του τύπου των ηλεκτρικών συσκευών, που υπήρχαν στο μίσθιο κατά το χρόνο της μισθώσεως και είναι "....." προσδιορίζονται και τα ως άνω στοιχεία του βεντιλατέρ του φούρνου.

Κατά συνέπεια ο ίδιος πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του από την αυτή πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι κατά ένα μέρος απαράδεκτος και κατά το άλλο μέρος αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙV. Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός συντρέχει ειδικότερα, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς ούτε ειδικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ούτε να τα εξειδικεύει. Επομένως, δεδομένου ότι το Εφετείο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι τη δικανική του πεποίθηση για τις επιδικαζόμενες αγωγικές απαιτήσεις και τους σχετικούς με αυτές ισχυρισμούς των διαδίκων σχημάτισε από τα μνημονευόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα και δη τις καταθέσεις των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων, τις προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις και από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος. V.

Επειδή μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Απριλίου 2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 751/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ