Supreme Court dismisses appeal on restrictive covenant validity and procedural errors in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a property dispute involving restrictive covenants. The appellant argued that the lower court failed to prove a specific claim of surrender and lacked sufficient reasoning for rejecting her arguments. The court ruled that the lower court properly evaluated witness testimonies and documents, thereby rejecting all grounds for the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 177 A.C.; Art. 202, 206 A.C.; Art. 559(4), 559(10)(a), 559(19) C.P.D.; A restrictive covenant on ownership is merely contractual unless made a real right by dissolution clause; appeals based on lack of proof or insufficient reasoning are inadmissible if the lower court properly weighed evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 494 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 494/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βερβενιώτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ως μόνου κληρονόμου της αποβιώσασας ΑΑ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε α) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπουρμπούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και β) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μανέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2002 αγωγή της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου ΑΑ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 12-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 177 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "Δικαιοπραξία που περιορίζει την εξουσία διάθεσης απαλλοτριωτού δικαιώματος, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει κάτι άλλο, έχει ενοχική μόνο ενέργεια και δεν επιδρά στο κύρος της διάθεσης", προκύπτει ότι είναι δυνατό να ταχθεί από την ιδιωτική βούληση, δηλαδή με σύμβαση ή με μονομερή δήλωση βούλησης, απαγόρευση διάθεσης για οποιοδήποτε δικαίωμα δεκτικό απαλλοτριώσεως, όπως είναι η κυριότητα επί ακινήτου πράγματος. Η απαγόρευση αυτή έχει, κατ' αρχήν, ενοχική μόνο ενέργεια και θεμελιώνει, στην περίπτωση της παράβασης του σχετικού όρου, αγωγή του δανειστή της αξίωσης για παράλειψη της διάθεσης για παροχή σ' αυτόν του διαφέροντος, αλλά δεν επιδρά στο κύρος της διάθεσης και αν ακόμη ο τρίτος γνώριζε την απαγόρευση. Εκείνος που μεταβιβάζει απαλλοτριωτό δικαίωμα έχει όμως τη δυνατότητα να προσδώσει στην ουσία εμπράγματη ενέργεια στη σχετική συμφωνία και έτσι να αποτρέψει την περαιτέρω μεταβίβαση του δικαιώματος, διατυπώνοντας τον όρο αυτό ως διαλυτική αίρεση της πρώτης μεταβίβασης, οπότε η νέα μεταβίβαση του δικαιώματος θα είναι ανίσχυρη και το δικαίωμα θα επανέρχεται αυτοδικαίως στον αρχικό δικαιούχο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 202 και 206 του ΑΚ (ΑΠ 167/1963).
Εν προκειμένω, με την ένδικη από 6-3-2002 αγωγή της η κληρονομηθείσα από τον αναιρεσίβλητο ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι με το αναφερόμενο σ' αυτή (αγωγή) συμβόλαιο, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον ΒΒ, λόγω πώλησης, το αναφερόμενο σ' αυτή ακίνητο, ότι με το συμβόλαιο αυτό συμφωνήθηκε η μη περαιτέρω εκποίηση του ακινήτου αυτού από τον αγοραστή ή τους κληρονόμους του παρά μόνο σ' αυτή (ενάγουσα) ή τους κληρονόμους της, ότι η μη περαιτέρω εκποίηση του ακινήτου αυτού διατυπώθηκε στο συμβόλαιο αυτό ως διαλυτική αίρεση, ότι με το αναφερόμενο σ' αυτή (αγωγή) δεύτερο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αγοραστής του ακινήτου αυτού μεταβίβασε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη την ψιλή κυριότητα του ακινήτου αυτού, παρακρατώντας την επικαρπία αυτού, ότι με τη μεταβίβαση αυτή πληρώθηκε η προαναφερόμενη διαλυτική αίρεση και έτσι επανήλθε αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση με αποτέλεσμα, μετά το θάνατο του καθού η προαναφερόμενη απαγόρευση, να είναι κυρία του ακινήτου αυτού και ότι η εναγομένη αμφισβητεί την πλήρωση της διαλυτικής αυτής αίρεσης.
Μετά από αυτά, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι έχει πληρωθεί η διαλυτική αίρεση, καθώς και ότι είναι κυρία του ακινήτου αυτού και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της αποδώσει αυτό. Με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις και αυτές των άρθρων 1094 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ, νόμιμη και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχτηκε το ίδιο, δεν παραβίασε με την εφαρμογή τους τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του υποστηρίζοντος τα αντίθετα πρώτου από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 178 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά την γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η δε προς αυτά αντίθεση, που καθιστά άκυρη την δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενο αυτής, ενόψει και του συνόλου των συνοδευουσών αυτήν περιστάσεων (ΟλΑΠ 398/1985, 2/1991).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 179 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι "Άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου" και συνιστά ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ, εντάσσονται ενδεικτικά στις δικαιοπραξίες που αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη οι καταδυναστευτικές δικαιοπραξίες, δηλαδή εκείνες με τις οποίες η ελευθερία του προσώπου δεσμεύεται υπέρμετρα, η ύπαρξη δε της υπέρμετρης τέτοιας δέσμευσης, ενόψει του ότι ο νόμος δεν θέτει κριτήριο για την οριοθέτηση της υπέρμετρης και όχι τέτοιας δέσμευσης, κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, μεταξύ των οποίων και η έκταση του συμφέροντος από αυτήν του άλλου μέρους, καθώς και οι υποκειμενικές συνθήκες του δεσμευόμενου.
Υπό την ελευθερία του προσώπου, η οποία λαμβάνεται υπόψη με την ευρεία αυτής έννοια, υπάγονται οι ατομικές ελευθερίες ή ατομικά δικαιώματα, που προστατεύονται και συνταγματικώς, όπως η ελευθερία γενικά της οικονομικής δραστηριότητας, η δέσμευση της οποίας, ενόψει των αντιτιθέμενων συμφερόντων και της προαγωγής της οικονομικής και γενικά της συναλλακτικής ζωής, είναι δεκτική μέτριου περιορισμού για την επίτευξη του σκοπού των συναλλαγών και μεταπίπτει (η δέσμευση) σε υπέρμετρη και συνακόλουθα μη ανεκτή από τα χρηστά ήθη όταν απονεκρώνει την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης σε τέτοιο σημείο που καθιστά αυτήν ανύπαρκτη για ορισμένη δραστηριότητα με σοβαρές συνέπειες για το πρόσωπο και ενδεχομένως νια το κοινωνικό σύνολο.
Δεν αποτελεί όμως τέτοια δέσμευση και συνεπώς αποκλεισμό της ελεύθερης απόφασης όταν η παροχή του ενός στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποσκοπεί στην απονέκρωση της βούλησης του άλλου για την ενέργεια πράξης, αλλά στην προστασία δικαιώματος του πρώτου χωρίς την επέλευση οποιασδήποτε ζημίας του δεύτερου.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1045 και 1051 του ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί και με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, για την οποία απαιτείται φυσική εξουσία αυτού με διάνοια κυρίου για δέκα ή είκοσι, αντίστοιχα, έτη, για τη συμπλήρωση των οποίων δικαιούται ο ειδικός διάδοχος να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, πλην όμως η τοιαύτη προσμέτρηση αποκλείεται προκειμένου να αντιταχθεί η κτήση κυριότητας με χρησικτησία κατά του δικαιοπαρόχου η κατ' εκείνου στον οποίο μεταβιβάστηκε η:κυριότητα του ακίνητου (ΟλΑΠ 1539/1979, ΑΠ 13/2003, 1033/2003).
Τέλος, για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", απαιτείται η ύπαρξη δικαιώματος, η μη άσκηση του δικαιώματος από το :
δικαιούχο για μεγάλο χρονικό διάστημα και η συνδρομή περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι ο δικαιούχος δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα την πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμα του, εις τρόπο ώστε η άσκηση του μετά την παραπάνω συμπεριφορά του δικαιούχου, να τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 16/2006).
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από το περιεχόμενο της προκύπτει, δέχθηκε τα εξής : Με το συμβόλαιο .../4-3-1972, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Αργοστολίου Παντελή Μοντεσάντου και μεταγράφηκε στις 6-3-1972 στον τόμο ... των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου με αύξοντα αριθμό ..., η ενάγουσα μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον ΒΒ τμήμα ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην θέση ...
του Δήμου ..., έχει έκταση 250 περίπου τ.μ. και συνορεύει όπως στην απόφαση αναφέρεται. Με όρο που περιλαμβάνεται στο πιο πάνω συμβόλαιο, η μεταβίβαση του ακινήτου αυτού έγινε με τη διαλυτική αίρεση της μη περαιτέρω εκποίησης αυτού, με τα κτίσματά του, από τον αγοραστή ή του κληρονόμους του σε οποιονδήποτε τρίτο, εκτός από την ενάγουσα και τους κληρονόμους της.
Με το ίδιο συμβόλαιο ορίστηκε ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο αγοραστής εκδήλωνε την επιθυμία να μεταβιβάσει το ακίνητο, αυτό έπρεπε να μεταβιβαστεί στην πωλήτρια (ενάγουσα) ή τους κληρονόμους της, εκτός αν αυτοί δεν αποδέχονταν, με τίμημα για μεν το έδαφος, το ποσό το οποίο θα προσδιόριζε η αρμόδια Δ.Ο.Υ., για δε την οικία που θα ανεγείρονταν σε αυτό το ποσό το οποίο θα προσδιόριζαν δύο πτυχιούχοι μηχανικοί (ένας από κάθε πλευρά) και στην περίπτωση της διαφωνίας αυτών, το ποσό του μέσου όρου των εκτιμήσεων των δύο αυτών μηχανικών.
Εξάλλου, με το ίδιο συμβόλαιο, επί του ακινήτου αυτού είχε συσταθεί, υπέρ της ενάγουσας, κυρίας του υπόλοιπου τμήματος του ακινήτου, η δουλεία της μη ανέγερσης από τον αγοραστή ορόφου πάνω από την ισόγεια οικοδομή, την οποία τυχόν θα κατασκεύαζε στο ακίνητο και της οποίας το ύψος δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 4,50 μ.
από την στάθμη του οικοπέδου, σε κάθε δε περίπτωση από την μέση στάθμη της ιδιωτικής οδού. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αγοραστής ΒΒ, διέμενε, με σύμβαση μίσθωσης, σε ξυλόπηκτη οικία που υπήρχε στο ακίνητο αυτό πριν από το έτος 1972 και συγκεκριμένα από το έτος 1954. Μετά την απόκτηση του ακινήτου αυτού ο ΒΒ συνέχισε να διαμένει, με τη σύζυγό του, στην προαναφερόμενη οικία, περιέφραξε αυτό, έκανε επέκταση στην οικία, φύτευσε σε αυτό δέντρα (λεμονιές, πορτοκαλιές, μανταρινιές, κληματαριές, κλπ), των οποίων συνέλεγε τους καρπούς, φύτευε σε αυτό διάφορα κηπευτικά, κλάδευε τις κληματαριές, κλπ.
Με το συμβόλαιο .../31-8-1999, το οποίο συντάχτηκε από την συμβολαιογράφο Αργοστολίου Στάμω Τσιλιμίδου και μεταγράφηκε στις 17-9-1999 στον τόμο ... των προαναφερόμενων βιβλίων μεταγραφών με αύξοντα αριθμό ..., ο ΒΒ μεταβίβασε λόγω πώλησης, την ψιλή κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου, το οποίο, μετά από νεώτερη εμβαδομέτρηση, έχει έκταση 307,12 τ.μ.
από τα οποία 55,50 τ.μ. ρυμοτομούνται και τα υπόλοιπα 251,62 τ.μ. αποτελούν το εναπομένον τμήμα, και συνορεύει όπως επίσης στην απόφαση αναφέρεται. Διατήρησε, όμως, το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας επί του ακινήτου αυτού. 'Ετσι, συνέχισε να διαμένει σε αυτό έως τις 12-6-2000, οπότε απεβίωσε. Με τη μεταβίβαση, από τον ΒΒ, κατά του οποίου υπήρχε ο προαναφερόμενος περιορισμός της εξουσίας διάθεσης, στην εναγομένη της ψιλής κυριότητας του ακινήτου αυτού, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση της μηπεραιτέρω μεταβίβασης του ακινήτου αυτού με αποτέλεσμα, να είναι απόλυτα άκυρη η περαιτέρω αυτή μεταβίβαση και να επανέλθει αυτοδικαίως η ψιλή κυριότητα αυτού (ακινήτου) στην ενάγουσα, υπέρ της οποίας είχε τεθεί, ως διαλυτική αίρεση, ο όρος της μη περαιτέρω εκποίησης.
Περαιτέρω, με το θάνατο του επικαρπωτή (ΒΒ) κατά τις 12-6-2000 αποσβέστηκε η επικαρπία αυτού επί του επίδικου ακινήτου, αφού στο προαναφερόμενο συμβόλαιο .../31-8-1999 δεν ορίστηκε διαφορετικά (άρθρο 1167 εδ. α' του ΑΚ). Έτσι η ενάγουσα απέκτησε την πλήρη κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΒΒ ήταν γνωστός στην ενάγουσα πριν από το έτος 1972, αφού διέμενε, όπως προαναφέρθηκε, στο επίδικο ακίνητο και ότι μετά το θάνατο του συζύγου αυτής (ενάγουσας) που επήλθε κατά το έτος 1970, είχε μεταβεί στις ΗΠΑ και είχε εργαστεί στις επιχειρήσεις της προσφέροντας σ' αυτή (ενάγουσα) βοήθεια.
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα είχε αποφασίσει να πωλήσει το ακίνητο αυτό στον ΒΒ, αφού είχε πεισθεί, ότι αν ο τελευταίος αποφάσιζε να το μεταβιβάσει, θα το μεταβίβαζε στην ίδια, αυτό δε είχε ιδιαίτερη σημασία γι' αυτή, αφού στο υπόλοιπο τμήμα του αρχικού ενιαίου ακινήτου θα κατασκεύαζε την οικία της και γι' αυτό είχε συσταθεί η προαναφερόμενη δουλεία επί του επίδικου ακινήτου.
Κατά συνέπεια, ο όρος για τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης του επίδικου ακινήτου δεν έγινε για την ικανοποίηση εγωιστικών τάσεων της ενάγουσας, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά γιατί υπήρχε εύλογο συμφέρον αυτής (ενάγουσας). Περαιτέρω, η συμφωνία για τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης του επίδικου ακινήτου δεν δέσμευσε υπέρμετρα την οικονομική ελευθερία του ΒΒ και, συνεπώς, δεν είναι άκυρη, ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, αφού ο ΒΒ:
α) είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του, κατά την επανάληψη της υποχρέωσης περιορισμού της εξουσίας διάθεσης, τις μελλοντικές συνθήκες και β) είχε τη δυνατότητα να αναμεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα. Πρέπει να σημειωθεί ότι το τίμημα της πώλησης του ακινήτου αυτού στην εναγομένη συμφωνήθηκε στο ποσό των 8.387.000 δραχμών (24.613,55 ευρώ), ενώ η αρμόδια Δ.Ο.Υ.
είχε προσδιορίσει την αξία του ακινήτου αυτού στο ποσό των 9.716.000 δραχμών (28.513,57 ευρώ) και ότι αν είχε αναμεταβιβάσει το ακίνητο αυτό στην ενάγουσα, το τίμημα θα ήταν μεγαλύτερο, σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνήσει, τα οποία έχουν προαναφερθεί. Κατά συνέπεια, ο νόμιμα επαναφερόμενος από την εναγομένη ισχυρισμός της ότι η συμφωνία για την περιορισμό της εξουσίας διάθεσης του επίδικου ακινήτου είναι άκυρη, γιατί δέσμευσε υπέρμετρα την οικονομική ελευθερία του ΒΒ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, η εναγομένη απέκτησε τη νομή του επίδικου ακινήτου στις 31-8-1999. Από τότε άρχισε να ασκεί αυτή και ειδικότερα επέβλεπε αυτό, φρόντιζε τα δένδρα, συνέλλεγε τους καρπούς και το καθάριζε. Ακόμη, μετά το θάνατο του ΒΒ εκμίσθωνε αυτό σε τρίτους. Έτσι, η εναγομένη άσκησε νομή στο επίδικο ακίνητο από τις 31-8-1999 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής κατά το έτος 2002, δηλαδή για χρονικό διάστημα μικρότερο του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας.
Από το έτος 1972 έως την 31-8-1999 τη νομή του επίδικου ακινήτου ασκούσε ο δκαιοπάροχος της εναγομένης ΒΒ, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της ισχύος της προαναφερόμενης διαλυτικής αίρεσης, μπορούσε να χρησιδεσπόζει αυτό έναντι οποιουδήποτε, πλην της ενάγουσας υπέρ της οποίας είχε τεθεί, ως διαλυτική αίρεση, ο όρος του περιορισμού της εξουσίας διάθεσης αυτού (ακινήτου), αφού πριν από την πλήρωση της διαλυτικής αυτής αίρεσης κωλύονταν να διεκδικήσει το ακίνητο αυτό.
Εξάλλου, η εναγομένη δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, να επικαλεστεί κατά την ενάγουσας, στην οποία αναμεταβιβάστηκε αυτοδικαίως, με την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, το επίδικο ακίνητο, το συνυπολογισμό της νομής του ΒΒ σ' αυτό (ακίνητο) προκειμένου να αντιτάξει κατ' αυτής (ενάγουσας) κυριότητα επί αυτού (ακινήτου) με έκτακτη χρησικτησία.
Κατά συνέπεια, η ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, την οποία νόμιμα έχει επαναφέρει η εναγομένη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο κάθε έτους του χρονικού διαστήματος από το έτος 1970 τουλάχιστον μέχρι το έτος 2001, η ενάγουσα βρισκόταν στις ΗΠΑ.
Για πρώτη φορά έμαθε ότι ο ΒΒ είχε μεταβιβάσει στην εναγομένη, την ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου κατά το φθινόπωρο του έτους 2000, οπότε αυτό είχε εκμισθωθεί από την εναγομένη σε αλλοδαπούς. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι, πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου ... /31-8-1999, η ενάγουσα είχε δηλώσει στον ΒΒ ενώπιον αυτής (εναγομένης) ότι ο προαναφερόμενος περιορισμός της εξουσίας διάθεσης του επίδικου ακινήτου δεν είχε πλέον καμία ισχύ και ότι μπορούσε να κάμει ό,τι ήθελε αυτό (ακίνητο) δεν είναι πειστικός, αφού η ενάγουσα από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο και του έτους 1999 βρίσκονταν στις ΗΠΑ.
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη έχει δαπανήσει χρήματα για να βελτιώσει το επίδικο ακίνητο και να αυξήσει την αξία του εν γνώσει της ενάγουσας χωρίς την εναντίωση αυτής. Κατά συνέπεια, η νόμιμα επαναφερόμενη από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία (ένσταση), η άσκηση του δικαιώματος αυτής είναι καταχρηστική, αφού, αφενός μεν λόγω της συμπεριφοράς της που προηγήθηκε, της άσκησης της αγωγής για την ικανοποίηση εγωιστικών τάσεων και της δήλωσης της, πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου .../31-8-1999, ότι δεν έχει καμία ισχύ ο προαναφερόμενος περιορισμός της εξουσίας διάθεσης του επίδικου ακινήτου, αφετέρου δε λόγω των δαπανών από αυτή (εναγομένη) για τη βελτίωση του επίδικου ακινήτου και την αύξηση της αξίας του χωρίς την εναντίωση της ενάγουσας, εύλογα της δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε το δικαίωμα της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, κατέληξε το Εφετείο, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή, να αναγνωριστεί ότι έχει πληρωθεί η προαναφερόμενη διαλυτική αίρεση, καθώς και ότι η ενάγουσα είναι κυρία του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει αυτό στην ενάγουσα. Ενόψει των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία τις πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178, 179 περ.
α', 1041, 1045 και 1051 ΑΚ, διότι, πράγματι, υπό τα πιο πάνω γενόμενα δεκτά, αφενός μεν η συμφωνηθείσα διαλυτική αίρεση ούτε αντίθετη προς τις ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου είναι, ούτε η ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας του ως άνω αγοραστή ΒΒ δεσμευόταν υπέρμετρα, αφού, όπως δέχεται το Εφετείο, α) η ενάγουσα αποφάσισε να πωλήσει το επίδικο ακίνητο που ήταν τμήμα του ενιαίου ακινήτου της, στον προαναφερόμενο αγοραστή λόγω της μακρόχρονης από το 1954 γνωριμίας τους και της βοήθειας που ο τελευταίος προσέφερε στην ενάγουσα μετά τον κατά το έτος 1970 επελθόντα θάνατο του συζύγου της και μόνο αφού αυτή επείσθη ότι αυτός αν αποφάσιζε να το μεταβιβάσει, θα το μεταβίβαζε στην ίδια, αυτό δε είχε ιδιαίτερη σημασία γι' αυτή, δεδομένου ότι στο υπόλοιπο τμήμα του αρχικού ενιαίου ακινήτου θα κατασκεύαζε την οικία της και γι' αυτό συστάθηκε υπέρ αυτής η προαναφερόμενη δουλεία της μη ανέγερσης από τον αγοραστή ορόφου πάνω από την ισόγεια οικοδομή, την οποία τυχόν αυτός θα κατασκεύαζε στο επίδικο και της οποίας το ύψος δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα 4,50 μέτρα από τη στάθμη του οικοπέδου, σε κάθε δε περίπτωση από τη μέση στάθμη της ιδιωτικής οδού, και συνεπώς ο όρος για τον περιορισμό της εξουσίας διάθεσης του επίδικου ακινήτου υπαγορεύθηκε από εύλογο συμφέρον της ενάγουσας, και β) ο προαναφερόμενος αγοραστής είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του, κατά την επανάληψη της υποχρέωσης περιορισμού της εξουσίας διάθεσης, τις μελλοντικές συνθήκες καθώς και να αναμεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα, γ) είχε τη δυνατότητα να αναμεταβιβάσει τούτο στην ενάγουσα και μάλιστα αντί τιμήματος μεγαλυτέρου από εκείνο, που συμφωνήθηκε μεταξύ της εναγομένης και του ως άνω αγοραστή, αφετέρου δε η εναγομένη δεν δικαιούται να συνυπολογίσει το δικό της χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του ως άνω δικαιοπαρόχου της αγοραστή του επίδικου ακινήτου και να επικαλεστεί κατά της ενάγουσας, στην οποία αναμεταβιβάστηκε αυτοδικαίως, με την πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, η κυριότητα του επίδικου ακινήτου, την κτήση της κυριότητας του με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης. Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης σχετικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη του από το άρθρο 281 ΑΚ προταθέντος ισχυρισμού τηςαναιρεσείουσας, σε συνδυασμό με τα συγκροτούντα και προταθέντα απ' αυτήν με τις προτάσεις της πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα προταθέντα πραγματικά περιστατικά και συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 10 περ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι αυτή (απόφαση) αφενός μεν απέρριψε χωρίς απόδειξη τον περί ατύπου παραιτήσεως της ενάγουσας από την επίμαχη διαλυτική αίρεση ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών σχετικά με τον προαναφερθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της ενάγουσας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, το μεν διότι την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού η προσβαλλόμενη κατέληξε αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, το δε διότι έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψή του, αφού η ως άνω επικαλούμενη παραίτηση φέρεται να έλαβε χώρα, κατά την αναιρεσείουσα (όπως προκύπτει από τις προτάσεις της), πριν τη σύνταξη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Στάμως Τσιλιμιδού του .../31-8-1999 προαναφερόμενουσυμβολαίου κατά τη διάρκεια συζητήσεως μεταξύ της ενάγουσας και του ως άνω αγοραστή, που έγινε ενώπιον της (εναγομένης), η δε προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι "η ενάγουσα από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1999 βρισκόταν στις ΗΠΑ" και συνεπώς πλήρως αιτιολογεί την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, αφού αποκλείει την παρουσία της ενάγουσας στον τόπο, στον οποίοφέρεται να δήλωσε την επικαλούμενη παραίτηση της, πριν τη σύνταξη στις 31-8- 1999 του ως άνω συμβολαίου.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 236/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ