Legislator Case Law & Legislation
494/2006 AI generated

494/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 494/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ..... την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν ο αναιρεσείοντες, αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την σε αυτό σημείωση του Προεδρεύοντος στο Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 22-11-2005 και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την άνω νόμιμο δικάσιμό της, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της, από το σχετικό πινάκιο. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε, πρέπει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα παραπάνω, να συζητήσει την υπόθεση παρά την απουσία του.

Legislator headnote

AI generated

494/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το άρθρο 937 Α.Κ. ορίζει, ότι «η απαίτηση από αδικοπραξία, παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση΄ σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης».

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 494 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 494/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ......., 2) α. ...... και β. ........, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ...... που έχει αποβιώσει, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Τσαγκατάκη.

Του αναιρεσίβλητου : ....... Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Απριλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2004 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23 Ιουνίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 8-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ΄Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ..... την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν ο αναιρεσείοντες, αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την σε αυτό σημείωση του Προεδρεύοντος στο Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 22-11-2005 και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την άνω νόμιμο δικάσιμό της, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της, από το σχετικό πινάκιο. Επομένως, αφού δεν εμφανίστηκε, πρέπει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα παραπάνω, να συζητήσει την υπόθεση παρά την απουσία του.

2. Το άρθρο 937 Α.Κ. ορίζει, ότι «η απαίτηση από αδικοπραξία, παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση΄ σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης».

Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διάταξης υπαγορεύθηκε για το λόγο, ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της αστικής προς αποζημίωση απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν, ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη.

Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: 1) η αδικοπραξία πρέπει ν΄ αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής δίωξης, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως και, 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξης πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.

Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπομένη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του Π.Κ., ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί πλημμελημάτων ανέρχεται σε πέντε (5) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του Π.Κ.

αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 Α.Κ. Εξάλλου για την διακρίβωση, αν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, είναι η όχι μακρότερη η ποινική παραγραφή σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, δεν συνυπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ. 3 του άρθρου 113 Π.Κ.

μέγιστο διάστημα της αναστολής κατά το οποίο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση και το οποίο ανέρχεται σε τρία έτη. Και αυτό για τους παρακάτω λόγους : Η αναστολή της ποινικής παραγραφής προϋποθέτει έναρξη της κύριας διαδικασίας, η οποία εκ των προτέρων δεν είναι γνωστό πότε θα επέλθει και δεν χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου.

Εξάλλου η ασφάλεια δικαίου ως έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου επιβάλλει να είναι από την αρχή προσδιορισμένη η διάρκεια της παραγραφής. Την αρχή όμως αυτή δεν ικανοποιεί η άποψη περί συνυπολογισμού στη βασική (in abstracto) πενταετή ποινική παραγραφή και της τριετίας της αναστολής. Πέραν τούτων ο συνυπολογισμός της τριετίας της ποινικής αναστολής προκαλεί σύγχυση με τη διακοπή και την αναστολή της αστικής παραγραφής της απαιτήσεως αποζημιώσεως, όπως οι θεσμοί ρυθμίζονται στα άρθρα 155 επ.

και 260 επ. του Α.Κ.. Τούτο γιατί θα προκληθεί το φαινόμενο στην αστική παραγραφή να εφαρμόζονται παράλληλα τόσο η ποινική αναστολή όσο και η αναστολή – διακοπή της παραγραφής του Α.Κ.. Τόσο η ποινική όσο και η αστική παραγραφή αποτελούν σύστημα κανόνων δικαίου, στο οποίο οι πράξεις που επιφέρουν διακοπή ή αναστολή της παραγραφής κρίνονται αυτόνομα στα πλαίσια καθενός από τα συστήματα αυτά.

Επομένως, ο νομοθέτης της παρ. 2 του άρθρου 937 Α.Κ. αναφερόμενος στην μακρότερη ποινική παραγραφή προδήλως αποβλέπει στην προβλεπομένη in abstracto ποινική παραγραφή άνευ συνυπολογισμού σ΄ αυτή και του διαστήματος της αναστολής (Ολ. Α.Π. 21/2003). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από την εταιρία ΣΕΒΑΘ ΑΒΕ (η οποία τώρα δεν είναι διάδικος) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να εργασθεί ως εργατοτεχνίτης στο εργοστάσιό της στην ....

και τοποθετήθηκε στον παλετοποιητή κυτίων με μοναδική επίβλεψη και εργασία στην παλετοποίηση των κυτίων που εξέρχονται από τον ψύκτη. Την 21-9-1993 και περί ώρα 10:45 ο αναιρεσίβλητος στην προσπάθειά του να απεγκλωβίσει πέντε (5) κουτιά που είχαν σφηνώσει στο μηχάνημα του αναβατορίου, προκειμένου να συνεχιστεί κανονικά η λειτουργία του, υπέστη ακρωτηριασμό των δακτύλων του δεξιού χεριού του και συγκεκριμένα απώλεια της ονυχοφόρου φάλαγγος αντίχειρος, απώλεια δύο φαλάγγων των υπόλοιπων τεσσάρων δακτύλων με αδύνατη αποθετική κίνηση, για τον τραυματισμό του δε αυτόν του αναγνωρίστηκε ποσοστό αναπηρίας 51% καθόλη τη διάρκεια της ζωής του.

Ο τραυματισμός του αναιρεσιβλήτου οφείλεται σε αμέλεια των δύο πρώτων εναγομένων ....... και ....(στη θέση του οποίου ήδη υπεισήλθαν, μετά το θάνατό του την 6-2-2004, η 2η και η τρίτη των αναιρεσειουσών, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του) εναντίον των οποίων ασκήθηκε η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 309 Π.Κ.) και τους επιδόθηκε την 3-3-1995 κλητήριο θέσπισμα.

Στη συνέχεια το Εφετείο, μετά την υποβολή α) ένστασης παραγραφής της ένδικης αξιώσεως λόγω συμπλήρωσης πενταετίας από τον τραυματισμό (21-9-1993) μέχρι την επίδοση της αγωγής στους εναγομένους (30-4-2001 και 3-5-2001, αντίστοιχα) και β) αντένστασης διακοπής ή αναστολής της παραγραφής για τρία ακόμη χρόνια λόγω του ότι η ένδικη αξίωση πηγάζει από αδικοπραξία, της οποίας ο χαρακτηρισμός ως κολάσιμης πράξης είναι πλημμέλημα και έχει ασκηθεί σχετική ποινική δίωξη σε βάρος των εναγομένων, δέχθηκε την αντένσταση διακοπής ή αναστολής της παραγραφής και απέρριψε την ένσταση της παραγραφής με την αιτιολογία ότι από την τέλεση της αξιόποινης πράξης (21-9-1993) μέχρι την επίδοση της αγωγής στους εναγομένους (30-4-2001 και 3-5-2001) δεν συμπληρώθηκε οκταετία.

΄Ετσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ..

Συνεπώς είναι βάσιμη η σχετική από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική αιτίαση και πρέπει εντεύθεν να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άθρο 176 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 103/2004 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην καταβολή στους αναιρεσείοντες των δικαστικών εξόδων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ