Legislator Case Law & Legislation
494/2010 AI generated

494/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 494/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4607/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5126/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 20 Φεβρουαρίου 209 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μόνος λόγος της αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

494/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο: α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ......, γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 494 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 494/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σαρρή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε" και της αυτής καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της τελευταίας από την δεύτερη και στη συνέχεια αυτής από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελέσα Μπακατσέλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4607/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5126/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 20 Φεβρουαρίου 209 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μόνος λόγος της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 15§6 του Ν. 3632/1928, το οποίο δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ, κάθε αξίωση πηγάζουσα από χρηματιστηριακή συναλλαγή, παραγράφεται μετά την πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου 15 του Ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι οι δικαιοπραξίες οι συναπτόμενες χρηματιστηριακώς και έχουσες αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα.

Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο: α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ......, γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 26 του Ν. 2533/1997 ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο ΧΑΑ σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ' του Ν. 1806/1988, με την οποία ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται ......, δ) οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν, ή που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν, δεν καταργήθηκε μεν η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο, καταργήθηκε όμως η διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 3632/1928, η οποία περιελάμβανε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και ε) πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία, σχετιζόμενη προς τη διενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς.

Αλλά η διάταξη αυτή του άρθρου 16 εδ. ε' του Ν. 3632/1928 επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ' του Ν. 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακή συναλλαγή κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε, υπό στοιχείο α', η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών.

Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν. 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν. 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1, στοιχείο γ' αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη" ο πρώτος και "κάθε δικαιοπραξία συναφή" ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.

Από την ειδικότητα δε των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, η οποία είναι και η μοναδική διάταξη που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 του ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ.

Ενώ εξάλλου και από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι αφενός η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφετέρου η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεωγράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (σύμβασης παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα.

Θα αποτελούσε δε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 του ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928.

Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας δεν συνάπτεται απ' ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του "κύκλου" ή "νοερού χώρου" του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδ.

ε' του Ν. 3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 του Ν. 1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κυρίας συμβάσεως δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερομένων νεοτέρων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από νεότερο νόμο, συνηθίζεται ο νεότερος νόμος να ορίζει ρητά τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη που να ορίζει γενικά ότι καταργείται όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεότερο νόμο.

Από το ότι ο Ν. 1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν. 3632/1928, συνάγεται εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της διατηρήσεως σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928. Ενώ η αναφορά του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3632/1928 στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνο την έννοια της κατάρτισης αυτών εντός του "κύκλου" του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Τέλος, η παραπάνω άποψη ενισχύεται περαιτέρω και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3632/1928, κατά την οποία "οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν εξαιρετική ταχύτητα, όχι μόνο ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών" (Ολ.

ΑΠ 28/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, κατά παραδοχή λόγου εφέσεως που προέβαλε η ενάγουσα, έκρινε ότι οι αξιώσεις από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακών συναλλαγών δεν υπόκεινται στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 αλλά στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα υπ' αριθμό 4607/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διακράτησε την υπόθεση και αφού απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένσταση ενιαύσιας παραγραφής (εν επιδικία ) που πρόβαλεν η εναγομένη (αναιρεσείουσα) δέχθηκε την αγωγή, για υπόλοιπο αξιώσεως, για την εκτέλεση χρηματιστηριακών παραγγελιών, που πραγματοποιήθηκαν μέχρι το τέλος του έτους 2.000.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις με βάση τις οποίες, η εν προκειμένω παραγραφή των ένδικων αξιώσεων είναι ενιαύσιος, ενώ παραβίασε ευθέως με την εφαρμογή της την ΑΚ 249, η οποία δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., μόνος λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Συνεπώς πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 5126/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ