Supreme Court annuls labor dispute appeal decision and remands case for retrial due to jurisdictional error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a labor dispute between two companies and four employees. The appellants argued that the lower court failed to consider their long-standing opposition to the defendants' pay practices, while the respondents contested this claim. The court ruled that the appeal was admissible but found the specific ground regarding jurisdictional error valid, necessitating a complete annulment and remittal for a new trial before a differently constituted panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a judgment if a ground of appeal is based on a jurisdictional error, remitting the case for retrial before a differently constituted court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 493 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 493/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Ζησιμάτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 2)Β. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 3)Φ. Ρ. του Μ., κατοίκου ... και 4)Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κάπο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1974/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5161/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες εταιρείες με την από 26/1/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 26ης Ιανουαρίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 5161/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των αναιρεσειουσών την από 26ης Ιουνίου 2014 αγωγή αφορώσα εργατική διαφορά, εξεδόθη δε η υπ' αριθμόν 1974/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 19ης Οκτωβρίου 2015 έφεση και οι αναιρεσείουσες την από 23ης Οκτωβρίου 2015 έφεση ως και τους από 3ης Φεβρουαρίου 2017 προσθέτους λόγους. Μετά συνεκδίκαση των ως άνω εφέσεων και προσθέτων λόγων εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτές οι εφέσεις και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, εν συνεχεία δε οι αναιρεσείουσες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 παρ. 2 και 16 παρ. 8 Ν. 1876/1990, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται:
α. Σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας. β. Σε κλαδικές, που αφορούν τους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας. γ. Σε επιχειρησιακές, που αφορούν τους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης.
δ. Σε εθνικές ομοιοεπαγγελματικές που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς το επάγγελμα αυτό ειδικοτήτων όλης της χώρας. ε. Σε τοπικές ομοιοεπαγγελματικές, που αφορούν τους εργαζόμενους ορισμένου επαγγέλματος ή και των συναφών ειδικοτήτων συγκεκριμένης πόλης ή περιφέρειας", "Οι υπόλοιπες" (εκτός της εθνικής γενικής) "συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεσμεύουν τους εργαζόμενους και εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύμβαση εργασίας ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύμβαση εργασίας με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του παρόντος", "Με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Ειδικότερα η επέκταση ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10" και "Η απόφαση της διαιτησίας εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά", συνάγεται ότι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τους εργαζομένους περισσοτέρων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ωρισμένης πόλεως ή περιφερείας ή όλης της χώρας (κλαδικές συλλογικές συμβάσεις), ή τους εργαζομένους ωρισμένου επαγγέλματος και των συναφών προς αυτό ειδικοτήτων (ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις), ως και οι αντίστοιχες διαιτητικές αποφάσεις δεσμεύουν μόνον τους εργοδότες και τους εργαζομένους, οι οποίοι είναι μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατήρτισαν την συλλογική σύμβαση εργασίας ή μεταξύ των οποίων εξεδόθη η διαιτητική απόφαση, ενώ δύναται ο Υπουργός Εργασίας υπό προϋποθέσεις να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική ωρισμένη κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύμβαση εργασίας ή αντίστοιχη διαιτητική απόφαση, οπότε δεσμεύονται έκτοτε εξ αυτής και εργοδότες και εργαζόμενοι μη μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ηδύναντο να είναι μέλη αυτών.
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2, 4 και 5 του αυτού ως άνω Νόμου, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Η ισχύς της συλλογικής σύμβασης εργασίας αρχίζει από την ημέρα της κατάθεσής της στην αρμόδια υπηρεσία και λήγει με την πάροδο του χρόνου που συμφωνήθηκε ή με καταγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού", "Οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και "Μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", εν συνδυασμώ και προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 ιδίου Νόμου, συνάγεται ότι οι κανονιστικοί όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων, και μετά την λήξη της ισχύος ή την καταγγελία αυτών, εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο, ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολουθούν να ισχύουν ως ενοχικοί πλέον όροι μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σύμβαση εργασίας, η εν λόγω όμως εξακολούθηση της ισχύος των όρων αυτών ως κανονιστικών ή ενοχικών δεν επεκτείνεται επί συμβάσεων εργασίας, στις οποίες ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος ή αμφότεροι δεν είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Κατά πάσα περίπτωση, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία απορρέει από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", δύναται εγκύρως να συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας, ρητώς ή σιωπηρώς, ότι ο εργαζόμενος θα αμείβεται βάσει ισχυούσης ή μελλούσης να ισχύσει συλλογικής συμβάσεως ή διαιτητικής αποφάσεως, η οποία δεν είναι δεσμευτική ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε οι σχετικοί κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως ή της διαιτητικής αποφάσεως ισχύουν ως συμβατικοί όροι.
Αφ' ετέρου, οι αποδοχές του προσωπικού καθαριότητος των επιχειρήσεων των δραστηριοποιουμένων στον καθαρισμό κτηρίων και χώρων εν γένει ρυθμίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009 από την Δ.Α. 11/2008 "Για τους όρους αμοιβής εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική από 6ης Ιουνίου 2008 με την υπ' αριθμόν 51871/2440 από 11ης Ιουλίου 2008 Απόφαση της Υφυπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας (Φ.Ε.Κ.
Β' 1448/23 Ιουλίου 2008), και από 1ης Ιανουαρίου 2010 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2010 από την ομοία Δ.Α. 51/2010 (πράξη καταθέσεως 27/23 Νοεμβρίου 2010), η οποία δεν έχει κηρυχθεί υποχρεωτική, ενώ η απασχόληση των εν λόγω εργαζομένων κατά την Κυριακή αμείβεται βάσει του άρθρου μόνου παράγρ. 1 εδ. α' της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 (Φ.Ε.Κ.
Β' 54/1946), η οποία έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 1 Ν. 28/1944 και ερμηνευθεί δια της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 25825/1951 (Φ.Ε.Κ. Β' 86/1951), δια του νομίμου ημερομισθίου προσαυξανομένου κατά ποσοστό 75%. Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 της από 29ης Δεκεμβρίου 1980 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία έχει κυρωθεί με την διάταξη του άρθρου πρώτου Ν. 1157/1981, ορίζονται τα εξής: "Κατά την διαδικασίαν του Ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ.", ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, και προκειμένου περί μισθωτών υπαγομένων εις αυτόν, εξαιρέσει μισθωτών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δύναται να καθιερούται σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας πέντε εργασίμων ήμερων, άνευ μειώσεως του κατά περίπτωσιν ισχύοντος ή εφαρμοζομένου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας".
Κατ' εφαρμογήν της προαναφερομένης ρυθμίσεως, έχει καθιερωθεί, δια των διατάξεων των άρθρων 1 περ. γ' και 2 εδ. α' της Δ.Α. 39/2004 "Για τους όρους αμοιβής εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική από 29ης Σεπτεμβρίου 2004 με την υπ' αριθμόν 13129 από 19ης Οκτωβρίου 2004 Απόφαση του Υφυπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας (Φ.Ε.Κ.
Β' 1643/5 Νοεμβρίου 2004), ως προς το προσωπικό καθαριότητος των επιχειρήσεων των δραστηριοποιουμένων στον καθαρισμό κτηρίων και χώρων εν γένει, εβδομαδιαία εργασία πέντε ημερών και ημερησία και εβδομαδιαία απασχόληση οκτώ και σαράντα ωρών αντιστοίχως. Κατά την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 2874/2000, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 3385/2005, "Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).
Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 Ν. 3863/2010, η οποία αντικατέστησε την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 Ν. 2874/2000, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω είχε αντικατασταθεί, και συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 76 ιδίου Νόμου, ισχύει από της δημοσιεύσεως αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.
Α' 115/15 Ιουλίου 2010), οι ώρες υπερεργασίας αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 και 904 παρ. 1 ΑΚ αντιστοίχως, "Η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δημόσιας τάξης", "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη", "Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε" και "'Οποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι, επί καθιερώσεως εβδομάδος εργασίας πέντε ημερών, η απασχόληση από την 41η μέχρι την 45η ώρα, εφ' όσον δεν υπερβαίνει το νόμιμο ωράριο, συνιστά υπερεργασία, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσηυξημένο κατά ποσοστό 25% και από της 15ης Ιουλίου 2010 κατά ποσοστό 20%, η δε έκτη ημέρα εξομοιούται προς ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως, οπότε, εάν ο εργαζόμενος απασχοληθεί και έκτη ημέρα, η σύμβαση περί της απασχολήσεως κατά την ημέρα αυτή ως αντικειμένη προς απαγορευτική διάταξη νόμου πάσχει ακυρότητα και θεωρείται μη γενομένη και ο εργοδότης, καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιώτερος, υποχρεούται να αποδώσει προς τον εργαζόμενο ως προσπορισθείσα ωφέλεια το ποσόν της αμοιβής, την οποία θα κατέβαλλε προς άλλον μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος ως αντάλλαγμα της ιδίας εργασίας, εάν η σύμβαση δεν έπασχε ακυρότητα, χωρίς, όμως, να λαμβάνονται υπ' όψιν προς υπολογισμό της εν λόγω αμοιβής ιδιαίτερες περιστάσεις εν αναφορά προς το πρόσωπο αυτού, οι οποίες δεν θα υφίσταντο αναγκαίως και ως προς το πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως, ενώ, κατά την διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3846/2010, η οποία συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 35 ιδίου Νόμου, ισχύει από της δημοσιεύσεως αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.
Α' 66/11 Μαΐου 2010), "Η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%". Η έκτη δε ημέρα της εβδομάδος, παρ' ότι αποτελεί, επί καθιερώσεως πενθημέρου εβδομαδιαίας απασχολήσεως, ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως, εν τούτοις, προς υπολογισμό του εβδομαδιαίου μισθού και του χρόνου υπηρεσίας, θεωρείται πλασματικώς χρόνος εργασίας, εφ' όσον οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να λαμβάνουν τις αποδοχές των έξη ημερών και να απασχολούνται υπό το αυτό ωράριο εργασίας και, συνεπώς, ως ημερομίσθιο λαμβάνεται, προκειμένου περί εργατοτεχνιτών, το 1/6 της εβδομαδιαίας αμοιβής, το οποίο αντιστοιχεί προς εργασία 6,66 (40/6) ωρών, ενώ, εάν ο εργαζόμενος απασχοληθεί επί μείζονα ή ελάσσονα χρόνο, το εν λόγω ημερομίσθιο αυξάνεται ή μειούται αναλόγως.
Το προαναφερόμενο καταβαλλόμενο στον εργαζόμενο ποσόν λόγω της απασχολήσεως αυτού κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος κατά παράβαση του πενθημέρου δεν έχει τον χαρακτήρα μισθού αλλά αποζημιώσεως και δεν εντάσσεται στην έννοια των τακτικών αποδοχών, οι οποίες αποτελούν την βάση υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και της αποζημιώσεως απολύσεως (άρθρα 3 παρ. 1 Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981, Φ.Ε.Κ.
Β' 742, 3 παρ. 2 Ν. 2112/1920), ούτε των συνήθων αποδοχών, οι οποίες αποτελούν την βάση υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας (άρθρα 3 παρ.1 Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966), έστω και εάν το εν λόγω ποσόν παρέχεται σταθερώς και μονίμως, αφού λόγω της κατά τα ανωτέρω ακυρότητος της συμβάσεως εργασίας κατά την έκτη ημέρα δεν αποτελεί νόμιμο συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας.
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. α' και 7 εδ. α' Ν. 1892/1990, όπως αντικατεστάθησαν με την διάταξη του άρθρου 2 Ν. 2639/1998, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση)" και "Οι αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών δεν μπορεί να είναι κατώτερες από αυτές που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για τους απασχολούμενους κατά το κανονικό ωράριο για την ίδια εργασία και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης", ενώ από την διάταξη του άρθρου 2 Ν. 3846/2010, η οποία συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 35 ιδίου Νόμου ισχύει από της δημοσιεύσεως αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.
Α' 66/11 Μαΐου 2010), ορίζονται τα εξής: "Το άρθρο 38 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α'), όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α'), αντικαθίσταται ως ακολούθως: "1. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση). 2.
Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως: α) "εργαζόμενος μερικής απασχόλησης", κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, β) "συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση", κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες.
Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση... 9. Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης..."".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η έγγραφη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, είτε κατά την σύσταση της σχέσεως εργασίας, είτε κατά την διάρκεια αυτής, ότι οι ώρες εργασίας του εργαζομένου, υπολογιζόμενες επί ημερησίας ή εβδομαδιαίας ή δεκαπενθημέρου ή μηνιαίας βάσεως θα υπολείπονται του πλήρους ωραρίου εργασίας, οπότε και οι αποδοχές αυτού θα είναι μειωμένες αναλόγως προς τον περιορισμό των ωρών εργασίας.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 341 παρ. 1, 345 εδ. α', 655 εδ. α' ΑΚ και 1 της υπ' αριθμόν 95 Διεθνούς Συμβάσεως της Γενεύης "περί προστασίας του ημερομισθίου", η οποία εκυρώθη δια του άρθρου πρώτου Ν. 3248/1955, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής", "'Οταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία", "Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός απ' αυτά" και "Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως, ο όρος "ημερομίσθιον" σημαίνει οιαδήποτε και αν είναι η ονομασία ή ο τρόπος του υπολογισμού την αμοιβήν ή τας απολαυάς τας δυναμένας ν` αποτιμηθούν εις χρήμα και να καθορισθούν δια συμφωνίας ή δια της εθνικής νομοθεσίας προς οφειλόμενα δυνάμει συμβάσεως εκμισθώσεως υπηρεσιών, γραπτής ή προφορικής, συναφθείσης υπό εργοδότου δια τον μισθωτόν, είτε δι' εργασίαν εκτελεσθείσαν ή μέλλουσαν να εκτελεσθή, είτε δι' υπηρεσίας προσφερθείσας ή μελλούσας να προσφερθούν", προκύπτει ότι ο μισθός, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και η αμοιβή της υπερεργασίας και της εργασίας κατά την Κυριακή, εφ' όσον παρέχεται νομίμως, καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, εάν υπολογίζεται κατά μήνα, καταβάλλεται την τελευταία ημέρα του μηνός, η οποία αποτελεί δήλη ημέρα και με μόνη την πάροδο αυτής ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες - εφεσίβλητοι προσλήφθηκαν, στις 3-7-2006 ο πρώτος, στις 7-6-2006 ο δεύτερος, στις 25-4-2007 ο τρίτος και στις 10-4-2003 ο τέταρτος, ως εργάτες καθαριότητας με πλήρη απασχόληση και αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ εργασίας, από την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "...", με το διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.", η οποία διατηρούσε οργανωμένη επιχείρηση και στην οποία απασχολούσε εργαζόμενους για τον καθαρισμό δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων, την καθαριότητα των οποίων αναλάμβανε αυτή με συμβάσεις έργου. Το αντικείμενο της εργασίας των εναγόντων ειδικότερα ήταν ο καθαρισμός των κτιρίων, στα οποία στεγάζονται οι σταθμοί της Αττικό Μετρό της εταιρείας ΣΤΑΣΥ.
Απασχολήθηκαν μέχρι τις 10-6-2013 ο πρώτος, 7-6-2013 ο δεύτερος, 11-6-2013 ο τρίτος και 8-7-2013 ο τέταρτος, οπότε η δεύτερη εναγόμενη με την επωνυμία "... ... Α.Ε." η οποία από 10-1-2013, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης από τις συμβάσεις των εναγόντων, εφόσον διαδέχθηκε τη δεύτερη εναγόμενη, μετά την απορρόφηση της πρώτης με σύμβαση μεταξύ τους, που εγκρίθηκε με την 1487/2012 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Πειραιά, η οποία καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ του Εμπορικού Επιμελητηρίου Πειραιά και δημοσιεύθηκε στο 168 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους εγγράφως και τους κατέβαλε ως αποζημίωση απολύσεως τα ποσά των 1.115,40 ευρώ, 1.115,40 ευρώ, 1.101,90 ευρώ και 2.313 ευρώ αντίστοιχα.
Κατά την πρόσληψή τους οι ενάγοντες είχαν γνωστοποιήσει στην πρώτη εναγόμενη εργοδότριά τους την οικογενειακή τους κατάσταση καθώς και την προϋπηρεσία τους, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, προσκομίζοντας σ' αυτήν τα οικεία ασφαλιστικά τους βιβλιάρια, άλλωστε και από τους πίνακες προσωπικού της εναγόμενης φαίνεται καταχωρημένη η οικογενειακή τους κατάσταση στην οικεία στήλη, όπως και η προϋπηρεσία του κάθε εργαζόμενου, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού εβδόμου λόγου της έφεσης των εναγομένων.
Σύμφωνα με την ατομική σύμβαση εργασίας καθενός από τους ενάγοντες, αυτοί είχαν την υποχρέωση να απασχολούνται με κυλιόμενο ωράριο, επί 6 ώρες και 40 λεπτά για έξι ημέρες την εβδομάδα (ήτοι, 40 ώρες εβδομαδιαίως), ήτοι πλήρες ωράριο. Εξάλλου, η απασχόλησή τους με πλήρες ωράριο, για το οποίο οφείλονται πλήρεις νόμιμες αποδοχές δεν ανατρέπεται από την παραδοχή ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν μεταγενέστερα να απασχολούνται πέντε ήμερες την εβδομάδα, αφού δεν μετατρέπεται ο συνολικός εβδομαδιαίος χρόνος των 40 ωρών την εβδομάδα.
Ως προς την αμοιβή των εναγόντων για την εργασία τους, ως καθαριστές που απασχολούνται σε συνεργεία καθαρισμού, είχε συμφωνηθεί, με τις ατομικές συμβάσεις τους, ότι θα αμείβονται με βάση τις οικείες ΣΣΕ για τους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών. Έτσι με βάση τις ατομικές τους συμβάσεις ίσχυαν για τις αποδοχές τους οι ΔΑ 11/2008, η οποία είχε κηρυχθεί υποχρεωτική από 6-6-2008 (ΥΑ 51871/2440 ΦΕΚ Β' 1448/23-7-2008) και η ΔΑ 51/2010 (πράξη καταθέσεως 27/23-11-2010) σε συνδυασμό μεταξύ τους.
Με βάση τις εν λόγω ΔΑ το ημερομίσθιο των εναγόντων ως εγγάμων με προϋπηρεσία 4 τριετιών ανέρχονταν από 1-1-2008 έως 31-8-2008 στο ποσό των 45,10 ευρώ, από 1-9-2008 έως 31-12-2008 στο ποσό των 46,55 ευρώ, από 1-1-2009 έως 31-8-2009 στο ποσό των 47,72 ευρώ και από 1-9-2009 μέχρι 1-8-2010 στο ποσό των 49,64 ευρώ. Από 1-8-2010 έπαυσε να ισχύει η ΔΑ 11/2008. Οι ενάγοντες από 11-9-2012, 6-9-2012, 7-9-2012 και 4-9-2012 υπέγραψαν, αντίστοιχα ο καθένας τροποποίηση της ατομικής του σύμβασης εργασίας, με την οποία συμφώνησαν ότι οι πάσης φύσεως (τακτικές και έκτακτες) αποδοχές τους υπολογίζονται από την παύση ισχύος της ΔΑ 11/2008 (1-8-2010) και εφεξής, σύμφωνα με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.).
Όμως, οι τροποποιητικές αυτές συμβάσεις σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να έχουν αναδρομική εφαρμογή, αλλά ισχύουν για το διάστημα μετά την υπογραφή τους για τον καθένα. Επομένως, μέχρι και τον Αύγουστο 2012 οι ενάγοντες αμείβονταν με βάση την ΔΑ 11/2008 σε συνδυασμό με την ΔΑ 51/2010, στο εξής δε και μέχρι την απόλυσή τους με βάση την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2011, σύμφωνα με την οποία το βασικό ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 26,18 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με την εκκαλουμένη εσφαλμένα ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών να καταβάλλεται στους ενάγοντες ως ημερομίσθιο το οριζόμενο από τις ισχύουσες ΣΣΕ για τους εργαζόμενους στον κλάδο καθαριότητας των βιομηχανικών ή βιοτεχνικών κτιρίων και ότι αυτό ήταν από 1-1-2008 έως 31-8-2008 41,09 ευρώ, από 1-9-2008 έως 31-12-2008 42,54 ευρώ, από 1-12009 έως 31-8-2009 43,39 ευρώ, από 1-9-2009 έως 30-6-2011 45,16 ευρώ και από 1-7-2011 μέχρι την απόλυσή τους 45,90 ευρώ, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό προέβη στους υπολογισμούς των οφειλομένων από τις εναγόμενες ποσών για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, αμοιβής εργασίας Κυριακών, υπερεργασίας και διαφορά αποζημίωσης απολύσεως στον καθένα.
Οι εναγόμενες με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους παραπονούνται για την εσφαλμένη εφαρμογή των ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των καθαριστών - καθαριστριών βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων και ισχυρίζονται ότι με βάση εσφαλμένο υπολογισμό υποχρεώθηκαν στην κα-ταβολή των επιδικασθέντων ποσών στους ενάγοντες, ζητούν δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για το λόγο αυτό.
Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, το ημερομίσθιο των εναγόντων με βάση τις ως άνω εφαρμοζόμενες στην περίπτωσή τους ΔΑ (11/2008 και 51/2010), είναι μεγαλύτερο του ημερομισθίου που προέβλεπαν οι ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των καθαριστών - καθαριστριών Βιομηχανικών και Βιοτεχνικών επιχειρήσεων των εναγομένων, που έγιναν δεκτές από την εκκαλουμένη, συνεπώς αλυσιτελώς προβάλλονται οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εναγομένων, που αφορούν στο διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-8-2012 και πρέπει εν μέρει ν' απορριφθούν, οφειλόμενων στους ενάγοντες, όσων με την εκκαλουμένη έγιναν δεκτά.
Όμως, ως προς το υπόλοιπο διάστημα (1-9-2012 μέχρι την απόλυσή τους), οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι, καθόσον οι ενάγοντες, με βάση τα προαναφερόμενα τροποποιητικά των συμβάσεών τους συμφωνητικά, έπρεπε να αμείβονται με το ως άνω μικρότερο ημερομίσθιο καθοριζόμενο από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι ενάγοντες από τον Σεπτέμβριο 2012 μέχρι τον Μάϊο 2013 έπρεπε να λάβουν για διαφορές αποδοχών:
α) ο πρώτος ενάγων το ποσό των 8.351,64 ευρώ (22 ημερομίσθια X 26,18 ευρώ + 4 ημερομίσθια για Κυριακές X 45,82 ευρώ συνολικά μηνιαίες αποδοχές 759,24 ευρώ X 9 μήνες + επίδομα Χριστουγέννων 2012 + επιδόματα εορτών και αδείας 2013), έλαβε, όμως, για το ίδιο διάστημα (1-9-2012 έως 31-5-2013) το ποσό των 7.148,87 ευρώ (7.477,76 ευρώ το έτος 2012: 12 Χ4 μήνες = 2.492,59 + 4.656,28 ευρώ το έτος 2013) και επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 1.202,77 ευρώ, β) ο δεύτερος ενάγων το ποσό των 8.351,64 ευρώ (22 ημερομίσθια X 26,18 ευρώ + 4 ημερομίσθια για Κυριακές X 45,82 ευρώ συνολικά μηνιαίες αποδοχές 759,24 ευρώ X 9 μήνες + επιδόματα εορτών και αδείας), έλαβε, όμως, το ποσό των 4.452 ευρώ για το ίδιο διάστημα και επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 3.899,64 ευρώ γ) ο τρίτος ενάγων το ποσό των 9.110,88 ευρώ, κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς, έλαβε, όμως, το ποσό των 6.076,65 ευρώ και επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 3.034,23 ευρώ και δ) ο τέταρτος ενάγων το ποσό των 9.110,88 ευρώ κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς, έλαβε, όμως, για το ίδιο διάστημα το ποσό των 10.507,60 ευρώ και επομένως δεν του οφείλεται κανένα ποσό για την αιτία αυτή.
Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά το διάστημα από 1-9-2012 μέχρι την απόλυσή τους απασχολήθηκαν πέραν του νομίμου ωραρίου τους και πρέπει συνεπώς να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο της αγωγής για υπερεργασία. Εξ άλλου, για αποζημίωση απολύσεως οι ενάγοντες έπρεπε να λάβουν: α) ο πρώτος ενάγων, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου απασχόλησής του, το ποσό των 3.054,33 ευρώ (26,18 ημερομίσθιο X 100 ημερομίσθια X 1/6), έλαβε το ποσό των 1.115,40 ευρώ και επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 1.938,93 ευρώ, β) ο δεύτερος ενάγων έπρεπε να λάβει, κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς, το ίδιο ποσό των 3.054,33 ευρώ, έλαβε 1.115,40 ευρώ και δικαιούται το υπόλοιπο ποσό των 1.938,93 ευρώ, γ) ο τρίτος ενάγων έπρεπε να λάβει το ποσό των 3.054,33 ευρώ (κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς), έλαβε το ποσό των 1.101,90 ευρώ και επομένως δικαιούται το υπόλοιπο ποσό των 1.952,43 ευρώ και δ) ο τέταρτος ενάγων έπρεπε να λάβει το ποσό των 3.054,33 ευρώ (κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς), έλαβε το ποσό των 2.313 ευρώ και δικαιούται το υπόλοιπο ποσό των 741,33 ευρώ.
Τα ανωτέρω ποσά της αποζημίωσης απόλυσής τους οι ενάγοντες δικαιούνται με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της συμβάσεώς τους, καθόσον η δεύτερη εναγόμενη όφειλε να καταβάλει σ' αυτούς κατά την ημέρα της καταγγελίας (δήλη ημέρα) ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης. Η εκκαλουμένη που επιδίκασε τα αντίστοιχα ποσά από την επίδοση της αγωγής έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης των εναγόντων είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Συνολικά οι ενάγοντες για όλες τις παραπάνω αιτίες έπρεπε να λάβουν: Α) για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων: ο πρώτος: α) για το έτος 2008 το ποσό των 7.215,06 (4.280,36 + 2.934,70) ευρώ, β) για το έτος 2009 το ποσό των 7.946,13 (5.022,10 + 2.924,55) ευρώ, γ) για το έτος 2010 το ποσό των 9.245,03 ευρώ, δ) για το έτος 2011 το ποσό των 8.751,62 (3.654,68 + 5.096,94) ευρώ και ε) για το διάστημα από 1-1- 2012 έως 31-8-2012 το ποσό των 5.785,06 ευρώ και τέλος, για το διάστημα από 1-9-2012 έως 31-5-2013 το ποσό των 1.202,77 ευρώ και συνολικά για την εν λόγω αιτία το ποσό των 40.145,67 ευρώ, ο δεύτερος ενάγων:
α) για το έτος 2008 το ποσό των 7.009,93 (4.984,18 + 2.025,75) ευρώ, β) για το έτος 2009 το ποσό των 8.109,42 (4.940,18 + 3.169,24) ευρώ, γ) για το έτος 2010 το ποσό των 8.204,48 ευρώ, δ) για το έτος 2011 το ποσό των 11.465,11 (5.161,92 + 6.303,19) ευρώ, ε) για το διάστημα από 1-1-2012 έως 31-8-2012 το ποσό των 13.516,49 ευρώ και από 1-9-2012 έως 31-5-2013 το ποσό των 3.899,64 ευρώ και συνολικά το ποσό των 52.205,07 ευρώ, ο τρίτος ενάγων:
α) για το έτος 2008 το ποσό των 8.856,16 (5.705,92 + 3.150,24) ευρώ, β) για το έτος 2009 το ποσό των 8.109,42 (4.940,18 + 3.169,24) ευρώ, γ) για το έτος 2010 το ποσό των 8.206,6 ευρώ, δ) για το έτος 2011 το ποσό των 10.197,08 (4.100,14 + 6.096,94) ευρώ, ε) για το διάστημα από 1-1-2012 έως 31-8-2012 το ποσό των 10.253,30 ευρώ και για το διάστημα από 19-2012 έως 31-5-2013 το ποσό των 3.034,23 ευρώ και συνολικά το ποσό των 48.656,79 ευρώ, τέλος, ο τέταρτος ενάγων:
α) για το έτος 2008 το ποσό των 7.755,06 (4.820,36 + 2.934,70) ευρώ, β) για το έτος 2009 το ποσό των 7.668,83 (5.022,10 + 2.646,73) ευρώ, γ) για το έτος 2010 το ποσό των 7.096,21 ευρώ, δ) για το έτος 2011 το ποσό των 5.255,05 (1.933,30 + 3.321,75) ευρώ και ε) για το διάστημα από 1-1-2012 έως 31-8-2012 το ποσό των 5.809,63 ευρώ (για το διάστημα από 1-9-2012 έως 31-5-2013 δεν οφείλεται κανένα ποσό κατά τα άνω), και συνολικά για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων ο τέταρτος ενάγων δικαιούται το ποσό των 33.584,77 ευρώ.
Β) για διαφορές αμοιβής υπερεργασίας δικαιούται ο καθένας: α) για το έτος 2008 το ποσό των 2.795,21 (1.821,05 + 974,16) ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-6-2011 το ποσό των 7.567 ευρώ και γ) για το διάστημα από 1-7-2011 έως 31-12-2011 το ποσό των 1.403,04 ευρώ και συνολικά το ποσό των 11.765,25 ευρώ ο καθένας. Τέλος, για διαφορά αποζημίωσης απολύσεως δικαιούνται:
ο πρώτος ενάγων το ποσό των 1.938,93 ευρώ, ο δεύτερος το ποσό των 1.938,93 ευρώ, ο τρίτος το ποσό των 1.952,43 ευρώ και ο τέταρτος το ποσό των 741,33 ευρώ. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί εξοφλήσεως (μερικής ή ολικής), τον οποίο επαναφέρουν με τη έφεσή τους είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθενται τα επί μέρους ποσά, που οι ενάγοντες έλαβαν για κάθε μία από τις παραπάνω αιτίες, ούτε με ποιόν τρόπο καταβλήθηκαν αυτά, ώστε να μπορεί το δικαστήριο να διαγνώσει αν και για ποιο ύψος ποσού αυτός έχουν εξοφληθεί.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές κατ' ουσίαν οι κρινόμενες εφέσεις (η έφεση των εναγομένων εν μέρει) καθώς και ο πρόσθετος λόγος των εναγομένων, να εξαφανιστεί στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση για το ενιαίο της εκτελέσεως, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή, να γίνει δε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να απορριφθεί ό,τι κρίθηκε απορριπτέο και α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον η καθεμία για διαφορές αποδοχών - επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2009, 2010, από 1-1-2011 έως 30-6-2011 και υπερεργασία χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 μέχρι 31-8-2009:
στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 19123,68 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 18.245,90 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 18.248,09 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 18.630,34 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα που κάθε επί μέρους μηνιαία διαφορά (μισθού και υπερεργασίας) έπρεπε να καταβληθεί, για το επίδομα Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους για το οποίο οφείλεται, για το επίδομα Πάσχα από 1η Μαΐου του έτους που οφείλεται και για το επίδομα αδείας από την 1η Ιανουάριου του επομένου έτους για το οποίο οφείλεται, β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον η καθεμία, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 21.574,25 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 32.019,64 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 28.462,51 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 16.169,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως και παραπάνω.
Επίσης, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες για αποζημίωση απολύσεως, διαφορές αποδοχών - επιδομάτων εορτών και αδείας 2008, 2012, 2013 και αμοιβή υπερεργασίας 2008: στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 13.151,92 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα 15.643,71 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 15.663,87 ευρώ και στο τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 11.291,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για διαφορές αποδοχών - επιδομάτων και αμοιβή υπερεργασίας από τότε που κάθε επί μέρους ποσό διαφοράς έπρεπε να καταβληθεί και για αποζημίωση απολύσεως από την επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εναγόντων μέχρι την εξόφληση".
Εν συνεχεία, το Μονομελές Εφετείο, αφού εδέχθη τις εφέσεις και εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, εδέχθη εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε υπέρ των αναιρεσιβλήτων τα ως άνω ποσά νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.
Συγκεκριμένως, εδέχθη κατά τα ανωτέρω ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι αναιρεσίβλητοι θα αμείβονται "με βάση τις οικείες ΣΣΕ για τους εργαζομένους στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών", ότι βάσει της εν λόγω συμφωνίας το μισθολογικό καθεστώς των αναιρεσιβλήτων από της 1ης Ιανουαρίου 2008 και εξής διείπετο από τις Δ.Α. 11/2008 και 51/2010 "Για τους όρους αμοιβής εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας" μέχρι της 11ης Σεπτεμβρίου 2012 ως προς τον πρώτο, της 6ης Σεπτεμβρίου 2012 ως προς τον δεύτερο, της 7ης Σεπτεμβρίου 2012 ως προς τον τρίτο και της 4ης Σεπτεμβρίου 2012 ως προς τον τέταρτο, οπότε έκαστος των αναιρεσιβλήτων "υπέγραψε αντίστοιχα τροποποίηση της ατομικής του σύμβασης εργασίας, με την οποία συμφώνησαν ότι οι πάσης φύσεως (τακτικές και έκτακτες) αποδοχές τους υπολογίζονται από την παύση ισχύος της ΔΑ 11/2008 (1-8-2010) και εφεξής, σύμφωνα με την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, όμως οι τροποποιητικές αυτές συμβάσεις σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να έχουν αναδρομική εφαρμογή, αλλά ισχύουν για το διάστημα μετά την υπογραφή τους για τον καθένα".
Εν τούτοις, ενώ δεν εδέχθη το Μονομελές Εφετείο ότι οι διάδικοι ήσαν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων εξεδόθησαν οι προαναφερόμενες διαιτητικές αποφάσεις, και συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, μετά την λήξη της ισχύος αυτών οι όροι εκάστης δεν κατελάμβαναν ούτε ως κανονιστικοί ούτε ως ενοχικοί τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, εκτός εάν είχε συμφωνηθεί το αντίθετο, παρέλειψε να διευκρινίσει εάν οι εν λόγω συναφθείσες συμφωνίες περί υπαγωγής του μισθολογικού καθεστώτος των αναιρεσιβλήτων στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και συνακολούθως και διαιτητικές αποφάσεις περιελάμβαναν, εκτός των κηρυχθεισών γενικώς υποχρεωτικών, και τις μη κηρυχθείσες υποχρεωτικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, ούτε και εάν είχε συμφωνηθεί η εξακολούθηση της ισχύος των όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων ως προς το μισθολογικό καθεστώς των αναιρεσιβλήτων και μετά την λήξη της ισχύος αυτών.
Η παράλειψη διασαφηνίσεως των εν λόγω στοιχείων δημιουργεί έλλειμμα αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το μισθολογικό καθεστώς των αναιρεσιβλήτων δεν είχε μεταβληθεί μετά την λήξη της ισχύος της Δ.Α. 11/2008 και μέχρι της συνάψεως των νέων συμφωνιών κατά μήνα Σεπτέμβριο 2012, οι οποίες ετροποποίησαν τούτο και δεν είχαν χαρακτήρα απλώς επιβεβαιωτικό της εχούσης ήδη συντελεσθεί μεταβολής αυτού, αφού η εν λόγω παραδοχή δύναται να ισχύει μόνον εφ' όσον είχε συμφωνηθεί η εξακολούθηση της ισχύος των όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των διαιτητικών αποφάσεων ως προς το μισθολογικό καθεστώς των αναιρεσιβλήτων και μετά την λήξη της ισχύος αυτών, ενώ, εάν δεν έχει γίνει η εν λόγω συμφωνία, το μισθολογικό καθεστώς των αναιρεσιβλήτων μετά την λήξη της ισχύος της Δ.Α. 11/2008 ή και της Δ.Α. 51/2010, εάν η σχετική συμφωνία περιελάμβανε και διαιτητικές αποφάσεις μη κηρυχθείσες υποχρεωτικές, διείπετο πλέον από τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ώστε η προαναφερομένη περί μη μεταβολής αυτού παραδοχή να ελέγχεται ως αντιφατική.
Ωσαύτως, εδέχθη το Μονομελές Εφετείο ότι κατά την πρόσληψη των αναιρεσιβλήτων είχε συμφωνηθεί εβδομαδιαία απασχόληση αυτών έξι ημερών και ημερησία έξι ωρών και σαράντα λεπτών και ότι εν συνεχεία συνεφωνήθη απασχόληση αυτών πέντε ημερών, χωρίς να μετατραπεί ο συνολικός εβδομαδιαίος χρόνος των σαράντα ωρών, εν τούτοις παρέλειψε να διευκρινίσει ποίο το ημερήσιο ωράριο των αναιρεσιβλήτων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο συμφώνως προς τα ανωτέρω ίσχυε ως προς το προσωπικό των επιχειρήσεων των δραστηριοποιουμένων στον καθαρισμό κτηρίων και χώρων εν γένει εβδομαδιαία εργασία πέντε ημερών, και δη εάν υπήρξε αύξηση της ημερησίας απασχολήσεως ή η ημερησία απασχόληση των έξι ωρών και σαράντα λεπτών παρέμεινε η αυτή και η εργασία των αναιρεσιβλήτων παρείχετο και την έκτη ημέρα της εβδομάδος.
Η εν λόγω ελλιπής αιτιολογία αφορά και τα επιδικασθέντα κονδύλια της υπερεργασίας και της εργασίας κατά Κυριακές, αφού η παράθεση του ημερησίου ωραρίου είναι εκ των αναγκαίων στοιχείων της θεμελιώσεως των σχετικών αξιώσεων, αλλά και πάντα τα λοιπά επιδικασθέντα κονδύλια, ο υπολογισμός των οποίων έγινε βάσει πλήρων αποδοχών, ενώ, συμφώνως προς τα ανωτέρω, εάν η ημερησία απασχόληση ανήρχετο σε έξι ώρες και σαράντα λεπτά και η εργασία παρείχετο και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, οι αναιρεσίβλητοι δεν εδικαιούντο πλήρων αποδοχών αλλά αποδοχών μειωμένων κατά 1/6 εν συγκρίσει προς τις πλήρεις αποδοχές και η αποζημίωση της εργασίας κατά την έκτη ημέρα, οφειλομένη βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και από 11ης Μαΐου 2010 του άρθρου 8 Ν. 3846/2010, της οποίας εδικαιούντο, δεν ελαμβάνετο υπ' όψιν προς υπολογισμό των επιδομάτων εορτών, ούτε των αποδοχών και του επιδόματος αδείας ούτε της αποζημιώσεως απολύσεως.
Επίσης, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι οι λόγοι της εφέσεως των αναιρεσειουσών οι αφορώντες τα κεφάλαια της εκκαλουμένης αποφάσεως περί των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι 31ης Αυγούστου 2012, ήσαν εν μέρει απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και ως εκ τούτου ότι ωφείλοντο τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά λόγω διαφοράς αποδοχών και επιδομάτων αφ' ενός και υπερεργασίας αφ' ετέρου, των οποίων παρέθεσε μόνον τα αθροίσματα καθ' έκαστο έτος, ως προς δε τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων του διαστήματος από 1ης Σεπτεμβρίου 2012 μέχρι της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας εδέχθη ότι εδικαιούτο έκαστος αναιρεσίβλητος διάφορα επί μέρους ποσά λόγω διαφοράς βασικού μισθού, αμοιβής της εργασίας κατά Κυριακές και επιδομάτων εορτών και επιδομάτων αδείας, από το άθροισμα των οποίων το Μονομελές Εφετείο αφήρεσε το συνολικό ποσόν, το οποίο κατεβλήθη από τις αναιρεσείουσες κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ως αντάλλαγμα της παρασχεθείσης εργασίας, και επιδίκασε το υπόλοιπο.
Τα ως άνω δε ποσά, από 1ης Ιανουαρίου 2008 και εξής, επιδίκασε, άλλα καταψηφιστικώς και άλλα αναγνωριστικώς, νομιμοτόκως, τα αφορώντα βασικούς μισθούς, αμοιβή εργασίας Κυριακών και αμοιβή υπερεργασίας, από της επομένης της ημέρας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθούν, τα αφορώντα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, από της 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους, τα αφορώντα επιδόματα εορτών Πάσχα, από της 1ης Μαΐου του οικείου έτους, και τα αφορώντα επιδόματα αδείας, από της 1ης Ιανουαρίου του επομένου έτους.
Εν τούτοις, το Μονομελές Εφετείο παρέλειψε να προσδιορίσει ποίο συγκεκριμένως ποσό κατά κεφάλαιο και εκ ποίας νομικής αιτίας καθίσταται απαιτητό καθ' έκαστο χρονικό σημείο, με συνέπεια ως προς τα ανωτέρω επιδικαζόμενα ποσά, τα οποία πάντα παρατίθενται αθροιστικώς κατ' έτη ή άλλα μεγάλα χρονικά διαστήματα, να μην καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του οφειλομένου επ' αυτών τόκου.
Συνεπώς, οι πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, πέμπτος και όγδοος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια των οποίων προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 9 Ν. 118/1945, η οποία τροποποιηθείσα επανεφέρθη εν ισχύι δια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 3198/1955, "Επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις υπαγόμεναι εις τας περί ασφαλίσεως της ανεργίας διατάξεις του ν.δ. 2961/54 "περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας", δύνανται να καταγγέλλουν την σχέσιν εργασίας του προσωπικού των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, υποχρεούνται όμως να καταβάλλουν εις αυτό την υπό του β.δ.
της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζομένην αποζημίωσιν διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Κατά τας περιπτώσεις ταύτας δεν επιτρέπεται προειδοποίησις (προμήνυσις)", κατά δε την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 12 παρ. 2 Ν. 2112/1920, "Εργοδότης παραλείπων την κατά ανωτέρω υποχρέωσιν της καταγγελίας καταβάλλει εις τον απολυόμενον της εργασίας ως αποζημίωσιν ποσόν ίσον προς το σύνολον των τακτικών αυτού μισθών ή εν γένει αμοιβών, ας θα ελάμβανεν αντί της παρεχομένης εργασίας κατά τας εργασίμους ημέρας, προ των οποίων έδει να γίνει η καταγγελία".
Η κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις οφειλομένη αποζημίωση, υπολογιζομένη βάσει της οριζομένης από το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω Β.Δ. προθεσμίας καταγγελίας, έχει αυξηθεί βάσει των διατάξεων των εκάστοτε Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., καθοριζομένη κατά το άρθρο 3 της από 12ης Απριλίου 2006 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (πράξη καταθέσεως 14/13 Απριλίου 2006), προκειμένου περί εργατοτεχνιτών συμπληρωσάντων χρόνο υπηρεσίας 5 έως 10 ετών σε 30 ημερομίσθια και 10 έως 15 ετών σε 60 ημερομίσθια.
Ως χρόνος υπηρεσίας νοείται η διάρκεια της απασχολήσεως του εργαζομένου υπό σύμβαση αορίστου χρόνου στον καταγγέλλοντα την σύμβαση εργασίας εργοδότη, ενώ από την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ως άνω Β.Δ., κατά την οποία, "Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του εργάτου ή του υπηρέτου διατάξεων του παρόντος νόμου", συνάγεται ότι, εάν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, εφ' όσον διατηρείται η ταυτότης της επιχειρήσεως, στην οποία απασχολείται ο εργαζόμενος, προς εξεύρεση της αποζημιώσεως συνυπολογίζεται και ο χρόνος απασχολήσεως αυτού στον προηγούμενο εργοδότη.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο εδέχθη κατά τα ανωτέρω ότι οι αναιρεσίβλητοι προσελήφθησαν από την αναιρεσείουσα εταιρία "...", οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας δι' απορροφήσεως είναι από 10ης Ιανουαρίου 2013 η αναιρεσείουσα εταιρία "...", ως εργάτες καθαριότητος, ο πρώτος αναιρεσίβλητος, Β. Ν. του Κ., την 3η Ιουλίου 2006, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, Φ.
Ρ. του Μ., την 7η Ιουνίου 2006, ο τρίτος αναιρεσίβλητος, Β. Ρ. του Α., την 25η Απριλίου 2007 και ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, Μ. Κ. του Κ., την 10η Απριλίου 2003, ότι η αναιρεσείουσα εταιρία "..." κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας αυτών, του πρώτου την 10η Ιουνίου 2013, του δευτέρου την 7η Ιουνίου 2013, του τρίτου την 11η Ιουνίου 2013 και του τετάρτου την 8η Ιουλίου 2013, και ότι οι αναιρεσίβλητοι εδικαιούντο ως αποζημίωση απολύσεως εκατό ημερομίσθια έκαστος, βάσει δε της εν λόγω παραδοχής αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα εταιρία "..." οφείλει ως διαφορά της αποζημιώσεως απολύσεως σε έκαστον των πρώτου και δευτέρου αναιρεσιβλήτων το ποσόν των 1938,93 ευρώ, στον τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 1952,43 ευρώ και στον τέταρτο αναιρεσίβλητο το ποσόν των 741,33 ευρώ.
Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 3 της από 12ης Απριλίου 2006 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αφού οι αναιρεσίβλητοι εδικαιούντο βάσει του χρόνου απασχολήσεως αυτών στις αναιρεσείουσες εταιρίες, ο οποίος είχε υπερβεί, ως προς τους τρεις πρώτους, τα πέντε έτη, όχι όμως και τα δέκα, ως προς δε τον τέταρτο, τα δέκα έτη, όχι όμως και τα δέκα πέντε, ως αποζημιώση απολύσεως τριάντα ημερομίσθια έκαστος των τριών πρώτων και εξήντα ημερομίσθια ο τέταρτος.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερείδεται επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται περί παραβάσεως μη δυναμένης να προβληθεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή περί σφάλματος προκύπτοντος από την ιδία την απόφαση ή περί ισχυρισμού αφορώντος την δημοσία τάξη.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο η αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.
Προκειμένου να είναι ωρισμένος συμφώνως προς τις εν λόγω διατάξεις ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι έχει γίνει νομίμως επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του ισχυρισμού, ως προς τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ελήφθη υπ' όψιν από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, υπό το ισχύον επί αγωγών και ενδίκων μέσων κατατιθεμένων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015 δικονομικό καθεστώς (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β', 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' ΚΠολΔ ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ' ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.
Αφ' ετέρου, υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς, συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ ότι δεν είναι παραδεκτή στην κατ' έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι δεν έχουν προταθεί παραδεκτώς πρωτοδίκως, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, ή έχουν γεννηθεί μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν ή δεν έχουν προβληθεί από δικαιολογημένη αιτία ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, και ότι την συνδρομή μιάς των εν λόγω περιπτώσεων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, εκτός εάν πρόκειται περί ισχυρισμών λαμβανομένων αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, ενώ, εάν είναι εκκαλών, η εν λόγω επίκληση πρέπει να γίνει με το εφετήριο ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων ή με τις προτάσεις, εφ' όσον η διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση, επιτρέπει να προτείνονται οι πρόσθετοι λόγοι και με τις προτάσεις, όπως η διαδικασία των εργατικών διαφορών συμφώνως προς την ισχύουσα υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς διάταξη του άρθρου 674 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη αναφορικώς με την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του ενάγοντος εργαζομένου, ότι, συμφώνως προς ειδικό μη κανονιστικής ισχύος όρο της μεταξύ αυτών συμβάσεως εργασίας, η εν λόγω προϋπηρεσία αποδεικνύεται και αναγνωρίζεται μόνον με την προσκόμιση συγκεκριμένων δικαιολογητικών, αποτελεί ένσταση ερειδομένη επί της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 361 ΑΚ, μη λαμβανομένη αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, και συνεπώς, πρέπει κατά τα ανωτέρω να προταθεί παραδεκτώς κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή, εφ' όσον προταθεί το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να αποδείξει ο εργοδότης την συνδρομή μιάς των προϋποθέσεων παραδεκτής προβολής αυτής κατ' έφεση.
Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα εταιρία "..." την προϋπηρεσία αυτών με μόνη την προσκόμιση των οικείων ασφαλιστικών βιβλιαρίων, χωρίς να λάβει υπ' όψιν τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό, τον οποίον οι αναιρεσείουσες προέβαλαν και πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως, ότι συμφώνως προς σχετικό όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, η προϋπηρεσία του εργαζομένου αποδεικνύεται και γίνεται δεκτή μόνον με την κατάθεση στην εταιρία βεβαιώσεως του ασφαλιστικού φορέως και βεβαιώσεως περί της απασχολήσεως αυτού σε άλλους εργοδότες, χωρίς δε την προσκόμιση των προαναφερομένων δικαιολογητικών δεν αναγνωρίζεται η εν λόγω προϋπηρεσία.
Όμως, ο ως άνω λόγος, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός περί υπάρξεως ειδικού συμβατικού όρου ως προς την γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων προετάθη προφορικώς κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και κατεχωρίσθη στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των θεμελιούντων αυτόν περιστατικών ή περιείχετο στις προτάσεις των αναιρεσειουσών, κατά πάσα δε περίπτωση δεν προσκομίζονται ούτε οι προτάσεις των αναιρεσειουσών ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, ώστε να αποδεικνύεται η παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού πρωτοδίκως, ούτε εκτίθενται στοιχεία δικαιολογούντα παραδεκτή προβολή αυτού το πρώτον κατ' έφεση.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο. Περαιτέρω, εάν το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται επί επαλλήλων αιτιολογιών και απορριφθεί η αναίρεση ως προς μία εξ αυτών, οι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν τις λοιπές αιτιολογίες, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, αφού, και εάν γίνουν δεκτοί, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν θα θιγεί, καθ' όσον θα στηρίζεται αυτοτελώς επί της αιτιολογίας, ως προς την οποία απερρίφθη η αναίρεση.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι η γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων προέκυπτε και από τους πίνακες προσωπικού, τους οποίους προσεκόμισαν οι αναιρεσείουσες, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, τα οποία εάν είχε ορθώς αναγνώσει, θα είχε καταλήξει σε αντίθετο πόρισμα. Από το προπαρατιθέμενο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η διάταξη αυτής περί απορρίψεως του αναφερομένου στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων εβδόμου λόγου της εφέσεως των αναιρεσειουσών στηρίζεται επί των επαλλήλων αιτιολογιών αφ' ενός της πληττομένης με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως ως προϊόν παραμορφώσεως του περιεχομένου των πινάκων προσωπικού και αφ' ετέρου της πληττομένης με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η εν λόγω προϋπηρεσία είχε γνωστοποιηθεί στην εργοδότιδα εταιρία με την προσκόμιση των οικείων ασφαλιστικών βιβλιαρίων, ο οποίος όμως λόγος έχει κατά τα ανωτέρω απορριφθεί.
Συνεπώς, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος ως αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί, αφού και εάν γίνει δεκτός, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν θα θιγεί ως στηριζόμενο αυτοτελώς επί της προαναφερομένης αιτιολογίας, η οποία είχε προσβληθεί με τον απορριφθέντα έβδομο λόγο.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ περί μη λήψεως υπ' όψιν από το δικαστήριο παρά τον νόμο πραγμάτων προταθέντων και εχόντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεν ιδρύεται, εάν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπ' όψιν ισχυρισμός είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οπότε συμφώνως προς τα ανωτέρω ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 342 και 345 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστερήση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη" και "'Οταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία", συνάγεται ότι, εάν ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής είναι υπερήμερος, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει τόκο υπερημερίας, χωρίς να είναι υπόχρεως να αποδείξει ζημία, όμως, ο οφειλέτης δεν καθίσταται υπερήμερος, εάν δεν υπέχει ευθύνη ως προς την καθυστέρηση, ως όταν έχει δικαιολογημένη, μη οφειλομένη σε αμέλεια αυτού, αμφιβολία, πλάνη ή άγνοια ως προς την ύπαρξη του χρέους.
Ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά ένσταση, το δε εύλογο της αιτίας της καθυστερήσεως αποτελεί έννοια νομική, υποκειμένη στον αναιρετικό έλεγχο.
Εν προκειμένω, με τον ένατο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο κατ' ουσίαν τον μόνο λόγο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, επιδίκασε τόκους επί των επιδικασθέντων υπέρ αυτών με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ποσών, αφ' ότου έκαστο επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, χωρίς να λάβει υπ' όψιν τον παραδεκτώς προταθέντα δια των προτάσεων προς υπεράσπιση κατά της εν λόγω εφέσεως ισχυρισμό των αναιρεσειουσών εκ του άρθρου 342 ΑΚ ότι δεν υπείχαν ευθύνη ως προς την καθυστέρηση των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων και επομένως δεν περιήλθαν σε υπερημερία.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ χάριν των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειουσών, ο εν λόγω προβληθείς ισχυρισμός έχει ως εξής: "η καθυστέρηση της καταβολής των όποιων τυχόν διαφορών αποδοχών, θα επιδικασθεί, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά μας αλλά σε ανυπαίτια άγνοιά μας για την ύπαρξη της οφειλής, αφού (α) επί σειρά ετών οι αποδοχές των αντιδίκων υπολογίζονταν με βάση τα ημερήσια στοιχεία μερικής απασχόλησής τους 6 ώρες και 30 λεπτά, που απεικόνιζαν την μεταξύ μας συμφωνία μειωμένης καθημερινής απασχόλησης, οι δε αντίδικοι ελάμβαναν τις αποδοχές τους, κατά τους υπολογισμούς του λογιστηρίου μας, ανεπιφύλακτα, χωρίς την παραμικρή εναντίωση, (β) οι αντίδικοι ουδέποτε για πολλά χρόνια προέβαλαν αξιώσεις για διαφορές αποδοχών, από την έναρξη της εργασίας τους μέχρι την επίδοση της αγωγής, και επομένως αγνοούσαμε ανυπαίτια την ύπαρξη διαφορών αποδοχών, ώστε να καθιστάμεθα υπερήμερες για την μη καταβολή τους".
Μόνα όμως τα εν λόγω παρατιθέμενα περιστατικά, της μη προβολής αξιώσεων και της μη εναντιώσεως των αναιρεσιβλήτων επί σειρά ετών, δεν δικαιολογούν αμφιβολία ή πλάνη ή ανυπαίτια άγνοια των οργάνων των αναιρεσειουσών ως προς τις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων και ο εν λόγω μη ληφθείς υπ' όψιν από το Μονομελές Εφετείο ισχυρισμός της μη περιελεύσεως των αναιρεσειουσών σε υπερημερία είναι μη νόμιμος και δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συνεπώς, ο υπό κρίση, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν η αίτηση αναιρέσεως γίνεται δεκτή και δια της παραδοχής ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι τυχόν περιλαμβανόμενοι άλλοι λόγοι, εκτός εάν δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον.
Εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.
Εν προκειμένω, εν όψει των κατά τα ανωτέρω δεκτών γενομένων λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί καθ' ολοκληρίαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση, ενώ παρέλκει κατά τα προαναφερθέντα η εξέταση των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι πάντες αφορούν αιτιάσεις ως προς επί μέρους διατάξεις, ως προς τις οποίες η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει κατά τα ανωτέρω αναιρεθεί δυνάμει των δεκτών γενομένων λόγων.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 5161/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών ποσού χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ