Legislator Case Law & Legislation
494/2024 AI generated

494/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 494/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

494/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ή κατά ημέρα απασχόλησης ή κατά διενεργούμενη πραγματογνωμοσύνη ή σε συνδυασμό και των δύο τρόπων μαζί". Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του ως άνω ιδρυτικού Ν. 1790/1988, όπως ίσχυε τούτο κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 25 του Ν. 3877/2010 (ΦΕΚ Α 160/20-9-2010), ορίζεται ότι "Πόροι του ΕΛ.Γ.Α.

Keywords

AI generated
unemployment insurance administrative body military service exemption tax occupational pension rights accident insurance body fire service exemption fee exemption from contributions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 494 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 494/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Χριστίνας Τασιοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.Γ.Α.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Κουτσαύτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 250/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8090/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 8-7-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης .../15-7-2020) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 8090/23-7-2018 απόφασης του (δικάσαντος ως εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το Ν. 1790/1988 ιδρύθηκε ο Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.), ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο (άρθρο 1 παρ. 1), κατ' εξουσιοδότηση δε των άρθρων 3 παρ. 2 και 12 παρ. γ' του νόμου αυτού, εκδόθηκε ο "Κανονισμός Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής από τον Οργανισμό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων", ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 10570/29-3-1989 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 260/14-4-1989 και έχει ισχύ νόμου.

Με το άρθρο 27 του Κανονισμού αυτού, προσδιορίζονται τα έξοδα κίνησης και αποζημίωσης των οργάνων ασφάλισης του Οργανισμού και στην παρ. 4 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Στους απασχολούμενους γεωπόνους στη διενέργεια των πραγματογνωμοσυνών ζημιών της φυτικής παραγωγής (εκτιμήσεις, επανεκτιμήσεις, διαιτησίες, αναθεωρήσεις), στην άσκηση εποπτείας στις διενεργούμενες πραγματογνωμοσύνες, στην επισήμανση των ζημιών και στην παρακολούθηση της πορείας εξέλιξης των καλλιεργειών, καταβάλλεται αποζημίωση, το ποσό της οποίας ορίζεται κάθε φορά με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του ΕΛ.Γ.Α.

ή κατά ημέρα απασχόλησης ή κατά διενεργούμενη πραγματογνωμοσύνη ή σε συνδυασμό και των δύο τρόπων μαζί". Περαιτέρω, με το άρθρο 5 του ως άνω ιδρυτικού Ν. 1790/1988, όπως ίσχυε τούτο κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 25 του Ν. 3877/2010 (ΦΕΚ Α 160/20-9-2010), ορίζεται ότι "Πόροι του ΕΛ.Γ.Α.

είναι α) τα έσοδα από την ειδική ασφαλιστική εισφορά που προβλέπεται στο άρθρου 5α του νόμου αυτού...., β) η ετήσια κρατική επιχορήγηση για την κάλυψη δαπανών που αφορούν αα) κινδύνους που δεν ασφαλίζονται από την ελεύθερη ασφαλιστική αγορά (μη ασφαλίσιμους κινδύνους), ββ) ενεργητική προστασία και εκτέλεση ερευνητικού έργου για την εκπλήρωση των σκοπών του ΕΛ.Γ.Α., γγ) λειτουργικά έξοδα, καθώς και κάθε άλλη δαπάνη αναγκαία για την εκπλήρωση των σκοπών του ΕΛ.Γ.Α., γ) ειδική κρατική επιχορήγηση για την εκτέλεση κάθε σχετικής δραστηριότητας που ανατίθεται στον ΕΛ.Γ.Α., σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 2, δ) επιχορηγήσεις από ειδικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και διεθνών οργανισμών, ε) τέλη εκτίμησης ζημιών, οι αμοιβές και τα έσοδα από τις υπηρεσίες που παρέχει ο ΕΛ.Γ.Α.

προς τρίτους, στ) οι αποδόσεις των κεφαλαίων του, οι δωρεές, τα κληροδοτήματα και οι κάθε είδους εισφορές φυσικών ή νομικών προσώπων, ζ) οι αποδόσεις από την επένδυση των αποθεματικών...", με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό του ΕΛ.Γ.Α. διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις και τα οριζόμενα από τους κανονισμούς του ΕΛ.Γ.Α...." και με το άρθρο 15 ότι "2.

Οι κάθε φύσης αιτήσεις των ασφαλισμένων προς τον ΕΛ.Γ.Α. και η κινούμενη από αυτές διαδικασία, η έκδοση εγγράφων από οποιαδήποτε αρχή προς απόδειξη της ιδιότητας του ασφαλισμένου, η διαδικασία κατάταξης του υπόχρεου σε εισφορά, αμφισβήτησης και βεβαίωσης υποχρέωσης προς εισφορά, η ενώπιον του ΕΛ.Γ.Α. διαδικασία αναγνώρισης παροχών, καθώς και η διαδικασία κάθε αμφισβήτησης που αφορά αυτές, η εξόφληση των παροχών σε χρήμα, η ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασία επί διαφορών μεταξύ ΕΛ.Γ.Α.

και ασφαλισμένων, καθώς και η ενώπιον των δικαστηρίων διαδικασία προς απόδειξη δικαιώματος ή της κατάστασης των ασφαλισμένων απαλλάσσονται από κάθε φόρο ή τέλος χαρτοσήμου. Επίσης, ο ΕΛ.Γ.Α. απαλλάσσεται από δικαστικά τέλη για όλες τις δίκες του και απολαμβάνει όλες τις ατέλειες και τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια που έχει το Δημόσιο".

Εξάλλου, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό", που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο και ταυτίζονται με εκείνες της παρ. 3 του άρθρου 140 του Ν. 4270/2014 (με το άρθρο 177 του οποίου καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 108 και του άρθρου 110 του Ν. 2362/1995), ορίζεται ότι η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.

Επίσης, με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο αναιρεσίβλητος οργανισμός συνιστά αυτοτελή επιχείρηση, που λειτουργεί με τη μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, η διαχείρισή του γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, η δε ευθύνη του Δημοσίου, που συνιστά ή συμμετέχει στον εν λόγω οργανισμό, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο του οργανισμού δια κρατικών επιχορηγήσεων προς επίτευξη των σκοπών του οργανισμού και η εργασιακή σχέση του προσωπικού του διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Συνεπώς, εργοδότης των μισθωτών, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στον οργανισμό, είναι ο τελευταίος και εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των εργαζομένων, που γεννώνται σε βάρος του, για την πληρωμή των καθυστερούμενων μισθών κλπ., είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.

Η τυχόν επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με ανάλογη εφαρμογή και στις αξιώσεις των υπαλλήλων του ανωτέρω οργανισμού, θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον ο κοινωφελής οργανισμός, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ' αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον του εν λόγω κοινωφελούς οργανισμού δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον ούτε συνιστά τέτοιο συμφέρον το γεγονός ότι το Δημόσιο, που τον συνιστά, μπορεί να είναι ο μόνος μέτοχος αυτού και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των μισθωτών του στην περιουσία τους με την παραγραφή των αξιώσεών τους από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 (και ήδη 140 παρ. 3 Ν. 4270/2014) περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ (ΑΠ 1132/2023, 862/2019, 859/2019, βλ.

σχετ. ΟλΑΠ 7/2014, 11/2008). Άλλωστε, από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 1790/1988 προκύπτει σαφώς ότι ο ανωτέρω οργανισμός απολαμβάνει των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών (δικονομικών) προνομίων (ατελειών) που έχουν χορηγηθεί στο Δημόσιο, αλλά όχι και των ουσιαστικών προνομίων, όπως είναι αυτό της διετούς παραγραφής, καθώς και εκείνο της καταβολής μειωμένου τόκου υπερημερίας (6%), που ισχύει για το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944, "περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου" (ΑΠ 1132/2023, 1013/2022, 1161/2015, 628/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 317/2022, 19/2020, 319/2017, 130/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, 15 παρ. 2 του Ν. 1790/1988, 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944, 250 αριθ. 17, 253, 293, 341 και 345 ΑΚ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: ".... ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου αρχικά με την υπ' αριθ. .../19.12.1983 απόφαση του Διοικητή του Ο.Γ.Α.

ως τακτικός υπάλληλος του Οργανισμού αυτού με βαθμό Α7 του Κλάδου Γεωπόνων και ανέλαβε υπηρεσία στις 20.02.1984. Ο ίδιος απασχολήθηκε έκτοτε στον Κλάδο Β' Ασφάλισης Γεωργικής Παραγωγής του Ο.Γ.Α. μέχρι την 01.11.1988, οπότε και μετατάχθηκε αυτοδικαίως στο εναγόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1790/1988 και εντάχθηκε στον Κλάδο ΠΕ1 - Γεωπόνων.

Από την 01.01.2001 ο ίδιος κατατάχθηκε στο 10° μισθολογικό κλιμάκιο της κλίμακας ΠΕ5.... και από τις 19.12.2009 χορηγήθηκε σε αυτόν το 15° μισθολογικό κλιμάκιο. Στις 31.05.2010 ο ενάγων υπέβαλε την παραίτησή του, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ' αριθ. 6693/09.07.2010 απόφαση του Προέδρου του εναγομένου, και στη συνέχεια ο ίδιος συνταξιοδοτήθηκε από τις 09.07.2010 κατέχοντας το 15° μισθολογικό κλιμάκιο.

Περαιτέρω, ο ενάγων, τοποθετηθείς στο Τμήμα Εκτιμήσεων και Επανεκτιμήσεων του Υποκαταστήματος του εναγομένου στην Πάτρα -και δη στο Γραφείο Εποπτείας Φυτικού Τομέα IIΙ (Νομού Ηλείας) και από το έτος 2009 στο Γραφείο Εποπτείας Φυτικού Τομέα Νομών Ζακύνθου και Κεφαλληνίας- εκτελούσε καθήκοντα Επόπτη στις διενεργούμενες πραγματογνωμοσύνες και ο ίδιος από την 01.01.2006 ελάμβανε ανελλιπώς την επίμαχη ειδική μηνιαία αποζημίωση για την άσκηση εποπτείας, σύμφωνα με τη διάταξη 4α της υπ' αριθ. 60/2002 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, ανάλογα με τις ημέρες απασχόλησής του κάθε μήνα.

Η αποζημίωση αυτή καταβαλλόταν σε αυτόν σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του, υπάγεται στην έννοια των τακτικών αποδοχών και δεν καταβαλλόταν από το εναγόμενο από ελευθεριότητα. Ως εκ τούτου, η επίδικη παροχή, ως αποτελούσα μέρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, έπρεπε να συνυπολογισθεί για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2006 - 2010, καθώς και για τον υπολογισμό των καταβλητέων κατά τη συνταξιοδότησή του τρίμηνων αποδοχών κατά το έτος 2010.

Σημειώνεται ότι το εναγόμενο με την υπ' αριθ. ....02.2008 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αποφάσισε να υπολογίζεται εφεξής η ειδική αποζημίωση εποπτείας στα δώρα Χριστουγέννων, στα επιδόματα αδείας και στις τρίμηνες κατά τη συνταξιοδότηση αποδοχές των εν ενεργεία γεωτεχνικών υπαλλήλων του, που ασκούν καθήκοντα προϊσταμένων οργανικών μονάδων Επιπέδου Διεύθυνσης ή Τμήματος της Κεντρικής Διοίκησής του, καθώς και καθήκοντα Προϊσταμένου Περιφερειακών Υποκαταστημάτων.

Από το έτος 2008 δε, το εναγόμενο συνυπολόγιζε και την ειδική αυτή αποζημίωση στα δώρα και στο επίδομα άδειας των γεωτεχνικών που ελάμβαναν την αποζημίωση εποπτείας, δεν συνυπολόγιζε αυτήν, όμως, στις αποδοχές άδειας και στις τρίμηνες κατά τη συνταξιοδότηση των εν ενεργεία γεωτεχνικών υπαλλήλων, που ασκούσαν καθήκοντα επόπτη και ελάμβαναν την ειδική αποζημίωση σύμφωνα με την παράγραφο 4α της υπ' αριθ. 60/2002 απόφασής του.

Εντεύθεν, η επίδικη παροχή φέρει τον χαρακτήρα μισθού και αυτή γεννά δικαίωμα για την καταβολή του, ως αποτελούσα μέρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος. Επομένως, έπρεπε να συμπεριληφθεί και να συνυπολογιστεί για τον υπολογισμό των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας του για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2006 έως 2010, καθώς και στη χορηγηθείσα σε αυτόν τρίμηνη αποζημίωση του άρθρου 3198/1955....

Εξάλλου, το εναγόμενο τυγχάνει νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο είναι Οργανισμός κοινής ωφέλειας, ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας κατ' άρθρο 1 του Ν. 1790/1988. Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 1790/1988 το ίδιο απαλλάσσεται από τα δικαστικά τέλη για όλες τις δίκες του και απολαμβάνει όλες τις ατέλειες και τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια, που έχει το Δημόσιο.

Στα τελευταία περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια αυτού, μεταξύ των οποίων και τα αναγνωριζόμενα υπέρ αυτού από το άρθρο 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου (Ν.Δ. 26.6/10.07.1944), το οποίο ορίζει, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου είναι 6% ετησίως, η δε τοκοφορία αρχίζει πάντοτε από την επίδοση της αγωγής, καθώς και από τα άρθρα 90 παρ. 3 και 5 και 94 του Ν. 2362/1995, τα οποία ορίζουν ότι η παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι διετής και ότι αυτή (παραγραφή) λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια.

Προσέτι, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 1α του Ν. 3943/2011, και σύμφωνα με το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, το οποίο τηρείται με την ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, το εναγόμενο υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση. Εντεύθεν, εφαρμόζεται και ως προς αυτό το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, με το οποίο ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της".

Προσθέτως, η εν λόγω διετής παραγραφή των αξιώσεων για τις προαναφερόμενες αιτίες κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, ήτοι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη οίκοθεν την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο. Προσέτι, αναφορικά με την καταβολή του επιδόματος δώρου Χριστουγέννων, του επιδόματος δώρου Πάσχα και των αποδοχών και του επιδόματος αδείας υφίστανται επακριβώς καθορισμένες ημέρες καταβολής αυτών και δη η 31.12, η 30.04 και η τελευταία ημέρα του οικείου έτους αντιστοίχως, οπότε και οι εν λόγω αξιώσεις καθίστανται απαιτητές.

Ωστόσο, η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε στις 19.05.2011, οπότε και αυτή επιδόθηκε στο εναγόμενο. Κατ' ακολουθίαν, άπασες οι ως άνω αξιώσεις, οι οποίες αφορούν στα έτη 2006, 2007 και 2008, καθώς και η αξίωση η οποία αφορά στο δώρο Πάσχα του έτους 2009, έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη στο προρρηθέν άρθρο διετή παραγραφή.... Ως εκ τούτου, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τις προειρημένες απαιτήσεις του ενάγοντος, οι οποίες αφορούν στα έτη 2006, 2007 και 2008, καθώς και ως προς την απαίτησή του, η οποία αφορά στο δώρο Πάσχα του έτους 2009.

Επομένως, το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα για την εκτεθείσα αιτία το συνολικό ποσό των 6.178,851 ευρώ.... με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής". Ακολούθως, το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9-4-2013 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης ...2013) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 250/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 9-4-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …/2013) έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ίδιας ως άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 28-4-2011 (αριθ.

έκθ. κατάθεσης ...2011) αγωγή αυτού και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 8.747,97 ευρώ (που αντιστοιχούσε στις ένδικες απαιτήσεις των ετών 2008, 2009 και 2010) με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, γ) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 6.178,85 ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995, την οποία εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση, του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 1790/1988, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, ως και εκείνες των άρθρων 250 αριθ. 6 και 17 και 253 του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος σε βάρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ΕΛΓΑ) είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αριθ. 6 και 17 και 253 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή που αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

Περαιτέρω και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου", με την οποία ορίζεται ποσοστό τόκου υπερημερίας 6% ετησίως για το Ελληνικό Δημόσιο, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού, κατά την αληθή έννοιά της, η ως άνω διάταξη δεν είναι εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση, δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και επομένως, ως οφειλέτης, δεν έχει το προνόμιο καταβολής του ως άνω μειωμένου τόκου υπερημερίας (6%).

Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και πρέπει να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 8090/2018 απόφαση του (δικάσαντος ως εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 8090/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ