493/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ έκταση της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το δεδικασμένο της απόφασης, η οποία κρίνει ένα ζήτημα ως κύριο, πρέπει να υπερισχύσει της απόφασης η οποία κρίνει το αυτό ζήτημα παρεμπιπτόντως, έστω και αν η πρώτη είναι προγενέστερη της δεύτερης. Το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, προσλαμβάνεται, μετά τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι μήνες. Για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς τους. Αν δεν εκδοθεί, και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, είναι άκυρη.
Legislator headnote
AI generated493/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 2, 5 § 3, 6 §1, 8 και 9 §1 του ν. 3148/1955 προκύπτει ότι επί άκυρης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται την παρά του μισθωτού παρεχόμενη εργασία, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, με συνέπεια να μην οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Full text
Απόφαση 493 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η έκταση της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το δεδικασμένο της απόφασης, η οποία κρίνει ένα ζήτημα ως κύριο, πρέπει να υπερισχύσει της απόφασης η οποία κρίνει το αυτό ζήτημα παρεμπιπτόντως, έστω και αν η πρώτη είναι προγενέστερη της δεύτερης. Το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, προσλαμβάνεται, μετά τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους έξι μήνες. Για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς τους. Αν δεν εκδοθεί, και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, είναι άκυρη.
Αριθμός 493/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα και
2) Ι. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., με την ιδιότητά του ως Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1046/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-12-2007 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 192/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 1046/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 150/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-6-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", "κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα)", παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.
H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφοντα με την αναιρετική απόφαση.
Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.
Περίπτωση εν όλω αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθίαν το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της. Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ.
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παρακάτω διαδικαστικά έγγραφα, ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την, από 20-4-1999, αγωγή και, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε την καταψήφιση μισθών υπερημερίας. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 281/2006 απόφασή του απέρριψε την αγωγή και κατά της απόφασης αυτής άσκησε την, από 30-10-2006, έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής στο σύνολό της.
Επί της έφεσης εξεδόθη η 1046/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που την απέρριψε κατ' ουσία. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης ο ηττηθείς εκκαλών άσκησε την από 8-12-2007 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εξεδόθη η 192/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχθηκε ότι "Το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατάγγειλε τη μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος εργασιακή σχέση, χωρίς να προβληθεί σχετική ένσταση από την πλευρά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων δηλαδή ισχυρισμός τους ότι κατήγγειλαν τη σύμβαση και να θεωρήσει ως αποσβεσθείσα την απαίτηση του αναιρεσείοντος λόγω της παρόδου της τρίμηνης, αποσβεστικής προθεσμίας, έλαβε παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης", αναίρεσε εν όλω την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πατρών, προκειμένου, με άλλη σύνθεση να την εκδικάσει, περαιτέρω.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση (150/2010) το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος, κατά της 281/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε αυτήν και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε. Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολο της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν από την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να γίνει δεκτή η άνω αγωγή για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων σ' αυτήν ουσιαστικών διατάξεων και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεως του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση και ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων µε την ίδια ιδιότητα µόνο για το δικαίωµα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νοµική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισµό βάσει του oπoiou το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση ή µη αναγνώριση της επίδικης έννοµης σχέσης.
Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωµα που κρίθηκε, β) τη νοµική αιτία, ήτοι το νοµικό χαρακτηρισµό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στην εφαρµοσθείσα διάταξη του νόµου και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, πού έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννοµης σχέσης.
Εξάλλου, τα καθ' υπέρβαση του αντικειμένου της δίκης (αιτήµατος ή ιστορικής αιτίας) κριθέντα, εφόσον και αυτά περιλαμβάνονται στο πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε και δεν κρίθηκαν πλεοναστικώς, καλύπτονται επίσης από το δεδικασμένο που παράγεται από την απόφαση, ανεξάρτητα από το δικονοµικό σφάλµα αυτής, ενώ, κατά το άρθρο 333 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα.
Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 544 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν για την αυτή έννομη σχέση εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες αντιφάσκουσες μεταξύ τους δικαστικές αποφάσεις που παράγουν δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων προσώπων, αν δεν χωρεί κατ' αυτών αναίρεση ή αναψηλάφηση, δεν καθίστανται ανενεργείς αλλά ισχύει το δεδικασμένο εκείνο που προέρχεται από τη νεότερη, κατ' έκδοση, απόφαση.
Όμως θα πρέπει να γίνει, κατ' εξαίρεση, δεκτό ότι το δεδικασμένο της απόφασης, η οποία κρίνει ένα ζήτημα ως κύριο, πρέπει να υπερισχύσει της απόφασης η οποία κρίνει το αυτό ζήτημα παρεμπιπτόντως, έστω και αν η πρώτη είναι προγενέστερη της δεύτερης (Δ. Κονδύλης, Το δεδικασμένο, έκδ. β', σελ. 695). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, στις 5-12-1984, ο εκκαλών - αναιρεσείων προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως εφεδρικός οδηγός (έκτακτο προσωπικό) και απασχολήθηκε έως τις 26-5-1996 με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι από τις 26-5-1996 η πρώτη εναγομένη έπαυσε να τον απασχολεί.
Ότι για τη μορφή της σχέσης εργασίας του εκκαλούντος έχουν εκδοθεί μεταξύ των διαδίκων αυτών, τρεις αντιφάσκουσες μεταξύ τους τελεσίδικες αποφάσεις, οι οποίες παράγουν δεδικασμένο α) η 69/28-1-1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος είναι άκυρη και η σχέση που τον συνδέει με τη δεύτερη εφεσίβλητη είναι αυτή της απλής σχέσης εργασίας, β) η 931/15-11-1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία επικύρωσε την 273/13-12-1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών και έκρινε ότι ο εκκαλών απασχολήθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και γ) η 265/30-3-1995 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία επικύρωσε την 927/29-11-1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επί αγωγής του εκκαλούντος περί αναγνώρισης ότι η σχέση που τον συνδέει με την πρώτη εφεσίβλητη είναι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκρινε ότι ο εκκαλών ανήκει στο έκτακτο προσωπικό της πρώτης εφεσίβλητης και η σχέση εργασίας που τον συνδέει με την πρώτη εφεσίβλητη είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Εκ των ως άνω αποφάσεων, κατά των οποίων δεν χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση, νεώτερη είναι η 931/15-11-1996 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία δέχθηκε, τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της πρώτης εφεσίβλητης, διότι σε αυτή ενσωματώθηκε η προσβληθείσα απόφαση και από αυτήν κρίνεται η τελεσιδικία και το δεδικασμένο (Ολ.
ΑΠ 40/1996). Όμως οι αποφάσεις 931/1996 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 69/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών έκριναν, παρεμπιπτόντως, το θέμα του κύρους και τη μορφή της εργασίας του εκκαλούντος. Αντίθετα η απόφαση 265/1995 του Εφετείου Πατρών, έκρινε κυρίως το ζήτημα της μορφής της σχέσης εργασίας του εκκαλούντος επί αγωγής του τελευταίου, και, ως εκ τούτου, το δεδικασμένο της απόφασης αυτής το δεσμεύει.
Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, έχει κριθεί, με δύναμη δεδικασμένου, το οποίο το δεσμεύει, ότι ο εκκαλών προσελήφθη και ανήκει στο έκτακτο προσωπικό της πρώτης εφεσίβλητης, κατά το διάστημα που αναφέρεται στην παραπάνω αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 265/1995 απόφαση, συνδέεται δε με την τελευταία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 του ΚΠολΔ, την οποία προβάλλει ο αναιρεσείων και ο περί του αντιθέτου, δεύτερος, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 2, 5 § 3, 6 §1, 8 και 9 §1 του ν. 3148/1955 προκύπτει ότι επί άκυρης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται την παρά του μισθωτού παρεχόμενη εργασία, λόγω της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, με συνέπεια να μην οφείλει μισθούς υπερημερίας.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 εδ. 1 ΑΚ και 1 του νόμου 2112/1920 συνάγεται, ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι και εκείνη ως προς την οποία συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, ότι θα λήξει σε ορισμένο χρονικό σημείο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του ΝΔ 102/1973, που διέπει τα της λειτουργίας των ΚΤΕΛ, τα τελευταία, τα οποία ιδρύθηκαν με την μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και τελούν υπό την εποπτεία του οικείου νομάρχη, ως εκ του σκοπού που επιδιώκουν, συνισταμένου στην οργάνωση (μονοπωλειακώς) της επιβατικής δια λεωφορείων συγκοινωνίας, προς εξυπηρέτηση βασικής ανάγκης (μεταφοράς) του κοινωνικού συνόλου, αλλά συγχρόνως και στην επίτευξη οικονομικού και κερδοσκοπικού αποτελέσματος υπέρ των μετόχων, αποτελούν ιδιότυπες συγκοινωνιακές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, που λειτουργούν υπό την μορφή οργανισμών.
Με το Π.Δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός-Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (ΓΚΠ.-ΚΤΕΛ)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του, ως άνω Ν.Δ. 102/1973( Oλ. AΠ 15/2002) και ισχύει από 20-8-1994, ορίζεται: α) στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά το πάσης φύσεως Προσωπικό των ΚΤΕΛ, αστικών και υπεραστικών και ορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσης, στο άρθρο, 2 παρ. 1 και 5 ορίζεται ότι το κάθε κατηγορίας προσωπικό του ΚTEΛ, (που λειτουργεί με βάση το ΝΔ 102/1973), διακρίνεται σε:
α) τακτικό και β) έκτακτο. Τακτικό είναι το προσωπικό που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ. Έκτακτο προσωπικό είναι εκείνο που προσλαμβάνεται γιο εκτέλεση περιορισμένης έκτακτης και απρόβλεπτης εργασίας (π.χ. εποχιακή ανάγκη λόγω αυξημένης κίνησης, ασθένειας, κλπ.), η διάρκεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβεί τους έξι (6) μήνες και γ) στο άρθρο 5 παρ. 2 εδ.
ε' και στ', ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται από το Δ.Σ. του ΚΤΕΛ χωρίς διαγωνισμό, για την αντιμετώπιση δε έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, με αιτιολογημένη απόφαση του Δ.Σ. του ΚΤΕΛ, μετά από έγκριση του οικείου Νομάρχη, μπορεί να γίνει ανακατανομή στα καθήκοντα του έκτακτου προσωπικού. Όμοια ρύθμιση προέβλεπαν τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 6, 7 και 5 του Π.Δ. 257/1989, που ίσχυσε από 1- 7-1989 μέχρι 15-4-1991 και τα άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 5, 6 και 7,και 5 του Π.Δ. 133/1991, που ίσχυσε από 16-4-1991 μέχρι 19-8-1994 με την διαφορά ότι με το τελευταίο π.δ. (133/1991) δεν απαγορευόταν η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού με σύμβαση αορίστου χρόνου, καθώς και το άρθρα 2 παρ. 5, 6 και 7 του προγενέστερα ισχύοντος β.
δ/τος 235/1968 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεώς του από 25-6/6.8.1956 β.δ. περί εκδόσεως Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ κλπ.". Με το άρθρο 5 του ΠΔ 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΚΤΕΛ", που ισχύει από 20-8-1994, καθορίζονται οι όροι πρόσληψης του τακτικού και έκτακτου προσωπικού του ΚΤΕΛ, ορίζεται ότι η πρόσληψη για την κάλυψη θέσεων τακτικού προσωπικού γίνεται κατόπιν διαγωνισμού, ο οποίος διενεργείται από πενταμελές συμβούλιο που αποτελείται από τον κρατικό αντιπρόσωπο (που είναι ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου, Εργασίας), ως πρόεδρο, από δύο μέλη του Δ.Σ.
του ΚΤΕΛ και από δύο εκπροσώπους των εργαζομένων, ενώ το έκτακτο προσλαμβάνεται από το Δ.Σ. χωρίς διαγωνισμό και, περαιτέρω, για επείγουσες περιπτώσεις μπορεί το Δ.Σ του -ΚΤΕΛ να διενεργήσει απευθείας πρόσληψη, υπό την προϋπόθεση •ότι θα εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση εντός διμήνου, (άρθρο. 6 ΠΔ 229/1994).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 22 του άνω Π.Δ/τος, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της .διοίκησης του ΚΤΕΛ, που αντιβαίνουν στον εν λόγω Κανονισμό, είναι ακυρώσιμες (άρθρ. 9 του Ν.Δ.102/1973), ενώ συνεπάγονται και τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 458 Π.Κ, για τους ,παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994.
Συνεπώς ο εργαζόμενος στο ΚΤΕΛ, που προσλήφθηκε χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 5 του ΠΔ 229/1994, δεν μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό του ΚΤΕΛ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ, σε αντίθεση με το τακτικό προσωπικό, προσλαμβάνεται, μετά τήρηση των ως άνω.
προϋποθέσεων του άρθρου 5. του ΠΔ 229/1994, για ορισμένο χρόνο, μη δυνάμενο να υπερβεί τους .έξι• •μήνες, ότι: η τέτοια: για, ορισμένο. χρόνο, πρόσληψη δύναται να επαναλαμβάνεται εφόσον υπάρχουν έκτακτες και απρόβλεπτες: ανάγκες και ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη του έκτακτου τούτου προσωπικού για αόριστο χρόνο, αφού από τις υπόλοιπες διατάξεις του Κανονισμού δεν προβλέπεται ούτε, κατ':
εξαίρεση, η πρόσληψη εκτάκτων υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας .αόριστης διάρκειας..Η τέτοια δε σύμβαση του προσληφθέντος ως εκτάκτου υπαλλήλου δεν καθίσταται αόριστου χρόνου εκ- μόνου του λόγου ότι αυτός χρησιμοποιήθηκε προς εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετούσε μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του ΚΤΕΛ. Διότι σημασία στην περίπτωση αυτή έχει όχι το είδος της εργασίας αλλά το έκτακτο και απρόβλεπτο αυτής.
Τούτο δε δεν αντίκειται στην Οδηγία 1999/70 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28-6-1999, για την επίτευξη του στόχου της οποίας, που είναι η αποτροπή της καταχρήσεως να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση συνάψεως τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (Ολ ΑΠ 20/2007).
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 3 παρ. 1 περ. δ' του ως άνω π.δ/τος 229/1994 "Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος του ΚΤΕΛ, εφόσον δεν έχει τα παρακάτω, γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα ... 1. Γενικά Προσόντα ... α) .... δ) Ειδικά για τους οδηγούς, αλλά και όλο το προσωπικό κινήσεως, πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν.
Η σχετική καταλληλότητα, καθ' όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά περίπτωση. Τα πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς των".
Από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες έχουν εφαρμογή και μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε ανώνυμη εταιρία, η οποία υποκαθιστά αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση τα ΚTEΛ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του (αρθρ. 1, 2, 3 παρ. 1, 6, 10 του ν. 2963/2001), προκύπτει ότι για την πρόσληψη του οδηγού λεωφορείου των ΚΤΕΛ απαιτείται, εκτός των άλλων, αυτός να είναι κατάλληλος από άποψη υγείας για την εργασία.
Η καταλληλότητά του πιστοποιείται αρμοδίως από ιατρούς υπηρεσιών που έχουν συμβληθεί του Υπ. Μεταφορών ή από ιατρούς του ΙΚΑ. Τα πιστοποιητικά υγείας ισχύουν για ορισμένο χρόνο και δη για δώδεκα (12) μήνες από της εκδόσεώς τους. Έτσι, αν δεν εκδοθεί, και δεν προσκομιστεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου (οδηγού) του ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις πιο πάνω διατάξεις δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και θεωρείται σαν μη έγινε (άρθρ. 174, 180 του ΑΚ).
Αλλά και εάν κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο οδηγός δεν υποβάλλεται ανά 12μηνο στις ιατρικές (κατά τα παραπάνω), εξετάσεις και έχει λήξει η 12μηνη ισχύς του ιατρικού πιστοποιητικού και πάλι ή σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη και παύει να ισχύει και, όπως προελέχθη, εάν ο εργοδότης παύσει να αποδέχεται την παρά του μισθωτού παρεχόμενη εργασία, λόγω της ακυρότητας της συµβάσεως εργασίας, δεν περιέρχεται σε υπερημερία.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 183 παρ.1 ΑΚ η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής κατάρτισής της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύµβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν αν η σύµβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλαδή η επικύρωση άκυρης ενοχικής σύµβασης έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδροµικά αποτελέσµατα.
Κατά τις διατάξεις αυτές απαιτείται συνεπώς για την επικύρωση άκυρης σύµβασης, νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των µερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο από την αρχή της ελευθερίας των συµβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν. Εξάλλου η για την επικύρωση δήλωση βούλησης των μερών µπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εµφαίνουν αντίστοιχη βούληση.
Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης, λόγω έλλειψης αρχικά του ως άνω πιστοποιητικού υγείας, σύµβασης εργασίας των άνω µισθωτών, εµφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών αυτών από τον εργοδότη, τελούντα εν γνώσει της απόκτησης μεταγενεστέρως του πιστοποιητικού. Αν όμως εκδηλωθεί βούληση του εργοδότη και τούτο είναι πραγματικό ζήτημα, υποκείμενο στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί απόκρουσης της επικύρωσης παρά τη γνωστοποιηθείσα στον εργοδότη επίκληση του ως άνω πιστοποιητικού, τότε αποκλείεται η επικύρωση με αναδρομική ισχύ, κατά το άρθρο 183 παρ. 2 AK.
Mπoρεί μόνο η συνέχιση της αποδοχής των υnηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη να εμφαίνει βούληση του τελευταίου περί επικύρωσης της σύμβασης για το μέλλον, αλλά βεβαίως μόνο υπό το περιεχόμενο υπό το οποίο αποδέχεται ήδη ο εργοδότης την υπηρεσία του μισθωτού και όχι εκείνο υπό το οποίο είχε λειτουργήσει ("εν τοις πράγμασι") κατά το παρελθόν η εργασιακή σχέση.
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση του δικαιώµατος αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό. Καταχρηστική όμως επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας οδηγού των ΚΤΕΛ, εξαιτίας ανυπαρξίας πιστοποιητικού υγείας, κατά την πρόσληψή του και σε όλη τη διάρκεια που υφίσταται η σύμβαση εργασίας, δεν είναι αυτή που γίνεται από τον εργοδότη μετά πάροδο μακρού χρόνου λειτουργίας της σύμβασης, έστω και χωρίς εναντίωσή του, διότι μόνο τα γεγονότα αυτά δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσουν στο μέσης ηθικής συναλλασσόμενο, ο οποίος παρά τη νοµοθετική επιταγή, παρέλειψε να προσκοµίσει τέτοιο πιστοποιητικό, την πεποίθηση ότι δεν ήταν αναγκαίο για το κύρος της σύµβασης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου του έκτακτου προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Η διάρκεια της τελευταίας ορισμένου χρόνου σύμβασης του εκκαλούντος με την πρώτη εφεσίβλητη έληξε στις 26-5-1996. 'Εκτοτε δεν προκύπτει ανανέωση της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος με νέα ορισμένου χρόνου σύμβαση, ούτε απασχόληση του εκκαλούντος.
Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η μη κατάρτιση μετά τις 26-5-1996, νέας ορισμένης χρόνου σύμβασης εργασίας οφείλεται στη συνδικαλιστική δραστηριότητα του εκκαλούντος. Ο εκκαλών στις 18-9-1995 επιμελήθηκε την έκδοση πιστοποιητικού υγείας, αλλά η πρώτη εφεσίβλητη με εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στις 17-10-1995 δήλωσε ρητά ότι δεν συμφωνεί στην επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας.
Επίσης ο εκκαλών επικαλείται και προσκομίζει τα υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 1430/20-2-1996, 1761/19-2-1997, 2007/20-2-1998, πιστοποιητικά υγείας της Πρωτοβάθμιας Υγ/κής Επιτροπής Νομαρχιακής Αυτ/σης Αχαΐας, τα οποία όμως, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, αφενός, διότι δεν προκύπτει σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, για το μετά τις 26-5-1996 χρονικό διάστημα, αφετέρου διότι δεν προκύπτει ότι κατατέθηκαν στην πρώτη εφεσίβλητη.
Ανεξάρτητα από το κύρος ή όχι της σύμβασης εργασίας του εκκαλούντος δεν αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου για το μετά τις 26-5-1996 χρονικό διάστημα ή απασχόληση του εκκαλούντος από την πρώτη εφεσίβλητη για το μετά τις 26-5-1996 χρονικό διάστημα και συνακόλουθα δεν νοείται υπερημερία της πρώτης εφεσίβλητης ως προς την αποδοχή της εργασίας του εκκαλούντος.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Πατρών, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την 281/2006 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και λόγω παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του εκκαλούντος για την επιδίκαση του ποσού των 10.495.835 δραχμών ως μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6-1996 έως και 31-3-1999, στη συνέχεια απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή, η οποία στηρίζεται στην ανέλεγκτη, καθό περί πραγμάτων, ως άνω παραδοχή περί αρνήσεως και ρητής μάλιστα, της αναιρεσίβλητης να στέρξει στην ανωτέρω επικύρωση, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 183 και 281 Α.Κ., και η με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ., περί του αντιθέτου, αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Περαιτέρω το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι η σύμβαση εργασίας παρέμεινε άκυρη καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, διότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δήλωσε ρητά ότι δεν συμφωνεί στην επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας, απάντησε στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η κατά το άρθρο 183 Α.Κ. επικύρωση συντελέσθηκε σιωπηρά με μόνη τη συνέχιση της σχέσεως εργασίας, μετά την επίδοση των πιστοποιητικών υγείας, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκή αιτιολογία και πρέπει ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου κατά τις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 KΠολΔ.
περί του αντιθέτου αιτιάσεις να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω απορριπτέος είναι στο σύνολο του και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο 1) δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι "δεν υπήρξε εργασιακή μου σχέση με το ΚΤΕΛ, που αργότερα μετεξελίχθηκε πράγματι, όπως έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλομένη, σε ανώνυμη εταιρία, αλλά με την 1η αναιρεσίβλητη εταιρεία που είναι αμιγώς ιδιωτική", 2) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 5 του Κανονισμού Προσωπικού του ΚΤΕΛ και 3)δεν διέλαβε στην απόφαση του αιτιολογία ως προς την εφαρμογή στην περίπτωση του της παραπάνω διάταξης διότι, 1) ο παραπάνω ισχυρισμός είναι αρνητικός και όχι αυτοτελής 2) με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν και διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δεν παραβίασε την παραπάνω διάταξη, και 3) επίσης, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον ανωτέρω μνημονευόμενο τρόπο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της παραπάνω διατάξεως, που εφάρμοσε.
Τέλος απαράδεκτος είναι και ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το δικαστήριο, δίχως αίτημα, απέρριψε την αγωγή, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο, δεχθέν το λόγο εφέσεως που προαναφέρθηκε, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή, με βάση τη διάταξη του άρθρου 535 παρ.1, η οποία δεν τάσσει ως προϋπόθεση την υποβολή αιτήματος από τους διαδίκους.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-6-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 150/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ