494/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated494/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την από 28-12-2000 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη 2975/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την από 30-4-1998 αγωγή του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη, διότι δεν αποδείχτηκε ότι στην εκτροπή της μοτοσικλέτας του, εξαιτίας της οποίας τραυματίστηκε, υπήρξε οποιαδήποτε εμπλοκή άγνωστου οχήματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 494 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 494/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Λεμονιά Χονδράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2975/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 7745/01 μη οριστική και 9296/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-11-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου, τρίτου πέμπτου, έκτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη του τέταρτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 εδ 1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Τέλος, για το ορισμένο των λόγων αναίρεσης από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, χρειάζεται στο αναιρετήριο να αναφέρονται, αντίστοιχα, α) οι πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ορισμένα άρθρα, ορισμένου νόμου) και το νομικό σφάλμα, πού δηλαδή εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ 18/2005, 28/1998, 1/1995) και β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου και οι πραγματικές παραδοχές ή η μνεία ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες (ΟλΑΠ 32/1996).
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 57/1990). Δεν αρκεί η ανάλυση της έννοιας που αποδίδει ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου (ΑΠ 784/2006, 43/2003). Η παράθεση των αναγκαίων παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη και συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του δικαιώματος πρόσβασης του καθένα στα δικαστήρια (ΑΠ 618/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την από 28-12-2000 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη 2975/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την από 30-4-1998 αγωγή του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη, διότι δεν αποδείχτηκε ότι στην εκτροπή της μοτοσικλέτας του, εξαιτίας της οποίας τραυματίστηκε, υπήρξε οποιαδήποτε εμπλοκή άγνωστου οχήματος.
Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, την 20228/99 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (βλ. .....
έκθεση επίδοσης του δικαστ. επιμελητή Πρωτ. Αθηνών ........) σε συνδυασμό και προς την γενομένη εξέταση του ενάγοντος και τις παρασχεθείσες από τον ίδιο διευκρινήσεις επί της υποθέσεως κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου καθώς και την επανεξέταση της ιδίας ως άνω μάρτυρος, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση της προεκδοθείσας με αριθμό 7745/2001 απόφασης του δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης τούτου που έχουν τον ίδιο αριθμό με την παρούσα απόφαση, δεν αποδεικνύεται κατά την κρίση του δικαστηρίου η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι στο ένδικο ατύχημα υπήρξε οποιαδήποτε εμπλοκή αγνώστου οχήματος όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων.
Συγκεκριμένα αυτός με την κρινόμενη αγωγή του ισχυρίστηκε ότι περί ώρα 19.00 της 8-5-1996 ενώ έβαινε με την δίκυκλη μοτοσικλέτα του επί της διπλής κατευθύνσεως και πλάτους οδοστρώματος 7 μ. οδού ..... στις ..... Αττικής με κατεύθυνση από ..... προς ......, στο ύψος του Ο.Α. 29 ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, λευκού χρώματος και άγνωστου αριθμού κυκλοφορίας, που έβαινε με αντίθετη προς αυτό κατεύθυνση, δηλαδή από .....
προς ......, επεχείρησε ξαφνικά και απότομα στροφή αριστερά (αναστροφή) και παραβιάζοντας την διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος εισήλθε κάθετα στο δικό του (αντίθετο) ρεύμα κυκλοφορίας, σε ελάχιστη από τον ίδιο απόσταση και ότι αυτός προκειμένου να αποφύγει την μεταξύ τους σύγκρουση πραγματοποίησε τροχοπέδηση και ελιγμό προς τα δεξιά με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, να εκτραπεί αυτή από την κανονική της πορεία και να προσκρούσει σε παρακείμενο δένδρο με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του, ενώ ο υπαίτιος οδηγός του αγνώστων στοιχείων ΙΧΕ αυτοκινήτου ανέπτυξε ταχύτητα και εξαφανίστηκε, παραμένοντας τελικά άγνωστος.
Οι ανωτέρω όμως επικαλούμενες στην αγωγή συνθήκες επέλευσης του ένδικου ατυχήματος δεν επαληθεύτηκαν κατά τρόπο που να πείθει αντικειμενικά από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα στη συνταγείσα από το αρμόδιο τμήμα τροχαίας έκθεση αυτοψίας το ατύχημα που βεβαιώνεται είναι "εκτροπή-πρόκσρουση" και δεν αναφέρεται τίποτε απολύτως περί εμπλοκής αγνώστου αυτοκινήτου στο ένδικο ατύχημα.
Επισημαίνεται ότι τα αρμόδια όργανα της τροχαίας Νέας Ιωνίας διενήργησαν αυτοψία μέσα σε λίγο χρόνο από τη στιγμή της εκτροπής της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων όπως αυτό βεβαιώνεται στη συνταγείσα έκθεση και εάν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ή πληροφόρηση για εμπλοκή αγνώστου αυτοκινήτου ασφαλώς και θα ανεφέρετο στην έκθεση όπως επίσης θα σημειώνετο και στο συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα στο οποίο απεικονίζεται μόνον η πορεία και η εκτροπή της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων.
Εξάλλου στη συνταγείσα έκθεση αυτοψίας και στη στήλη με την ένδειξη "μάρτυρες" ουδείς αυτόπτης μάρτυς αναφέρεται. Ο ενάγων εξαιτίας του γεγονότος ότι τραυματίστηκε σοβαρά, δεδομένου ότι μετά το ατύχημα με αυτοκίνητο του ΕΚΑΒ διακομίστηκε στο περιφερειακό γενικό νοσοκομείο Αθηνών Κοργιαλένειο Μπενάκειο ΕΕΣ όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη ρήξη σπληνός, ρήξη ήπατος στο 8ο τμήμα και στις πύλες του, ρήξη μεσοκόλου της δεξιά κολικής καμπής, με ευμέγεθες οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα, συντριπτικό κάταγμα δεξιού ωλεκράνου με εξάρθρημα της κεφαλής της κερκίδος και χαμηλή βλάβη του κερκιδικού νεύρου, έδωσε ένορκη κατάθεση κατά την διενεργηθείσα προανάκριση δύο περίπου μήνες μετά το ατύχημα, δηλαδή στις 4-7-96.
Στην κατάθεσή του αυτή, αφού ισχυρίστηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα αγνώστου οδηγού αγνώστου οχήματος πρότεινε στη συνέχεια ως μάρτυρες τον ....... ο οποίος και εξετάστηκε την ίδια ημέρα και σε λίγη ώρα μετά στον ίδιο προανακριτικό υπάλληλο, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι αυτοί μετέβησαν μαζί στο αστυνομικό τμήμα για να εξεταστούν.
Ο εν λόγω μάρτυς επαναλαμβάνει στην κατάθεσή του τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά περί εμπλοκής αγνώστου οχήματος (κίνηση αγνώστου αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα, ενέργεια απότομης αναστροφής του, αποφευκτικός ελιγμός οδηγού μοτοσικλέτας, απώλεια ελέγχου και ανατροπή αυτής), καταθέτοντας στη συνέχεια ότι ο ίδιος, ο οποίος εκινείτο, όπως ισχυρίζεται, την ίδια ώρα στην προαναφερθείσα οδό οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στο οποίο επέβαιναν η σύζυγός του Γ1 και ο γιός τους ......., μαζί με την οικογένειά του σταμάτησε στο σημείο του ατυχήματος και είδε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας ήταν τραυματισμένος, ότι έδωσε τις πρώτες βοήθειες και ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ και ότι στη συνέχεια ο ίδιος έφυγε αφού είχε πάρει το τηλέφωνο του τραυματία.
Ακόμη ο ίδιος κατέθεσε ότι δεν συγκράτησε στοιχεία για το ΙΧΕ αυτοκίνητο παρά μόνο ότι ήτο ΙΧΕ χρώματος λευκού και ότι ο οδηγός του σταμάτησε προς στιγμή αλλά στη συνέχεια έφυγε με μεγάλη ταχύτητα από το σημείο εκείνο. Εξάλλου η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως μάρτυς σύζυγός του Γ1 κατέθεσε μεταξύ άλλων επί λέξει ότι "επέβαινα στο όχημα του συζύγου μου στην λεωφόρο .....
προς ......., μπροστά μας ήταν ένα λευκό αυτοκίνητο, έκανε στροφή και μπήκε στην αντίθετη κατεύθυνση, έκανε αναστροφή επί τόπου και γύρισε προς τα κάτω.... ο άνδρας μου κάλεσε την τροχαία, κάθησα με τον νεαρό .. του ζήτησα το τηλέφωνό του για να ειδοποιήσω επειδή θα έφευγε με το ασθενοφόρο, τρία τέταρτα έκανε το ασθενοφόρο να έρθει, η τροχαία ήρθε μόλις έφυγε το ασθενοφόρο, είπαμε στην τροχαία εμείς τι έγινε ...
έβγαζε (ο ενάγων) αίμα από το στόμα του δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον, στα 3 λεπτά μου είπε το όνομά του και το τηλέφωνό του, πήγαμε μαζί με τον άνδρα μου κι έδωσε κατάθεση πήρε η τροχαία τηλέφωνο και πήγαμε εκεί, δεν έδωσα το όνομά μου στην τροχαία". Η ίδια ως άνω μάρτυς επανεξεταζομένη ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου μετά την έκδοση της 7745/2001 απόφασης κατέθεσε επί λέξει μεταξύ άλλων "..
και εγώ και ο άνδρας μου είμαστε εκεί όταν ήρθε η τροχαία και δώσαμε τα ονόματά μας, το μόνο που έκανα σημείωσαν τον αριθμό της μηχανής ... όταν ήρθε η τροχαία είχε φύγει το 166, μετά από καιρό έδωσα το τηλέφωνό μου στη μητέρα του, οι δυο αστυνομικοί δεν ζήτησαν τα στοιχεία μας... είχε τις αισθήσεις του το παιδί, αλλά από κάποια στιγμή και μετά μελάνιασε και δεν μιλούσε".
Ακόμη ο ίδιος ο ενάγων κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι.... "το αυτοκίνητο το είδα στα 10 μ. όταν έκανε την αναστροφή επί τόπου, ρίχνω τη μηχανή πλάι και κάνοντας αυτήν την κίνηση βγαίνω από το δρόμο και πέφτω στο δένδρο, εκείνη τη στιγμή έχασα τις αισθήσεις μου, μετά από 10' που συνήλθα είδα μια κοπέλλα,...
η κοπέλλα ακολουθούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο και αυτή μου είπε ότι ήμουν αναίσθητος κάτω, αυτή ήταν με την οικογένειά της (τον άνδρα της και τα παιδιά της) με ρώτησε τι αισθάνομαι, κάλεσε το 166, της έδωσα το τηλέφωνό μου και ειδοποίησε τη γυναίκα μου, δεν είχα εγώ τη διεύθυνσή της και το τηλέφωνό της, η ίδια με πήρε μετά 3-4 ημέρες και ρώτησε τη γυναίκα μου για την υγεία της.
Η αστυνομία την ειδοποίησε για νάρθει να εξεταστεί... Μόλις ένοιωσα καλά πήγα στην αστυνομία για κατάθεση και εκεί μου είπαν ότι γι' αυτή την υπόθεση έδωσε κάποια κυρία κατάθεση...". Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η ανωτέρω μάρτυς δεν εξετάστηκε ποτέ στην προανάκριση για το ένδικο ατύχημα, αλλά μόνο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος.
Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω μαρτυρικών καταθέσεων, καθώς και τον συσχετισμό αυτών προς τις απαντήσεις του ίδιου του ενάγοντος κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο ακροατήριο επισημαίνονται σοβαρές αντιφάσεις μεταξύ τους που μειώνουν την αξιοπιστία τους και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν ήταν παρόντες την ώρα του ένδικου ατυχήματος, το οποίο προφανώς οφείλεται σε αμέλεια, ήτοι σε έλλειψη της επιβαλλόμενης κατά την οδήγηση προσοχής του ίδιου του ενάγοντος, την κρίση του δε αυτή το δικαστήριο στηρίζει και στα δεδομένα της κοινής πείρας και λογικής σύμφωνα με τα οποία θα έπρεπε οι ανωτέρω μάρτυρες, εάν όντως παρευρίσκοντο στον τόπο του ατυχήματος και ήσαν παρόντες, όπως η δεύτερη εξ αυτών κατέθεσε, την ώρα που μετέβησαν επί τόπου τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, να επισημανθούν ως και αναφερθούν τα ονόματά τους στη συνταγείσα έκθεση αυτοψίας, κάτι το οποίο ανάγεται στα κύρια υπηρεσιακά καθήκοντα των οργάνων που επιλαμβάνονται τη συλλογή και καταγραφή στοιχείων σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος και τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης αυτοψίας".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αναφορικά με τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα που αντιμετώπισε, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Η αναιρεσιβαλλομένη έχει νόμιμη βάση. Κατέληξε σε πορίσματα που είναι σαφή.
Δεν προκύπτει ότι έχει κάνει εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ορισμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ούτε παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας στην ερμηνεία κάποιων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Σύμφωνα με αυτά, το Εφετείο, με τις ορθές αυτές αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Συνακόλουθα, οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους στην πραγματικότητα ο αναιρεσείων, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, πλήττει την ανέλεγκτη εδώ αναιρετικά για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραθέτει στο αναιρετήριο όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο των λόγων στοιχεία και ιδίως τις πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλομένης, τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν , τα νομικά σφάλματα, του ισχυρισμούς και τα περιστατικά για τη θεμελίωσή τους, ως προς τους οποίους παρουσιάζονται οι ανεπάρκειες και αντιφάσεις, αλλά αναφέροντας και μόνο τις εσφαλμένες εκτιμήσεις, συμπεράσματα και κρίσεις του Εφετείου από τις αποδείξεις (μάρτυρες, έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία), πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι και απαράδεκτοι, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παραμόρφωση του περιεχομένου "της έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, με παραδοχή πραγματικών γεγονότων καταδήλως διαφόρων των διαλαμβανομένων σ' αυτή". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, αφενός διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ούτε παρατίθεται επακριβώς το περιεχόμενο που έχει δεχτεί το δικαστήριο με τη φερόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου του, ώστε από τη σύγκριση να καταστεί εφικτός ο έλεγχος του διαγνωστικού σφάλματος, και αφετέρου διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, έχει συνεκτιμήσει και το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, για να καταλήξει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, χωρίς μάλιστα να το εξαίρει ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου αυτού, όπως αυτό έχει κατά το αληθές περιεχόμενό του, συνεκτιμώντας το με άλλα αποδεικτικά μέσα.
ΙΙΙ. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται το εδάφιο 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί, παρά τα όσα αντίθετα στην προσβαλλόμενη απόφασή του διαλαμβάνει ότι έλαβε υπόψη και: α) την Ε96/8033/29-12-1996 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για ανεύρεση του άγνωστου οχήματος που φέρεται να έχει εμπλακεί στον τραυματισμό του και β) την από ..... έκθεση ένορκης εξέτασης του αστυφύλακα ..... ενώπιον του ανθυπαστυνόμου της τροχαίας Ν. Ιωνίας ......., "δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, με βάση αυτά που δέχτηκε, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και τα έγγραφα αυτά που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι από την πιο πάνω βεβαίωση του Εφετείου στην απόφασή του, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έχουν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμήθηκαν κατά το νόμο και τα έγγραφα αυτά για τα οποία παραπονείται τώρα ο αναιρεσείων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 9296/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ