493/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated493/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 17-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 493 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 493/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018 , με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσίβλητων:1. Ε. Τ. του Γ., 2.Ά. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Χρυσόστομο Γασπαράτο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1044/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, 130/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-10-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 17-1-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 70 του ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μπορεί να αναγνωριστεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση που ρυθμίζεται από το δίκαιο και αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, δημιουργεί δε δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την ως άνω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής.
Συνεπώς, η παραπάνω διάταξη είναι τοιαύτη ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου και η απόφαση που εκδίδεται επί της αναγνωριστικής αγωγής τέμνει τη διαφορά όπως και επί καταψηφιστικής, παράγουσα δεδικασμένο περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας του δικαιώματος με τις συνέπειές του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../17.05.2005 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της Συμβ/φου Αργοστολίου Ά.
Γ. - Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα....., έχουν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου (αγροτεμαχίου), έκτασης 2.506,11 τ.μ., που βρίσκεται εκτός των ορίων του οικισμού ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... στην ειδικότερη θέση "...", το οποίο συνορεύει γύρωθεν......., το οποίο οι δωρήτριες Ε.
Κ. και Α. Κ. απέκτησαν κατά το ποσοστό 1/3 η καθεμία από κληρονομία της μητέρας τους Σ., χήρας Ε. Τ., που απεβίωσε την 27η.07.1997 χωρίς να αφήσει διαθήκη και αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτή δυνάμει της υπ’ αριθμόν .../17.05.2005 πράξης αποδοχής κληρονομίας Συμβ/φου Αργοστολίου Α. Γ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα.... Στη συνέχεια δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../17.05.2005 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβ/φου Αργοστολίου Α.
Γ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα......, ο Γ. Τ., πατέρας των εναγόντων μεταβίβασε στους ενάγοντες το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό (1/3) εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου ακινήτου και το ποσοστό του καθενός από τους ενάγοντες προσαυξήθηκε κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, το οποίο είχε περιέλθει σε αυτόν από κληρονομία της μητέρας του Σ., χήρας Ε.
Τ., που απεβίωσε την 27η.07.1997 χωρίς να αφήσει διαθήκη που αποδέχθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμόν .../17.05.2005 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβ/φου Αργοστολίου Ά. Γ. - Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα.....
Συνεπώς δυνάμει των ως άνω μεταβιβάσεων, οι ενάγοντες έχουν καταστεί με παράγωγο τρόπο συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενώ οι δικαιοπάροχοί τους αφενός μεν οι δωρήτριες Ε. Κ. και Α. Κ., αφετέρου ο πατέρας τους Γ. Τ. είχαν καταστεί συγκύριοι του ακινήτου αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας δυνάμει της υπ’ αριθμόν .../ 17.05.2005 πράξης αποδοχής κληρονομιάς Συμβ/φου Αργοστολίου Ά.
Γ. - Κ., με την οποία αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά της μητέρας τους Σ., χήρας Ε. Τ. που απεβίωσε την 27η.07.1997 χωρίς να αφήσει διαθήκη. Με την με αριθμόν .../24.12.2004 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κεφαλληνίας, που συντάχθηκε κατόπιν της με αριθμό πρωτ. .../29.04.2004 αίτησης χαρακτηρισμού του πρώτου των εναγόντων σε συνδυασμό με την με αριθμό .../24.12.2004 εισήγηση της Δασολόγου της ως άνω υπηρεσίας Μ.
Π., έκταση συνολικού εμβαδού 1,1414 στρεμμάτων, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ως άνω προπεριγραφομένου ακινήτου, όπως αυτή απεικονίζεται στο από Απρίλιο του 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού μηχανικού Ό. Φ. με τα στοιχεία.... χαρακτηρίστηκε ως μη δασική. Με το με αριθμό .../24-12-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κεφαλληνίας, α) έκταση εμβαδού 0,60721 στρεμμάτων του ως άνω προπεριγραφόμενου ακινήτου, η οποία απεικονίζεται στο από Απρίλιο του 2003 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ό.
Φ. με τα στοιχεία....., το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της με αριθμό πρωτ. .../24.12.2004 πράξης χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Κεφαλληνίας, χαρακτηρίστηκε οριστικά και τελεσίδικα ως μη δάσος η δασική με την υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου .../23-3-1998 πράξη χαρακτηρισμού της διεύθυνσης Δασών Κεφαλληνίας, και β) έκταση συνολικού εμβαδού 0757,505 στρεμμάτων του ως άνω προπεριγραφόμενου ακινήτου, η οποία απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ό.
Φ. με τα στοιχεία....., το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της με αριθμό πρωτ. .../24.12.2004 πράξης χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Κεφαλληνίας έχει χαρακτηριστεί οριστικά και τελεσίδικα με την με αριθμό πρωτ. ...1999 απόφαση Α’ Ε.Ε.Δ.Α. ως μη δασικού χαρακτήρα, υπαγόμενη όμως στην παράγραφο 6β του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, δηλαδή έχει το χαρακτήρα της χορτολιβαδικής έκτασης.
Και στα δύο έγγραφα (με τη με αριθμό .../24.12.2004 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης και με αριθμό .../24.12.2004 έγγραφο) επισημαίνεται ότι δεν θίγονται εμπράγματα δικαιώματα του Δημοσίου η των ιδιωτών και ότι τόσο η πράξη χαρακτηρισμού, όσο και το ως άνω έγγραφο δεν αποτελούν στοιχείο απόδειξης ιδιωτικών εμπράγματων δικαιωμάτων.
Με τη μνημονευόμενη με αριθμό πρωτ. ...1999 απόφαση η Α’ Ε.Ε.Δ.Α δεχόμενη την ένσταση του Χ. Α. κατά της με αριθμό .../23.03.1998 πράξης της Δ/νσης Δασών Κεφαλληνίας, έκρινε κατά πλειοψηφία, ότι η στη θέση "..." περιοχής ... Ν. Κεφαλληνίας έκταση εμβαδού 4.636 τ.μ., που απεικονίζεται στο από Οκτώβριο !938 τοπογραφικό διάγραμμα του Μ.
Δ. Μ. με στοιχεία ..... είναι μη δασικού χαρακτήρα υπαγόμενη στο άρθρο 3 παρ. 6β του Ν. 998/ 1979 "περί Προστασίας των Δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεως της χώρας". Κατά την υποβολή αίτησης τους οι ενάγοντες προς τη Δ/νση Πολεοδομίας της Ν.Α. Κεφαλληνίας - Ιθάκης για έκδοση οικοδομικής άδειας για την κατασκευή κατοικιών εντός του επιδίκου, συνυπέβαλαν και το με αριθμό .../24-12-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κεφαλληνίας, σύμφωνα με το οποίο το τμήμα έκτασης συνολικού εμβαδού 0757,505 έχει χαρακτηρισθεί χορτολιβαδική έκταση κατά τα ανωτέρω και υποβλήθηκε ερώτημα από τη Δ/νση Πολεοδομίας της Ν.Α.
Κεφαλληνίας - Ιθάκης προς τη Δ/νση Δασών Νομού Κεφαλληνίας αν μπορεί να εκδοθεί οικοδομική άδεια, η οποία απάντησε με το με αριθμό πρωτ. .../22.10.2009 έγγραφο ότι "προκειμένου ιδιώτης να αναγνωρισθεί ιδιοκτήτης έκτασης, όπου έχει χαρακτηρισθεί ως χορτολιβαδική (άρθρο 3 παρ. 6β και παρ. 7 του Ν. 998/1979), θα πρέπει να προσκομίσει απόφαση του Ν.Σ.Κ., όπου είναι αρμόδιο για άσκηση ή μη εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου (κατά των δικαστικών αποφάσεων, όπου αναγνωρίζονται ως κύριοι εδαφικών εκτάσεων) ότι δεν ασκήθηκε έφεση κατά της απόφασης που θα προσκομίσουν ως τίτλο ιδιοκτησίας, ή έγγραφο της υπηρεσίας μας που θα αναφέρονται τα ανωτέρω.
Η απόφαση που προσκομίσθηκε (εκκαλουμένη), δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως τίτλος ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου, το τμήμα της έκτασης εμβαδού 757,505 τ.μ., όπως αναφέρεται στο με αριθμό πρωτ. .../24-12-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κεφαλληνίας, διαχειρίζεται και προστατεύεται από τη Δασική Υπηρεσία". Προηγούμενα το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων - Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος - Τμήμα Αλλαγής Χρήσης Δασικών Γαιών -Τμήμα Νομικών Υποθέσεων με το με αριθμό πρωτ. .../ ...09.04.2008 έγγραφο προς το Υπουργείο ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Γενική Δ/νση Νομοθετικού Έργου, Τμήμα Νομικό - Συμβάσεων με θέμα "Έκδοση οικοδομικών αδειών σε χορτολιβαδικές εκτάσεις της παρ. 6β του Ν. 998/1979 σε σχέση με α) .../04.03.2008 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, β) ...18.04. 2006 έγγραφο Δ/νσης νομοθετικού Έργου ΥΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., ανέφερε ότι "κρίνεται επιβεβλημένη η παρέμβασή τους στο ζήτημα της αντιμετώπισης των εκτάσεων που φέρουν χορτολιβαδική βλάστηση και βρίσκονται σε περιοχές της χώρας, για τις οποίες δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου (παράγραφος 1, άρθρου 62 του Ν. 998/1979).
Εάν λοιπόν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των παραπάνω εκτάσεων δεν έχει λυθεί κατά τη νόμιμη διαδικασία, αυτές αντιμετωπίζονται ως δημόσιες κι έχει εφαρμογή η παράγραφος 7 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 2 του Ν. 3208/2003. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτάσεων αυτών επιλύεται με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 8 του Ν. 998/1979, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην παραπάνω διάταξη, ή με δικαστική απόφαση, μετά την έγερση διεκδικητικής αγωγής κυριότητας.
Μετά τα παραπάνω, θεωρούμε ότι θα πρέπει να ανασκευάσετε τα αναφερόμενα στην τελευταία παράγραφο του (β) σχετικού, καθότι η προϋπόθεση της κυριότητας για την έκδοση οικοδομικών αδειών σε χορτολιβαδικές εκτάσεις, θα πρέπει να προκύψει κατά τη νόμιμη διαδικασία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη δεύτερη παράγραφο του παρόντος".
Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με τα με αριθμό πρωτ. .../12.12.2005 έγγραφο αναφέρει ότι "διαβιβάζεται συνημμένα η κατ’ άρθρο 8 του Α.Ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 24 του ν. 2732/1999 (ΦΕΚ 154Α’ ) από 05.12.2005 αίτηση θεραπείας των Ε. Τ. του Γ. κ.λ.π. και τα συνημμένα σ’ αυτή στοιχεία, που κοινοποιήθηκε την 07.12.2005 και αφορά έκταση 2.506,11 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... στην ειδικότερη θέση "...". Ωστόσο δεν προσκομίζεται κάποιο στοιχείο αναφορικά με την εκδίκαση της ως άνω αίτησης θεραπείας. Η Δ/νση Πολεοδομίας της Ν.Α. Κεφαλληνίας - Ιθάκης - Τμήμα έκδοσης αδειών με το με αριθμό πρωτ. .../02.10.2009 έγγραφό της προς τη Δ/νση Δασών με θέμα "Ιδιοκτησιακή καθεστώς χορτολιβαδικής έκτασης αναφέρει ότι "κατατέθηκε στην υπηρεσία τους η με αριθμό 1044/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ως τίτλος ιδιοκτησίας σε συνέχεια της από 27.05.2005 (αριθμός πρωτ. .../2005) αίτησης ιδιώτη για έκδοση οικοδομικής άδειας με συνημμένο δικαιολογητικό το με αριθμό .../24.12.2004 έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο τμήμα της ιδιοκτησίας έχει κριθεί τελεσίδικα ως χορτολιβαδικό.
Άποψη της υπηρεσίας μας αναφορικά με την έκδοση οικοδομικής άδειας με τη με αριθμό 1044/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ως τίτλος ιδιοκτησίας, είναι ότι επειδή η απόφαση του Πρωτοδικείου, αφ’ ενός μεν αναφέρει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, αφ’ ετέρου δε γνωμοδοτεί επί της κυριότητας και απορρίπτει την αγωγή για άλλους λόγους, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως τίτλος ιδιοκτησίας".
Σε απάντηση προς αυτό το έγγραφο η Δ/νση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας, Τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της Γενικής Διεύθυνσης περιφέρειας Ιονίων Νήσων με το με αριθμό πρωτ. .../02.11.2009 ανέφερε ότι "για να εκδοθεί οικοδομική άδεια σε γήπεδο, συνυπολογίζοντας στο συντελεστή δόμησης τη χορτολιβαδική έκταση, θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος να προσκομίσει έναν από τους τίτλους που αναφέρονται στο άρθρ. 3 του ΠΔ 137/81 9Εγγρ. .../06.04.1999 Υπ.
Γεωργίας). Η απόφαση 1044/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, την οποία μας επισυνάψατε, δεν αποφαίνεται για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της χορτολιβαδικής έκτασης και επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως τίτλος ιδιοκτησίας υπενθυμίζοντας το ...09.07.2007 έγγραφο, όπου επισημαίνεται ότι ο συντελεστής δόμησης επί ιδιωτικού δασικού τμήματος υπολογίζεται μόνο για τις χρήσεις που επιτρέπονται από το Ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το Ν. 3208/2003".
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα την 27η.07.1997 Σ., χήρα Ε. Τ., είχε καταστεί αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και μάλιστα με αυτόν της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον τουλάχιστον από το έτος 1953 και εντεύθεν νεμόταν με διάνοια κυρίου το ακίνητο αυτό ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου αυτού πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και ειδικότερα, το επιτηρούσε, το καθάριζε από την άγρια βλάστηση, κάποια τμήματα αυτού τα καλλιεργούσε, ενώ κάποια άλλα τμήματα αυτού τα εκμίσθωνε σε βοσκούς της περιοχής, προκειμένου να πηγαίνουν τα ποίμνιά τους εκεί προς βοσκή, εντός αυτού δε υπάρχουν αχλαδιές και ελιές, ενώ οι κάτοικοι του χωριού γνώριζαν ότι ανήκει αρχικά στον Ε.
Τ. και στη συνέχεια στους κληρονόμους του. Τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο, η οποία κρίνεται ως πειστική, καθώς και από τα όσα βεβαιώνουν οι μάρτυρες των εναγόντων στις ως άνω ένορκες καταθέσεις τους. Επομένως οι ενάγοντες, οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται την επίδικη έκταση, ενεργώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του ακίνητου διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα επιβλέπουν τα όρια της, προέβησαν σε καταμέτρηση και τοπογράφησή του και επιτρέπουν στους κτηνοτρόφους της περιοχής να βόσκουν τα ζωντανά τους εντός αυτής, έχουν καταστεί κύριοι αυτής.
Το Ελληνικό Δημόσιο, με τις έγγραφες προτάσεις του ισχυρίζεται ότι με την έκδοση της με αριθμό .../24.12.2004 βεβαίωσης της Δ/νσης Δασών Νομού Κεφαλληνίας δεν προβάλει ιδιοκτησιακό δικαίωμα, αλλά αναφέρεται στην πράξη χαρακτηρισμού, η οποία ως διοικητική πράξη, όταν καταστεί αμετάκλητη είναι δεσμευτική ως προς το χαρακτήρα της έκτασης (δασικός, χορτολιβαδικός, αγροτικός), ενώ προκειμένου να προβάλει ιδιοκτησιακά δικαιώματα, όταν πρόκειται για εκτάσεις για τις οποίες δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητάς του, απαιτείται έλεγχος του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε.
Σε κάθε περίπτωση όμως δεν αναγνωρίζει τα δικαιώματα κυριότητας των εναγόντων επί της επίδικης έκτασης. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν νομή επί αυτής με τις απαιτούμενες υλικές και εμφανείς πράξεις με τις οποίες εκδήλωναν τη βούληση εξουσιάσεως αυτής, πρέπει σύμφωνα με τα ανωτέρω να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξάλλου δεν προκύπτει με ποία στοιχεία χαρακτηρίστηκε από τη Δ/νση Δασών Νομού Κεφαλληνίας η επίδικη έκταση ως χορτολιβαδική. Όπως ήδη αναφέρθηκε, στο με αριθμό .../24-12-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κεφαλληνίας, μνημονεύεται ότι αυτό έγινε με τη με αριθμό πρωτ. ...1999 απόφαση η Α’ Ε.Ε.Δ.Α, η οποία κάνει δεκτή την ένσταση του Χ.
Α. κατά της με αριθμό .../23.πράξης της Δ/νσης Δασών Κεφαλληνίας, όμως αναφέρεται σε συγκεκριμένη έκταση και δεν προέκυψε ότι έχει σχέση με την επίδικη, δεδομένου ότι από το προσκομιζόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ό. Φ. δεν προκύπτει ότι περιλαμβάνεται εντός αυτής, ούτε προσκομίζεται κάποια έκθεση φωτοερμηνείας, από την οποία να προκύπτει η μορφολογία αυτής, η σχέση της με την ως άνω έκταση, αλλά ούτε και υφίσταται σχετικός ισχυρισμός του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.
Εξ άλλου το επίδικο κείται εκτός των ορίων του οικισμού ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... στην ειδικότερη θέση "...", ενώ η ως άνω έκταση εμβαδού 4.636 τ,μ, στη θέση "..." περιοχής .... Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση έχουσα ανέκαθεν χορτολιβαδικό χαρακτήρα μέχρι το έτος 1864 αποτελούσε πράγμα κοινής χρήσεως και ότι ως τοιαύτη ανήκε κατά κυριότητα στην Ιόνιο Πολιτεία (κεντρική Κυβέρνηση), της οποίας η περιουσία ήταν διακεκριμένη και ανεξάρτητη εκείνης των τοπικών διοικήσεως, δηλαδή της επιχώριας ή εγχώριας περιουσίας και ότι ως μη ανήκουσα σε δήμο ή κοινότητα κατά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο "κυριαρχικώ δικαιώματι" και μάλιστα "ΕΧ LEGE" δυνάμει των άρθρων 2, 13 και 16 του από 21.06.1837 Β.Δ.
και του Ν.ΡΝ/1866. Ωστόσο το Ελληνικό Κράτος κατά την Ένωση της Επτανήσου με την
Ελλάδα ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα, ούτε στη συνέχεια από την επιχώρια ή εγχώρια ή κοινή καθεμιάς νήσου περιουσία, δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των Δήμων καθεμιάς Νήσου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγείται στην αρχή της παρούσας..... Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η επίδικη έκταση
περιήλθε
στην κυριότητα του ελληνικού δημοσίου ως αδέσποτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 10.07.1837 Β.Δ "περί διακρίσεως των κτημάτων" (που τέθηκαν σε ισχύ στα Ιόνια Νησιά δυνάμει του ν. ΡΝ/1866), με το άρθρο 16 του οποίου ορίζεται ότι, τα αδέσποτα κτήματα ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να είναι αναγκαία η κατάληψη αυτών και συνεπώς η επίδικη έκταση ως αδέσποτη και εγκαταλελειμμένη κατά το χρόνο εκείνο (1864), καταλήφθηκε κατά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα από το Ελληνικό Δημόσιο δια των αρμοδίων δασικών οργάνων, τα οποία έκτοτε διαχειρίζονται και προστατεύουν αυτήν, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει ότι το επίδικο ήταν εξ υπαρχής αδέσποτο, δηλαδή ότι δεν υπήρξε ποτέ στην κυριότητα κανενός ή ότι υπήρξε βούληση εγκατάλειψης αυτού.
Για την απόκτηση κυριότητας σε δημόσια κτήματα με χρησικτησία κατά τον χρόνο πριν από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, οι διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και το άρθρο 21 του νόμου 21.6/10.7.1937 "περί διακρίσεως κτημάτων", από τον συνδυασμό των οποίων συνάγεται ότι στα προαναφερόμενα κτήματα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, χωρεί έκτακτη χρησικτησία με άσκηση νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση ότι δια της κτήσης της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το επ’ αυτού δικαίωμα κυριότητας άλλου (ΑΠ 1284/83 ΝοΒ 32.854) και με συνυπολογισμό της όμοιας νομής του προκτήτορα σε εκείνον του καθολικού ή ειδικού διαδόχου του, αδιάκοπα για τριάντα χρόνια, εφόσον είχε συμπληρωθεί αυτή μέχρι και τις 11....5.
Διότι μετά την προαναφερθείσα ημερομηνία δεν ήταν επιτρεπτή η χρησικτησία στα εν λόγω κτήματα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του και από το άρθρο 21 του από 22.4/16.5.1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", κατά την οποία τα δικαιώματα του δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή στο μέλλον, ενώ εξάλλου αυτή που άρχισε δεν έχει καμία συνέπεια αν μέχρι τη δημοσίευση του παραπάνω διατάγματος δεν είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των τριάντα ετών (ΟλΑΠ 75/1987).
Άσκηση δε νομής κατά τα ανωτέρω αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσιάσεως, πρέπει δε να αναφέρονται και σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδεικνύονται από εκείνον που τις επικαλείται (ΑΠ 915/1980, ΝοΒ 29,296). Ειδικότερα στα δάση και τις δασικές εκτάσεις θεωρείται, ότι ασκεί νομή τρίτος, μόνο αν τις εκμεταλλεύεται, σύμφωνα με τον προορισμό τους, μετά από άδεια της δασικής αρχής (άρθρο 2, παρ. 2 του Α.Ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 του Ν.Δ. 86/1969).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 58 παρ. 4 του ν.δ. 86/1969, μόνη η βοσκή στα δημόσια δάση και δασικές εκτάσεις ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής δουλείας βοσκής. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν απαιτείται η επίκληση από τους ενάγοντες πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει ότι είχαν συμπληρωθεί από τους δικαιοπαρόχους τους οι προϋποθέσεις της κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία μέχρι το έτος 1915, καθόσον το εναγόμενο ισχυρίζεται μεν ότι κατέστη κύριος της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της έκτακτης, άλλως τακτικής χρησικτησίας, εφόσον νεμόταν και εξακολουθεί να νέμεται αυτή από το έτος 1864 μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23. 02.1946) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και νόμιμο τίτλο ασκώντας επ’ αυτής δια των αρμοδίων αρχών της περιοχής όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στο χορτολιβαδικό χαρακτήρα αυτής κατά τον ανωτέρω χρόνο, όπως εποπτεία, φύλαξη, έκδοση δασικών απαγορευτικών διατάξεων, την κήρυξη αναδασωτέων των παράνομα καταλαμβανόμενων και αποψιλούμενων εκτάσεων, την υποβολή μηνύσεων κατά παντός καταπατητού και γενικά την απαγόρευση σε κάθε τρίτο οποιασδήποτε διακατοχικής πράξεως, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το εναγόμενο δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι άσκησε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα διακατοχικές πράξεις νομής στην επίδικη έκταση, δηλαδή δεν αναφέρει συγκεκριμένες πράξεις εποπτείας, φύλαξης, συγκεκριμένες δασικές απαγορευτικές διατάξεις, πράξεις κήρυξης αναδασωτέων των παράνομα καταλαμβανόμενων και αποψιλούμενων εκτάσεων, μήνυση που υπέβαλε και πότε κατά κάποιου καταπατητού και απαγόρευση που απηύθυνε
σε τρίτο διακατοχικής πράξεως ενώ δεν αναφέρει το νόμιμο τίτλο με βάση τον οποίο νεμόταν την έκταση αυτή με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Περαιτέρω το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και εφεξής, όταν οι περί χρησικτησίας και λοιπές διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου κατά το έτος 1864 άρχισαν να ισχύουν και επί των Ιονίων Νήσων, οι δε ενάγοντες δεν επικαλούνται στην αγωγή τους και δεν αποδεικνύουν συμπλήρωση των προϋποθέσεων της κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία μέχρι το έτος 1915, ενώ αυτό νεμόταν την έκταση αυτή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.
Ο ισχυρισμός αυτός επίσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το εναγόμενο δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι άσκησε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα διακατοχικές πράξεις νομής στην επίδικη έκταση. Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση υπήρξε αδέσποτη η ανεξουσίαστη ή ότι το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε σ’ αυτή οποιαδήποτε πράξη νομής για θεμελίωση κυριότητας του κατά τις αρχές της έκτακτης χρησικτησίας, τόσο υπό το καθεστώς του Ιονίου Πολιτικού Κώδικα, όσο και υπό το καθεστώς του Αστικού Κώδικα, αφού δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου στη νήσο Κεφαλληνία ( ΑΠ 340/1985).Τα ανωτέρω δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο όμως απέρριψε την αγωγή, διότι έκρινε ότι δεν προκύπτει αμφισβήτηση του εμπράγματου δικαιώματος των εναγόντων επί του ακινήτου αυτού από το Δημόσιο, καθόσον είναι έτερο το ζήτημα της, μη χορήγησης της απαραίτητης βεβαίωσης από τη Διεύθυνση Δασών Νομού Κεφαλληνίας, για την κατασκευή εντός του ακινήτου αυτού κατοικιών, ζήτημα που σχετίζεται με το χαρακτηρισμό του ακινήτου των εναγόντων ως χορτολιβαδικής εκτάσεως και όχι με το εμπράγματο δικαίωμα των τελευταίων επί του ακινήτου αυτού.
Ωστόσο η ως άνω κρίση είναι εσφαλμένη, διότι ο χαρακτηρισμός μιάς εκτάσεως ως χορτολιβαδικής εμπεριέχει αμφισβήτηση της κυριότητας των εναγόντων, εφόσον οι εν λόγω εκτάσεις εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας, με μέριμνα της οποίας χαρτογραφούνται και διατίθενται για την εξυπηρέτηση των σκοπών που αναφέρονται στα άρθρα 45 έως και 61 του Ν. 998/1079 και στο άρθρο 13, παρ. 2 του Ν. 1734/1987 ή χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι ή για τη δημιουργία νέων δασών, σύμφωνα με την παρ.2 άρθρ. 1 Ν. 3208/2003, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό την άσκηση του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας.
Εξ άλλου στα ζητήματα που αναφύονται ως προς την έκδοση οικοδομικής άδειας σε εκτάσεις που χαρακτηρίζονται από την αρμόδια δασική υπηρεσία ως χορτολιβαδικής μορφής και εφ’ όσον εγερθούν σοβαρές αμφιβολίες ή αμφισβητήσεις ως προς την έκταση, τα όρια η την κυριότητα του γηπέδου ή ως προς την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων που επηρεάζουν τη δόμηση του, αναφέρεται και η ως άνω με αριθμό 331/2011 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε με το δεχθεί ότι δεν προέκυψε αμφισβήτηση της κυριότητας του ακινήτου των εναγόντων από το Δημόσιο κατά τα ανωτέρω, όπως βασίμως υποστηρίζεται με το μοναδικό λόγο της έφεσης". Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους και τους αναγνώρισε συγκυρίους της περιγραφομένης στην απόφαση του επίδικης έκτασης.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όχι μόνο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και αναφερόμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 70 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ, της δεύτερης εκ των οποίων μάλιστα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, καθόσον υπέκειτο προς κρίση αναγνωριστική κυριότητας και όχι διεκδικητική αγωγή, αλλ’ ορθώς εφάρμοσε την πρώτη εξ αυτών, ενώ διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ιδίως ως προς το αν προέκυψε αμφισβήτηση της κυριότητας του ακινήτου των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων από το αναιρεσείον-εναγόμενο, στηριχθέν, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσαχθέντα εκατέρωθεν έγγραφα και όχι μόνο στα υπ’ αριθ.
πρωτ. 1) .../22.10.2009 της Δ/νσης Δασών Κεφαλληνίας, 2) .../...9.4.2008 του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, 3) .../2.10.2009 της Δ/νσης Πολεοδομίας της Ν.Α. Κεφαλληνίας και 4) .../2.11.2009 της Δ/νσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, όπως αβασίμως διατείνεται το αναιρεσείον.
Συνεπώς αμφότεροι οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχοι λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 130/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2018
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ