Legislator Case Law & Legislation
493/2016 AI generated

493/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 493/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

493/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 871 Α.Κ. με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, ενώ με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Για το έγκυρο της σύμβασης συμβιβασμού αρκεί το αντικείμενό της να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η σύμβαση αυτή θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 Α.Κ.).

Keywords

AI generated
termination of benefits exemption from contributions degressive contribution scale reduction of premiums recalculation of disability benefits adjustment of deductions
AI generated
1479/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
804/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1062/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4775/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/3/2013 αίτησή του.
674/2016
Επειδή, με το άρθρο 31 του ν.
475/2014
Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.
902/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 493 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 493/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.Α.Π.Ε.Τ.Ε.)" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 623/2009 του ίδιου δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 986/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, και 4766/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 3-3-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 871 Α.Κ. με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, ενώ με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Για το έγκυρο της σύμβασης συμβιβασμού αρκεί το αντικείμενό της να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί στην αντίθετη περίπτωση η σύμβαση αυτή θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 Α.Κ.).

Ειδικά για τα δικαιώματα του εργαζομένου που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου γίνεται δεκτό ότι επιτρέπεται η επίλυση και των σχετικών διαφορών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις είτε σε σχέση με την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές.

Στην περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 871 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Όταν όμως δεν υπάρχει πραγματική αλλά μόνο προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα ή όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον εργαζόμενο, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια (ακόμη και αν οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό) αλλά ενδεχομένως άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία κατά το άρθρο 679 Α.Κ.

είναι άκυρη (Α.Π. 754/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] τυγχάνει συνταξιούχος υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (Ε.Τ.Ε.

Α.Ε.), από την οποία αποχώρησε την 24-7-2002, έχοντας συμπληρώσει τριάντα πέντε... χρόνια υπηρεσίας (34 έτη, 7 μήνες και 18 ημέρες) και θεμελιώνοντας δικαίωμα για λήψη πλήρους κύριας σύνταξης γήρατος απο το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.Σ.Π.-Ε.Τ.Ε.).

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην Ε.Τ.Ε. ήταν ασφαλισμένος για τον κλάδο της πρόνοιας στο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.) και κατέβαλε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα τις αναλογούσες σε αυτόν εισφορές, όπως το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού αυτών προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού του εν λόγω ταμείου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού οι εισφορές ανέρχονται σε α) 4,5% επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών (βασικός μισθός και προσαυξήσεις στον ίδιο βαθμό ή το ποσό του μισθολογικού κλιμακίου με τις τυχόν προσαυξήσεις, τα γενικά επιδόματα, δηλαδή επίδομα πολυετίας, γάμου, τέκνων, πτυχίου ή επιστημονικού τίτλου, ξένης γλώσσας κ.λ.π.), β) 4,5% επί της καταβαλλόμενης από την τράπεζα αποζημιώσεως λόγω υπερωριακής απασχόλησης, γ) 4,5% επί κάθε άλλης αμοιβής πέραν των ανωτέρω, εκτός εάν πρόκειται για παροχές για τις οποίες λόγω της φύσης τους η εργοδότρια δεν παρακρατούσε εισφορές υπέρ του ταμείου.

Κατά την αποχώρηση του ενάγοντος από την υπηρεσία σύμφωνα με τα άρθρα 2, 5 και 7 του κανονισμού, για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής λαμβάνονταν υπόψη ο βασικός μισθός, το επίδομα πολυετίας, το οικογενειακό επίδομα, το επίδομα βαθμού, το επιστημονικό επίδομα, το επίδομα ξένης γλώσσας και το επίδομα ευθύνης.

Σε περίπτωση που στις αποδοχές δεν συμπεριλαμβάνεται επίδομα ευθύνης, υπολογίζεται το μεγαλύτερο επίδομα επί του οποίου γίνονται κρατήσεις για το ταμείο αυτασφάλισης και συμπεριλαμβάνεται στις αποδοχές των δύο τελευταίων ετών προ της εξόδου. Το άθροισμα των παραπάνω κατά περίπτωση αποδοχών πολλαπλασιάζεται με το γινόμενο δύο συντελεστών και ειδικότερα του αριθμού 14,5 (σταθερός αριθμός) επί του συντελεστή που αντιστοιχεί στα έτη ασφάλισης κάθε φορά (και ο οποίος συνίσταται στα εκατοστά των εν ενεργεία αποδοχών που καταβάλλονται στους δικαιούχους για κάθε περίπτωση αποχώρησης π.χ.

για όσους ασφαλισμένους αποχωρούν οικειοθελώς-παραιτούνται με τη συγκατάθεση της εργοδότριας σε 35 έτη ασφάλισης αντιστοιχούν 265 εκατοστά των εν ενεργεία αποδοχών τους) και το αποτέλεσμα που προκύπτει ισούται με το δικαιούμενο ποσό εφάπαξ παροχής. Κατόπιν τούτων σχηματίζεται ο ακόλουθος τύπος μηνιαίος ασφαλιστικός μισθός Χ 14,5 (ετήσιος μισθός) Χ συντελεστής ετών ασφάλισης (εκατοστά των εν ενεργεία αποδοχών) = ποσό που δικαιούται να λάβει ο αποχωρών από την ενεργό υπηρεσία ως εφάπαξ παροχή.

Ενόψει των ανωτέρω ο ενάγων κατά την αποχώρησή του εδικαιούτο vα λάβει ως εφάπαξ παροχή συνολικά το ποσό των 66.892,77 ευρώ (1.740.86 ευρώ (αποδοχές εξόδου) Χ 14,5 = 25.242,47 ευρώ Χ 265% = 66.892,77 ευρώ). Εντούτοις το ταμείο εφάρμοσε το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και κατέβαλε σε αυτόν το συνολικό ποσό των 47.586,51 ευρώ. Εν συνεχεία το ταμείο μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 και δημιουργήθηκε το εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] ταμείο, το οποίο υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πρώην Τ.Α.Π.-Ε.Τ.Ε.

Συνακόλουθα τροποποιήθηκε και ο κανονισμός του ταμείου, οι διατάξεις του οποίου εγκρίθηκαν με την Κ.Υ.Α. Φ. 80000/30226 (Φ.Ε.Κ. 27/Β/14-1-2004). Ο ενάγων κλήθηκε από τη διοίκηση του ταμείου να λάβει συμπληρωματική παροχή σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 4 του νέου καταστατικού και υπολογιζόμενη εφεξής βάσει του νέου άρθρου 7 του κανονισμού.

Την 4-8-2004 μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου καταρτίστηκε το από 4-8-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου ο ενάγων δήλωσε [ότι] δέχεται να λάβει συμπληρωματική παροχή από το ταμείο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του κανονισμού, όπως αυτά ισχύουν μετά την 15-1-2004 και σύμφωνα με την εκτέλεση των αποφάσεων που έλαβε το διοικητικό συμβούλιο του ταμείου κατά τη συνεδρίαση της 28-1-2004.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η συμπληρωματική εφάπαξ παροχή που θα λάβει συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατόπιν επανυπολογισμού της βάσει των στοιχείων υπηρεσιακής και ασφαλιστικής κατάστασης που συνέτρεχαν στο πρόσωπό του κατά την αποχώρηση αλλά με τους συντελεστές που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 7 του κανονισμού, όπως ισχύουν κατά τη σύναψη του ιδιωτικού συμφωνητικού.

Ως εκ τούτου το ποσό της εφάπαξ παροχής, υπολογιζόμενο με τον ισχύοντα κανονισμό κατά το χρόνο σύναψης του ιδιωτικού συμφωνητικού, ανέρχεται στο ποσό των 59.020,28 ευρώ. Εξ αυτών συνομολογήθηκε ότι ο ενάγων θα λάβει το ποσό των 11.433,77 ευρώ, εις το οποίο αντιστοιχεί η διαφορά μεταξύ του ποσού των 59.020,28 ευρώ που δικαιούται να λάβει με το νέο κανονισμό και του ποσού των 47.586,51 ευρώ, που ήδη έλαβε με τον καταργηθέντα κανονισμό.

Επίσης ο ενάγων δήλωσε ότι ικανοποιείται πλήρως σε σχέση με την αξίωσή του που απορρέει από το δικαίωμα προς λήψη εφάπαξ παροχής και ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλη αξίωση προς αποζημίωση κατά του ταμείου. Επίσης αναγνώρισε ότι ορθά και νόμιμα το ταμείο βάσει του ισχύοντος κανονισμού υπολόγισε το ποσό της εφάπαξ παροχής του και κατέβαλε σε αυτόν το προκύψαν ποσό των 47.586,51 ευρώ και ότι δεν έχει ούτε διατηρεί ουδεμία άλλη αξίωση από την αιτία αυτή, παραιτούμενος ρητά και ανεπιφύλακτα από την ασκηθείσα προσφυγή-αγωγή του και δη από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 27-11-2001 προσφυγής-αγωγής του, καθώς και από κάθε εν γένει δικαστική του επιδίωξη κατά του ταμείου για καταβολή οποιουδήποτε ποσού από αυτή την αιτία.

Προσκόμισε δε στο ταμείο την από 12-5-2004 με Γ.Α.Κ. .../12-5-2004 και Α.Κ.Δ. .../12-5-2004 δήλωση παραίτησής του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών σε ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο και το... 1732/2004 αντίγραφο πρακτικού της 2-6-2004 συνεδρίασης του 13ου Τριμελούς Τμήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το δε ταμείο δήλωσε ότι "υπόσχεται το αργότερο εντός του μεθεπόμενου, μετά τη σύνταξη του ιδιωτικού συμφωνητικού μηνός, να καταβάλει σε αυτόν, όπως και πράγματι έπραξε, το ποσό των 11.433,77 ευρώ".

Σημειωτέον δε ότι κατά το χρόνο σύνταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού εκκρεμούσαν αγωγές ενώπιον των πολιτικών και των διοικητικών δικαστηρίων με αίτημα να κηρυχθεί η αντισυνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ταμεία να καταβάλουν στους ασφαλισμένους τους το ποσό της εφάπαξ παροχής που παρακρατήθηκε παράνομα βάσει της διάταξης αυτής.

Επί αυτών είχαν εκδοθεί αντιφατικές αποφάσεις λόγω του ερειδόμενου [εννοείται: εριζόμενου] ζητήματος της αντισυνταγματικότητας του νόμου. Κατόπιν εκδόσεως της... 1282/2006 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, που εκδόθηκε επί αιτήσεως αναιρέσεως του Ταμείου Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της 3443/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζει περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω ταμείου, κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 παρ. 1 ούτε στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Αντίθετα ο Άρειος Πάγος με την 17/2005 απόφασή του, ερμηνεύοντας την ίδια ακριβώς διάταξη του ως άνω νόμου, σε σχέση με το ίδιο νομικό θέμα, δέχθηκε ότι ο περιορισμός του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, για ασφαλισμένους του Ταμείου Προνοίας Ε.Τ.Β.Α., αντίκειται τόσο στο άρθρο 4 παρ. 1, όσο και στο άρθρο 22 πάρ. 5 του Συντάγματος.

Συνεπώς εν προκειμένω η υπόθεση παραπέμφθηκε προς επίλυση στο Α.Ε.Δ., καθώς συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 100 παρ. 1 περ. ε του Συντάγματος και 48 παρ. 2 του ν. 345/1976, προς άρση της αμφισβητήσεως αυτής. Το Α.Ε.Δ. με τις... 3, 4 και 5 αποφάσεις του απεφάνθη ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 είναι αντίθετη με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, καθότι... η εν λόγω εφάπαξ παροχή έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος προς λήψη της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή ως περιουσιακό δικαίωμα προέρχεται, όπως εν προκειμένω, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος. Κατά τις... διατάξεις του ν. 345/1976 υποχρέωση ανακλήσεως της διοικητικής πράξης που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή διάταξης νόμου που κηρύχθηκε αντισυνταγματική από το Α.Ε.Δ. υφίσταται μόνο στην περίπτωση αναδρομικής κηρύξεως αυτής ανίσχυρης και για πράξεις που εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα της αναδρομής.

Εν προκειμένω οι ανωτέρω αποφάσεις του Α.Ε.Δ. ισχύουν από 16-4-2007 και εφεξής, καθότι δεν περιέλαβαν διάταξη που να ορίζει την αναδρομική εφαρμογή τους και την αναδρομική κήρυξη ως ανίσχυρων των εκδοθεισών κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών πράξεων. Επομένως η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 εκρίθη μεν αντισυνταγματική, πλην όμως το νομοθετικό καθεστώς με τις εν λόγω αποφάσεις του Α.Ε.Δ.

ανάγεται στο μέλλον και τα δικαστήρια και οι διοικητικές αρχές υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν την αντισυνταγματική κριθείσα διάταξη. Επέρχεται δηλαδή μια τομή χρονική στο αρχικό νομοθετικό καθεστώς που διέπει την έννομη σχέση που ταυτίζεται με την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Α.Ε.Δ., συνέπεια της οποίας είναι να τέμνεται η διαφορά δυνάμει αφενός μεν του νομοθετικού καθεστώτος που ανάγεται στο μέλλον και συνίσταται στην εφεξής εφαρμογή της απόφασης του Α.Ε.Δ.

και του νομοθετικού καθεστώτος που ανάγεται στο παρελθόν, ήτοι πριν τη δημοσίευση της απόφασης. Γίνεται λοιπόν δεκτό ότι ο νομοθέτης του ν. 345/1976 περί Α.Ε.Δ. ηθελημένα ανέχεται τη μη ανατροπή των εννόμων αποτελεσμάτων τα οποία η κριθείσα ως αντισυνταγματική εφαρμοζόμενη διάταξη επέφερε, ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε αναβίωση των εννόμων σχέσεων που δημιουργήθηκαν και τελειώθηκαν με βάση τη διάταξη αυτή.

Τούτο προκύπτει και από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 2 του ν. 345/1976, κατά τις οποίες οι δικαστικές αποφάσεις και διοικητικές πράξεις οι οποίες εκδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης του Α.Ε.Δ. "υπόκεινται εις τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα", άρα εξ αντιδιαστολής όχι εκείνες που εκδόθηκαν πριν τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, και από τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, όπου προβλέπεται ότι μόνο οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν μεταξύ της παραπομπής της απόφασης στο Α.Ε.Δ.

και της εκδόσεως της αποφάσεώς του ανατρέπονται και όχι οι διοικητικές πράξεις στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά (όπως γίνεται με την παράγραφο 2). Η δε ανατροπή των αποφάσεων αυτών γίνεται κατά την παραγ. 3 εντός συγκεκριμένης αποκλειστικής προθεσμίας, προς το σκοπό της ικανοποίησης του αισθήματος της ασφάλειας δικαίου.

Κατ’ εξαίρεση η επιταγή αυτή για ασφάλεια δικαίου κάμπτεται μόνο όταν η απόφαση το ορίζει ρητά με την κήρυξη του χρόνου έναρξης των αποτελεσμάτων της σε προγενέστερο χρονικό σημείο, με ειδική μάλιστα αιτιολογία. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 51 παρ. 6 του ίδιου νόμου και η διοίκηση υποχρεούται να ανακαλεί εντός εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας όλες τις διοικητικές πράξεις που εκδόθηκαν βάσει του ακυρωθέντος νόμου, μόνο όμως στην περίπτωση αναδρομικής ισχύος της απόφασης.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η αξίωση προς λήψη της εφάπαξ παροχής είναι απαράγραπτη, καθώς αυτό αφορά στη δυνατότητα για κίνηση της διαδικασίας προς λήψη της παροχής. Η άσκηση δε αυτή έχει λάβει χώρα με την κίνηση της διαδικασίας για την απόληψη του βοηθήματος αυτού με υποβολή σχετικής αίτησης του δικαιούχου και την ολοκλήρωση αυτής με την καταβολή του ορισθέντος ποσού, οπότε δεν τίθεται θέμα αναβίωσης ούτε του δικαιώματος ούτε της μη υπάρχουσας στο νομικό κόσμο αντίστοιχης αξίωσης λόγω της συμβατικής αποσβέσεως κατά τρόπο οριστικό.

Τα ανωτέρω προκύπτουν και από τη βούληση του νομοθέτη του Κώδικα περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, να εφαρμόσει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου, που πρέπει να διέπει κάθε έννομη τάξη και που εξειδικεύεται εν προκειμένω στη μη ανατροπή των εννόμων αποτελεσμάτων που αναπτύχθηκαν και τελειώθηκαν κατά το παρελθόν, έχοντας παραγάγει εις το ακέραιο τα έννομα αποτελέσματά τους για αμφότερα τα μέρη που συμμετείχαν...

Επομένως η αρχή της ασφάλειας του δικαίου ισχύει όχι μόνο για τους ασφαλισμένους (δανειστές), οι οποίοι αποτελούν τη μια πλευρά της έννομης σχέσης της εφάπαξ παροχής αλλά και για τα ταμεία (οφειλέτες), τα οποία αποτελούν την άλλη πλευρά αυτής. Η ασφάλεια δικαίου εκφράζεται με τη διατήρηση σε ισχύ όλων εκείνων των πράξεων που εκδόθηκαν υπό την ισχύ του μετέπειτα κηρυχθέντος αντισυνταγματικού νόμου ως καθ’ όλα έγκυρων, μη δυνάμενων να ανατραπούν εκ των υστέρων, παρά μόνο εντός της σύντομης αποκλειστικής προθεσμίας, όπως ειδικά ο νόμος ορίζει, χάριν της διατήρησης της ισορροπίας του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Εξάλλου οι αξιώσεις των δικαιούχων του εφάπαξ αποτελούν μια ιδιότυπης μορφής "ενοχή δημοσίου δικαίου"... αφού εντάσσονται μεν στο δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως, διέπονται όμως επί το πλείστον και κυρίως όσον αφορά στον τρόπο άσκησης και ικανοποίησής τους από το ιδιωτικό δίκαιο και κυρίως από τον Αστικό Κώδικα (βλ.

άρθρα 416 Α.Κ. και 871 Α.Κ.). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων παραιτήθηκε από το δικαίωμα και το δικόγραφο των ενδίκων βοηθημάτων που είχε ασκήσει ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και αποδεχόμενος την πρόταση του διοικητικού συμβουλίου του μετέπειτα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, εισέπραξε προς ικανοποίηση της αξίωσής του το ποσό που, κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων, ενόψει και του αμφιβόλου της έκβασης της δικαστικής διένεξης για αμφότερα τα μέρη, προκρίθηκε ως προσήκον.

Ο συμβιβασμός αυτός είναι καθ’ όλα έγκυρος, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, για τους λόγους που αναπτύσσονται ανωτέρω... και συνεπώς δεν υφίσταται ουδεμία αξίωση προς ικανοποίηση, αφού αυτή έχει ήδη αποσβεσθεί. Κατόπιν τούτου ήδη από το χρόνο σύνταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού την 4-8-2004 και σε χρόνο πολύ προτού καταστεί η δίκη για τη συνταγματικότητα της επίμαχης διάταξης εκκρεμής ενώπιον του Α.Ε.Δ., πολλώ δε μάλλον εκδοθεί απόφαση επ’ αυτής, επήλθε η οριστική εξώδικη επίλυση της διαφοράς μεταξύ του ταμείου ως οφειλέτη και του λήπτη της εφάπαξ παροχής ως δανειστή.

Ως εκ τούτου ο ενάγων δεν δύναται να ασκήσει τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 51 του ν. 345/1976 ένδικα μέσα, καθώς αφενός μεν δεν συντρέχει η προϋπόθεση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού, ήτοι η έκδοση αποφάσεως επί της υποθέσεώς του μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Α.Ε.Δ., αφετέρου δε δεν συντρέχουν οι τασσόμενες υπό της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου προϋποθέσεις, ήτοι των άρθρων 48 παρ. 2 και 50 παρ. 3, ήτοι η μη αναστολή έκδοσης απόφασης από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η ένδικη διαφορά ενόψει της παραπομπής της υπόθεσης προς επίλυση αμφιβόλου συνταγματικότητος ζητήματος ενώπιον του Α.Ε.Δ.".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η ένσταση συμβιβασμού του εναγομένου και είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή) και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 679, 871 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, αφού σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφασή του: α) υπήρχε σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων σε σχέση με το ύψος της ως άνω εφάπαξ παροχής, ενόψει και των αντιθέτων αποφάσεων των δικαστηρίων και β) έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις ως προς το εριζόμενο ζήτημα του ύψους της επίδικης παροχής, καθόσον με την ως άνω σύμβαση στον ενάγοντα καταβλήθηκε τελικά για την αιτία αυτή ποσό κατώτερο από αυτό που διεκδικούσε αλλά ανώτερο από εκείνο που θεωρούσε ως καταβλητέο το εναγόμενο.

Συνεπώς ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 4766/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Αυγούστου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ