Legislator Case Law & Legislation
493/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank liquidation ruling citing error of law not proven.

Case Number 493/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the liquidation of a bank. The appellant argued that the lower courts failed to apply substantive law correctly and misinterpreted evidence, while the bank contended the findings were legally sound. The court rejected these claims, ruling that the lower courts did not err in their application of the law and that the evidence assessment was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) C.P.C.; Art. 567(2) C.P.C.; Art. 561(1) C.P.C.: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, but the court found no error in the lower court's application of law or assessment of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility error of law substantive law violation evidence assessment bank liquidation legal error review appellate jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) C.P.C.
Art. 567(2) C.P.C.
Art. 561(1) C.P.C.
Art. 176 C.P.C.
Art. 183 C.P.C.

Cited Case Law

AI generated
O.A. 7/2006
O.A. 4/2006
O.A. 18/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 493 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 493/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ηλία Σπινάσα και Στυλιανό Σταματόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση Παλαιά Τράπεζα Κρήτης (Ν. 2330/95)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κων/νο - Γεώργιο Τσάλτα και Ιωάννη Μπόμπο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 1990 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2476/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2509/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Ιουλίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 16.7.2009 αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2006).

H νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

Α.Π. 18/1998). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης περ. α' η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008).

Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 2019/2007).

Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του (Α.Π. 725/2004).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 910 του Α.Κ. από την επίδοση της αγωγής για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ο λήπτης ευθύνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 346 και 348 του Α.Κ., κατά δε τη διάταξη του άρθρου 911 περ. 1 του Α.Κ. ο λήπτης ευθύνεται σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή επί απαίτησης αχρεωστήτου, εφ' όσον γνώριζε τη μη ύπαρξη του χρέους ή αφ' ότου έλαβε γνώση της μη ύπαρξης τούτου.

Προϋπόθεση της αυξημένης ευθύνης είναι η συνείδηση από το λήπτη της ανυπαρξίας του χρέους, δηλαδή ότι γνωρίζει αυτά τα περιστατικά, που καθιστούν αδικαιολόγητη την αχρεώστητη λήψη, έκτοτε δε αυτός οφείλει νόμιμους τόκους υπερημερίας. Η γνώση που συνιστά την προϋπόθεση εφαρμογής της Α.Κ. 911 αριθ. 1 ως προς την παρεπόμενη αξίωση των τόκων, σημαίνει υπαιτιότητα του πλουτίσαντος ως προς το αδικαιολόγητο και επιστρεπτέο του πλουτισμού, η επίκληση όμως στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ασκείται μεμονωμένα, κατά τα προαναφερθέντα, αντίστοιχα η κύρια αίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω αχρεωστήτου της ....αντίστοιχης υπαίτιας συμπεριφοράς του λήπτη, ως προϋπόθεση .....

έναρξης της υποχρέωσής του για τοκοδοσία, για το χρόνο πριν από την άσκηση της αγωγής, δεν μεταβάλλει στο σύνολό της το χαρακτήρα της ασκούμενης αξίωσης από εκείνο του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε εκείνο της εξ αδικοπραξίας, αφού, υπό την αντίθετη εκδοχή, δεν θα συνυπήρχε ποτέ η βασική αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω αχρεώστητου, όταν η παρεπόμενη .....

προς αυτήν αξίωση για καταβολή τόκων συνδυαζόταν με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 911 αριθ. 1, που προϋποθέτει όμως αναγκαία αξίωση αυτοτελή μόνο από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της από 20.11.1990 αγωγής της αναιρεσίβλητης Τράπεζας κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε η πρώτη να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει το εκεί αναφερόμενο ποσό, κατά το οποίο, χωρίς νόμιμη αιτία, κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της, απορρίπτοντας την κατ' αυτής έφεση του αναιρεσείοντος.

Στην παραπάνω αγωγή (με επισκόπησή της κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου), η αναιρεσίβλητη ως ενάγουσα εκθέτει ότι: "Ι. Κατά τη διενέργεια του ελέγχου της οικονομικής και λογιστικής καταστάσεως της Τραπέζης μας, ο οποίος ενεργείται από τον Προσωρινό Επίτροπο που διορίσθηκε σ' αυτήν με την Πράξη του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος υπ' αριθμ. 1375/19-10-1988 (ΦΕΚ/Α/19-10-1988) και εν συνεχεία με την Πράξη επίσης του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος υπ' αριθμ. 1416/23-12-1988 (ΦΕΚ 292/23-12-1988 Α') προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: 1.

Στις 11-3-1988 επιστώθη, με χρέωση των διαθεσίμων της Τραπέζης μας από το Κατάστημα ...της Τραπέζης μας, ο λογαριασμός Ταμιευτηρίου ... του ώδε εναγομένου, ήδη αντιδίκου, με το ποσό των δρχ. σαράντα πέντε εκατομμυρίων (45.000.000). Η πίστωση έγινε από τα ίδια διαθέσιμα της Τραπέζης μας, χωρίς όμως να υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ αυτής και του αντιδίκου, προς τον οποίο, εξ άλλου, η Τράπεζά μας ουδεμία εξωσυμβατική υποχρέωση είχε, η οποία να δικαιολογεί την καταβολή στον αντίδικο του ποσού που προαναφέρεται ή οποιουδήποτε άλλου χρηματικού ποσού, και χωρίς ο εναγόμενος να έχει προβεί ο ίδιος, ή τρίτος για λογαριασμό του, σε κατάθεση πράγματι (re) στο ταμείο της Τραπέζης μας, του εν λόγω ή οποιουδήποτε άλλου ποσού. 2.Το άνω ποσό των δρχ. 45.000.000 που καταβλήθηκε, κατά τα άνω, στον εναγόμενο με χρέωση των ιδίων διαθεσίμων της Τραπέζης μας αλλά χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη αιτία, ήτοι χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωση της Τραπέζης μας να καταβάλει στον αντίδικο το ποσό αυτό και χωρίς ο ίδιος ή τρίτος για λογαριασμό του να έχει χωρήσει στην προηγούμενη ή εκ των υστέρων, έστω, κατάθεση του ποσού αυτού στο ταμείο της Τραπέζης μας, αναλήφθηκε, από τον ώδε εναγόμενο, τμηματικά μεταξύ 15-4-1988 και 19-5-1988 αν και ο εναγόμενος εγνώριζε την κατά τα άνω ανυπαρξία υποχρεώσεως της Τραπέζης μας απέναντί του. 3.

Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι ο εναγόμενος επλούτισε κατά την έννοια των αρθρ. 904 κ.επ. χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της Τραπέζης μας και ότι, επομένως, οφείλει αυτός να επιστρέψει το άνω ποσό των δρχ. 45.000.000 στην Τράπεζα μας, νομιμοτόκως, από 11-3-1988 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, άλλως, επικουρικώς, το ποσό που προαναφέρεται από της επιδόσεως της παρούσης αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως".

Με το περιεχόμενο αυτό και τα αντίστοιχα αιτήματα (για την κύρια απαίτηση και εκείνα για τις παρεπόμενες αξιώσεις τοκοδοσίας), είναι νόμιμη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν όπως θα έπρεπε, για να βρίσκει αυτή άμεσα έρεισμα στο νόμο και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ λόγω αχρεώστητης παροχής ως προς την κύρια αγωγική αξίωση για το αιτούμενο κεφάλαιο του πλουτισμού, ...

η ύπαρξη του πλουτισμού του αναιρεσειόντος εναγομένου, η επέλευση αυτού σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας της και η έλλειψη νόμιμης αιτίας, και ειδικότερα ότι πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου εφόσον (κατά τα ίδια εκτιθέμενα), ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε από τα διαθέσιμα της Τράπεζας χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή της.

Τα ίδια με πιο συνοπτική αιτιολογία δέχθηκε και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτής και έκανε δεκτή την αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της, ανεξάρτητα από την αναφορά σ' αυτήν και των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 911 περ. 1 του ΑΚ αποκλειστικά και μόνο για τη θεμελίωση του αντίστοιχου αιτήματος για τοκοδοσία για τον χρόνο πριν από την επίδοση της αγωγής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ. Όπως συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 216 παρ. Ι, 335, 337, 338 και 559 αρ. Ι και 8 ΚΠολΔ, ο δικαστής, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα, βάσει αυτού, χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και προσδίδει, ενόψει του περιεχομένου της, στην έννομη σχέση που προβάλλεται μ' αυτήν την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις σχετικές απόψεις των διαδίκων.

Αν έτσι καταλήξει σε συμπέρασμα νομικώς διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τους διαδίκους, δεν αγνοεί παρά το νόμο πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αλλά απλώς αυτά που πρότειναν οι διάδικοι τα υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου.

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 (Ολ.Α.Π. 13/1995). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, υποστηρίζεται "η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης, από το γεγονός ότι με ανεπαρκή αιτιολογία αποφάνθηκε ότι η ένδικη αγωγή κατά τη μοναδική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ήταν νόμιμη", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν αγνόησε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος αναφορικά με τον δέοντα νομικό χαρακτηρισμό του επιδεχόταν η ένδικη αγωγή, τον οποίο έλαβε υπόψη και τον απέρριψε με τα προαναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας κρίνοντας αντίθετα ότι η αγωγή ήταν νόμιμη, με βάση την ΑΚ 904, και βάσιμη στην ουσία της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος.

ΙΙΙ. Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ. Α.Π. 13/1995, 25/1994).

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα τρία μέρη του από τους αριθμούς 20. 11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, αντίστοιχα, ότι κατά την απόρριψη από το Εφετείο του λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, που αφορούσε την απόρριψη πρωτόδικα της επικουρικώς προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα ως εναγόμενο ένστασης από τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 του Α.Κ. "ότι το ποσό των 45.000.000 δρχ.

που φέρεται να καταβλήθηκε αχρεωστήτως δεν ήταν αποδοτέο στην αναιρεσίβλητη, γιατί τα όργανά του, δηλαδή ο τότε πρόεδρος του Δ.Σ. γνώριζε το αχρεώστητο της επίδικης καταβολής",: α) παραμορφώθηκε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 896/1990 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσκομίστηκε για την απόδειξη του αντίστοιχου ισχυρισμού και με την οποία κρίθηκε ότι η καταβολή ήταν σε γνώση του τότε Προέδρου του Δ.Σ.

Π1, που εκπροσωπούσε την αναιρεσίβλητη, β) επικουρικά το Εφετείο παρέλειψε να εκτιμήσει το ίδιο έγγραφο και γ) με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης και την επαναφερόμενη πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε ο αντίστοιχος τρίτος λόγος της έφεσης του αναιρεσείοντος με τις ακόλουθες παραδοχές: "Περαιτέρω, αναφορικά με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο παραδεκτά επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επικουρικώς προβληθείσα ένσταση του προαναφερόμενου άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία και αν ακόμη υποτεθεί, ότι η καταβολή σ' αυτόν του ως άνω ποσού των 45.000.000 δρχ έγινε αχρεωστήτως, το ποσό αυτό δεν είναι αποδοτέο στην ενάγουσα, διότι αυτή, και ειδικότερα τα όργανα, που τη δεσμεύουν, δηλαδή τα μέλη του Δ.Σ.

και ο πρόεδρος του Δ.Σ., γνώριζαν το αχρεώστητο της επίδικης καταβολής λεκτέα τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ και 18 παρ. 1 - 2 και 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 2190/1920 προκύπτει, ότι την ανώνυμη εταιρία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη, που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην εκπλήρωση του σκοπού της.

Η παραπάνω οργανική εκπροσώπηση της ανώνυμης εταιρίας μπορεί να ανατεθεί σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ή και σε τρίτους, είτε απευθείας, με διάταξη του καταστατικού, είτε με απόφαση του Δ.Σ., αν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά είναι όργανα της εταιρίας με αντιπροσωπευτική εξουσία παράλληλη με εκείνη του Δ.Σ.

και ενεργούν ως υποκατάστατα αυτού, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 905 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει, ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε, ότι δεν υπάρχει το χρέος. Τέλος, κατά το άρθρο 214 του ίδιου κώδικα, που σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 εφαρμόζεται αναλόγως και στα νομικά πρόσωπα τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να αποκλειστεί η αναζήτηση αχρεώστητης παροχής, όταν αυτός, που την κατέβαλε είναι ανώνυμη εταιρία, πρέπει να τελεί σε γνώση της ανυπαρξίας του χρέους το διοικητικό συμβούλιο αυτής και στην περίπτωση, που η εκπροσώπηση της εταιρίας έχει ανατεθεί με ένα από τους δύο προαναφερόμενους τρόπους σε ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή σε τρίτους, σε γνώση πρέπει να τελούν τα πρόσωπα αυτά.

Στην προκειμένη υπόθεση από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (και στοιχεία), δεν αποδείχθηκε ότι, το αχρεώστητο της ένδικης καταβολής των 45.000.000 δρχ ήταν σε γνώση του νομικού προσώπου της τράπεζας αλλά ούτε και σε γνώση ακόμη του τότε προέδρου του Δ.Σ. Π1 και μάλιστα ως ενεργούντος αυτού με την ως άνω ακριβώς ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ.

Σε κάθε περίπτωση ειδική απόφαση του Δ.Σ. της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία να είχε ανατεθεί στον Π1 η ενάσκηση δικαιωμάτων του Δ.Σ. αυτής και η νόμιμη εκπροσώπησή της από τον τελευταίο, δεν προσκομίζεται, ούτε άλλωστε γίνεται επίκλησή της, ενώ παράλληλα δεν αποδεικνύεται από άλλα έστω αποδεικτικά στοιχεία η ύπαρξη τέτοιας απόφασης του Δ.Σ., με βάση την οποία να παρέχονταν οι προαναφερόμενες εξουσίες προς τον Π1, ο οποίος, ας σημειωθεί -και όπερ και το σπουδαιότερο- στη συγκεκριμένη αυτήν περίπτωση, δεν επιλήφθηκε για την προς τον εναγόμενο καταβολή του ποσού αυτού ουδέ καν είχε θέσει την υπογραφή του στο σχετικό έγγραφο εντολής ώστε και γι' αυτόν ακόμη το λόγο να ευσταθεί ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο Π1 με την ιδιότητα του ως προέδρου του Δ.Σ.

ή άλλως έστω και την ατομική του ιδιότητα γνώριζε περί του διατεινομένου ως άνω αχρεωστήτου, με τρόπο μάλιστα ώστε συνακολούθως και στο ίδιο το νομικό πρόσωπο της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας να περιήλθε (κατά οποιοδήποτε τρόπο) τοιαύτη περί του ισχυριζόμενου αχρεωστήτου γνώση. Το γεγονός ότι, ο Π1 ήταν πρόεδρος του Δ.Σ.

και σημαίνων οικονομικός παράγων του τραπεζικού χώρου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού (μόνον αυτό), ότι, οι ενέργειες του δέσμευαν το νομικό πρόσωπο της ενάγουσας. Εξάλλου δεν προσκομίζεται από τον εναγόμενο το Καταστατικό ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο της ενάγουσας, από το οποίο να προκύπτει, ότι σύμφωνα μ' αυτό είχε ανατεθεί η νόμιμη εκπροσώπηση της ενάγουσας έναντι τρίτων είτε από το Δ.Σ.

αυτής, ως το συλλογικό όργανο της διοίκησης της, είτε με ρητή διάταξη στο καταστατικό, είτε με απόφαση της Γ.Σ. αυτής. Επομένως, δεν αποδείχθηκε, ότι, εκ μέρους του Π1 υπήρξε οποτεδήποτε ή οποιαδήποτε γνώση της ανυπαρξίας του επίδικου χρέους, ούτε και άλλως πως, αν οποιαδήποτε τυχόν πληροφορία περιελθούσα με οποιονδήποτε έστω τρόπο σε αυτόν και δη με οποιαδήποτε ιδιότητά του κατά τα ως άνω δεν αποδεικνύεται, ούτε ότι το διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας, ως το συλλογικό όργανο της διοίκησης της ενάγουσας, είχε τέτοια, οποιαδήποτε δική του γνώση.

Η επίκληση δε από μέρους του εναγομένου άλλων αποφάσεων του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ή του παρόντος Δικαστηρίου, στις οποίες κατά τον εναγόμενο - εκκαλούντα γίνεται δεκτό, ότι, η ενάγουσα εκπροσωπείτο νομίμως από τον τότε πρόεδρο και Διοικητή της Π1, δεν αναιρεί τη έλλειψη και ανυπαρξία της κάθε (ή οποιασδήποτε) γνώσης της ενάγουσας ως προς το αχρεώστητο της εν λόγω καταβολής, καθόσον δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής βάσης και αιτίας καθώς και των διαδίκων των επικαλουμένων από τον εναγόμενο αποφάσεων με την παρούσα υπόθεση.

Με τα δεδομένα αυτά κατέληξε το Εφετείο ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα σε σχέση με την ως άνω ένσταση, δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τον τρίτο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα κατ' ουσίαν".

Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, και δεν πλήττεται με το αναιρετήριο κατά τη διαγνωσθείσα ανυπαρξία δεδικασμένου με κανένα λόγο, και επομένως οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης κρίνονται αλυσιτελείς και απορριπτέοι. Ανεξάρτητα από αυτά, ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του (άρθρο 20 και 19) κρίνεται απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ο τότε Πρόεδρος της αναιρεσίβλητης και την εκπροσωπούσε στην ένδικη συναλλαγή και γνώριζε την ανυπαρξία της αιτίας της ένδικης καταβολής, πλήττοντας την αντίθεση ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 567 παρ. 2 του ΚΠολΔ) εφόσον άλλωστε το από τις αποδείξεις συναγόμενο πόρισμα της προσβαλλόμενης εκτίθεται κατά τις προαναφερθείσες ανελέγκτως παραδοχές της με σαφήνεια και πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο.

Τέλος ο ίδιος λόγος της αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του (αριθ. 11 περ. γ') κρίνεται αβάσιμος γιατί από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδία εκείνης "η επίκληση εκ μέρους του εναγομένου άλλων αποφάσεων" καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την υπ' αριθ. 896/1990 απόφαση, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν μνημόνευσε ειδικά και τον αριθμό της.

Ο συναφής με τον ανωτέρω (δεύτερο) τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθμούς 8 και 19 της ΚΠολΔ 559, στην πραγματικότητα πλήττει αυτή για κακή εκτίμηση πασίδηλου κατά την ΚΠολΔ 336 παρ. 1 και του περιεχομένου της 896/1990 ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με συνέπεια να μη συναγάγει τα ορθά δικαστικά τεκμήρια από την τελευταία.

Και τούτο γιατί κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1 η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και εν προκειμένω δεν προβάλλεται με το λόγο αυτό ορισμένη (παραδεκτή) αναιρετική αιτίαση από τους αριθμούς 1 ή 19 ή 20 της ΚΠολΔ 559.

Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.7.2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2509/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ