Legislator Case Law & Legislation
494/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, reviving appeal proceedings and dismissing the claim due to statute of limitations.

Case Number 494/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute involving the Greek State and former employees of the Tourism Training Organization. The Court found that the First Instance Court erred in rejecting the appellant's argument regarding the statute of limitations without proper reasoning. Consequently, the Court set aside the contested judgment, accepted the appeal, and declared the original claim inadmissible due to the expiration of the limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment of the First Instance Court is admissible if filed within the statutory time limits, and if the appeal is allowed, the proceedings are revived and the original judgment is set aside, potentially leading to a dismissal of the claim based on substantive defenses like the statute of limitations.

Keywords

AI generated
labor dispute proceedings statute of limitations appeal admissibility Greek Code of Civil Procedure revival of proceedings dismissal of claim state as employer

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 90, paragraph 3 of Law 2362/1995
Article 261, paragraph 3 of the Civil Code
Article 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957
Common Ministerial Decision No. 134423 of 8.12.1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 494 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 494/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως διάδοχο του καταργηθέντος, με το άρθρο 4 του Ν. 4109/2013, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ", που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Δήμητρας Τσεραβίνη, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσίβλητων: 1… και 24…, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δέσποινα Δούμα, η οποία κατέθεσε προτάσεις, εκτός των με α/α 2η, 9η, 10η,17η και 23η αναιρεσιβλήτων που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1848/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 16004/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 3-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 3-2-2020 (υπ' αριθμ. κατάθ.21/2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών τελεσίδικη υπ' αριθμ. 16004/2019 απόφαση του δικάσαντος ως εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 6-10-2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως ειδικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.)", κατά της υπ' αριθμ. 1848/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 28-12-2012 αγωγή και είχαν επιδικαστεί υπέρ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνδέονταν με το προαναφερόμενο ΝΠΔΔ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση ποσά από διαφορές αποδοχών βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, ΑΠ 796/2018).

Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους", (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της".

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και κατ' επέκταση, με βάση τις λοιπές ως άνω διατάξεις και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).

Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατά το άρθρο 250 αρ. 6 και αρ. 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1052/2018).

Συνεπώς, η διάταξη αυτή που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων.

Επίσης, η άνω διάταξη δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ, εξάλλου, και από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου συνάγεται ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 2/2011, 31/2007, ΑΠ 1052/2018 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974).

Ακόμη, κατά το άρθρο 93 του ίδιου ως άνω νόμου (2362/1995), η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, με την υποβολή στην αρμόδια αρχή αιτήσεως για πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής, αν δε η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως.

Για να διακοπεί δε η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του Ν.Π.Δ.Δ.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 796/2018, 1643/2017, 1938/2008). Επιπλέον η παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ` αρθρ. 140 παρ. 3 ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού, κατ` άρθρο 94 εδ.

δ` ν. 2362/1995 (ΣτΕ 4024/2010) σε αντίθεση με τη διακοπή ή αναστολή της παραγραφής που δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά απαιτείται προβολή της με αντένσταση του ενάγοντος (ΑΠ 1233/2019, 2203/2014, 1310/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.101 παρ.1 του ν. 4139/2013), "Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής.

Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης" (παρ.1). "Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης" (παρ.2). "Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση" (παρ.3).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον παραδεκτά προταθέντα ισχυρισμό του περί παραγραφής "εν επιδικία" των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3, 93 και 94 του ν. 2362/1995.

Οπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, διακόπηκε αρχικά με την άσκηση της αγωγής στις 31-12-2012, ενώ στις 20-3-2013 που τέθηκε σε ισχύ η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, η υπόθεση ήταν ακόμη εκκρεμής, αφού δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ούτε είχε περατωθεί η δίκη.

Ειδικότερα η πρωτοβάθμια υπ' αριθμ. 1848/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών εκδόθηκε στις 31-12-2013 και η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως αυτής (υπ' αριθμ. καταθ. 2046/2015) έφεση κατατέθηκε στο Γραμματέα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 7-10-2015. Ακολούθως η διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης στη Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 11-9-2018 και προσδιορίστηκε η συζήτηση αυτής με σχετική πράξη ορισμού δικασίμου για τις 17-5-2019, οπότε και συζητήθηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την κατάθεση της έφεσης στο Γραμματέα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 7-10-2015, η οποία αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 102 παρ. 4 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚΑ 74/20-3-2013) και εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 261 παρ. 2 του ΑΚ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 101 παρ. 1 του ν 4139/2013, το οποίο εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (ΑΚ 261 παρ.3), άρχισε και πάλι έξι (6) μήνες μετά, ήτοι στις 7-4-2016, η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων, η οποία συμπληρώθηκε μετά διετία, δηλαδή στις 7-4-2018.

Η επόμενη διαδικαστική πράξη ήταν αυτή της κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης στη Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έλαβε χώρα στις 11-9-2018. Κατά συνέπεια οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων έχουν υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε τα αντίθετα, απορρίπτοντας χωρίς αιτιολογία το σχετικό ισχυρισμό που προέβαλε ο εκκαλών-αναιρεσείων με τις προτάσεις του, πέραν του ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα υπόψη, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις.

Κατόπιν αυτών, ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος (παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών, πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δε χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, κατά το μέρος που αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση. Στο Εφετείο το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του πρότεινε τον ισχυρισμό ότι οι αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων έχουν υποπέσει στη 2ετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, πράγμα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο.

Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του ως άνω δεύτερου λόγου αναίρεσης, που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία, αφού από την διαδικαστική πράξη της κατάθεσης της έφεσης στο Γραμματέα του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 7-10-2015, και την στη συνέχεια από την ημέρα αυτή πάροδο των έξι (6) μηνών κατ'αρθρ. 261 παρ.3 ΑΚ, ήτοι στις 7-4-2016, μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης στη Γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 11-9-2018, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.

Επομένως δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Αρειο Πάγο και να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, και για τους δύο βαθμούς κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (αρθρ. 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 16004/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών . Κρατεί και δικάζει την υπόθεση . Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 1848/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών .

Απορρίπτει την αγωγή. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στο αναιρεσείον για δικαστικά έξοδα το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ