Legislator Case Law & Legislation
493/2007 AI generated

493/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 493/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

493/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ. (βλ. υπ’ αρθ. .../17-7-2006 πιστοποιητικό του Δήμου Αίγινας). Ήδη η καλούσα 1η αναιρεσίβλητη, επέδωσε σε καθένα από τους κληρονόμους τούτους του 2ου αναιρεσιβλήτου αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήσεως με πρόσκληση προς παράσταση στην συζήτηση της αναίρεσης όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. 5636/15-9-2006, 562Β/15-9-2006, 561Β/15-9-2006 560Β/15-9-2006 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητού Πειραιώς Σ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 493 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 493/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Φ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρτοφύλακα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων-(1ης καλούσης,2ης και 3ου καθού η κλήση): 1) Ιερής και Σεβάσμιας Κοινοβιακής Γυναικείας Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου "Η ΧΡΥΣΟΛΕΟΝΤΙΣΣΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βήτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, 2) Γ. χήρας Α. Μ., το γένος Α. Τ. και 3) Χ. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι υπεισέρχονται στην παρούσα δίκη ως κληρονόμοι του αρχικού 2ου αναιρεσίβλητου Α. Μ., που απεβίωσε την 2-5-2005 και οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2000 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και με την από 3-6-2000 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2802/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-4-2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε 1199/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα-1η αναιρεσίβλητη με την από 17-7-2006 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2006 έκθεση της κωλυόμενης να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-4-2005 αίτησης για αναίρεση της 124/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το συνδυασμό των άρθρων 286, 287, 288, 289, 290, 291 και 292 Κ.Πολ.Δ, η επανάληψη της δίκης μπορεί να είναι είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, όχι όμως και του ομοδίκου του έστω και αναγκαίου, είτε και αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου, μπορούν δε οι διάδικοι αυτοί να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας πως η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας, η οποία κατ’ άρθρο 1847 εδ.

α’ του ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά δικόγραφα του φακέλλου προκύπτουν τα εξής: Ο 2ος Αναιρεσίβλητος Α. Μ. απεβίωσε στις 2-5-2005, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Γ. Μ. και τον υιό του Χ.

Μ. (βλ. υπ’ αρθ. .../17-7-2006 πιστοποιητικό του Δήμου Αίγινας). Ήδη η καλούσα 1η αναιρεσίβλητη, επέδωσε σε καθένα από τους κληρονόμους τούτους του 2ου αναιρεσιβλήτου αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήσεως με πρόσκληση προς παράσταση στην συζήτηση της αναίρεσης όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. 5636/15-9-2006, 562Β/15-9-2006, 561Β/15-9-2006 560Β/15-9-2006 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητού Πειραιώς Σ.

Α., αντιστοίχως, η οποία επίδοση θεωρείται ως δήλωση επανάληψης της προκειμένης κατ’ αναίρεση δίκης, αφού έγινε μετά την πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως που άρχισε με το θάνατο του διαδίκου επισυμβάντα στις 2-5-05 και ως εκ τούτου παραδεκτά επαναλαμβάνεται η διακοπείσα δίκη, λόγω θανάτου του άνω 2ου αναιρεσιβλήτου.

Εφόσον δε αυτοί δεν εμφανίσθησαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ).

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’ Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου) αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ’ όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής, εξάλλου περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο δικόγραφο της αγωγής, τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα είναι αναγκαία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα παραθαλάσσιου κτήματος ακανόνιστου σχήματος και συνολικού εμβαδού 30 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." παρά τον ομώνυμο Όρμο με τα επί μέρους κτήματα, αμπέλους και τη λοιπή έκταση, καθώς και τον παρά τον Όρμο μικρό μοναστηριακό Ναό του Αγίου Γεωργίου με το παρακείμενο κτίσμα, που συνορεύει βόρεια με τον περίβολο του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 45 περίπου μέτρων, ανατολικά με συνεχόμενη έκταση του ίδιου κτήματος επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 100 μέτρων περίπου, νότια με αμμώδη και κροταλλώδη παραλία και θάλασσα επί προσώπου τεθλασμένης γραμμής συνολικού μήκους 130 μέτρων περίπου (Όρμου ...) και δυτικά με συνεχόμενο ρέμα και αγροτικό δρόμο επί πλευράς συνολικού μήκους 85 μέτρων περίπου.

Το εν λόγω κτήμα, που εμφαίνεται στο ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής από Ιουλίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα - μηχανικού Σ. Μ., αποτελεί τμήμα του μοναστηριακού κτήματος "ΠΑΧΕΙΑ ΡΑΧΗ ΑΝΙΤΣΑΙΟΝ - ΣΦΕΝΤΟΥΡΙΟΝ", που βρίσκεται στην ομώνυμη τοποθεσία του χωριού ... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...

της Αίγινας, συνολικού εμβαδού 600 και πλέον στρεμμάτων με όλα τα σ’αυτό αγροκτήματα, αμπέλια, υποστατικά, κτίσματα και λοιπή ακαλλιέργητη έκταση. Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται στο αμέσως πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα ως δύο συνεχόμενα, διαφορετικής στάθμης αγροτεμάχια με τους αριθμούς 10 και 11 και πιο συγκεκριμένα με τους αριθμούς 31-32-33-39-31 το πρώτο απ’ αυτά και 21-20-30-40-41-42-43-21, αντίστοιχα, το δεύτερο, εμβαδού 930,80 και 1.626,30 τετρ.

μέτρων, αντίστοιχα, τα οποία συνορεύουν το πρώτο μεν απ’ αυτά (το με αριθμό 10) βόρεια μεν με το με αριθμό 9 αγροτεμάχιο, ανατολικά εν μέρει με τα με αριθμούς 9 και 13 αγροτεμάχια, νότια δε και δυτικά με το με αριθμό 12 αγροτεμάχιο, το δεύτερο δε (το με αριθμό 11) βόρεια μεν με το με αριθμό 6 αγροτεμάχιο, ανατολικά εν μέρει με τα με αριθμούς 9 και 12 αγροτεμάχια, νότια με θάλασσα και δυτικά με αγροτική οδό (καρόδρομο) και ρέμα.

Το εν λόγω ακίνητο, όπως περιγράφεται στην αγωγή, κατά είδος, θέση, έκταση, όρια και πλευρές ορίων, εξατομικεύεται επαρκώς, ώστε καμιά αμφιβολία να μην υπάρχει ως προς την ταυτότητά του, μη απαιτούμενων άλλων επιπλέον στοιχείων, δηλαδή, της ακριβούς έκτασης, των ορίων και της ειδικής θέσης του μεγαλύτερου μοναστηριακού κτήματος των 600 στρεμμάτων.

Το Εφετείο, επομένως, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κρινόμενη αγωγή ως προς την περιγραφή του μεγαλύτερου μοναστηριακού κτήματος των 600 στρεμμάτων, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, έλαβε υπόψη τον αποτελούντα (τον έκτο) λόγο έφεσης ισχυρισμό του εναγομένου εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και τον απέρριψε σιωπηρά ως αβάσιμο και, έτσι, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 εδάφιο β’ και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, γι’ αυτό και ο πρώτος, κατά το πρώτο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρη του λόγος αναιρέσεως, μετά τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περίπτ. γ’ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή, κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ένδικων μέσων, της έφεσης της ανακοπής και τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης ή αντένστασης ή οι λόγοι έφεσης τους οποίους πρέπει κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ να περιέχει το δικόγραφο της έφεσης και γενικά εκείνη απόφασης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", η οποία θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγω αναίρεσης. Ο πρώτος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, και ο 6ος κατά το δεύτερο μέρος του με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αμέσως πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής και τον 13ο λόγο της έφεσής του και έτσι άφησε αδίκαστες αιτήσεις του, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΕΠΕΙΔΗ, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου. Επομένως ο 2ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν προσδιόρισε τη μεγαλύτερη μοναστηριακή έκταση των 600 στρεμμάτων κατά όριον και θέση καθώς και την ακριβέστερη μέσα σ’ αυτή θέση του επίδικου ακινήτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει διάγνωση της υποθέσεως βάσει των αποδείξεων και ελλείψεις (ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα) στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν ιδρύεται επί παραδοχής αγωγής ως ορισμένης κατά νόμο, έστω και αν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, είναι ανεπαρκείς.

ΕΠΕΙΔΗ, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, ενόψει του ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένστασή του περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, δεχόμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί μη χρησικτησίας τρίτων επί ακινήτων της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής, εφόσον η τελευταία δεν έχει συμπληρωθεί από τις 12.9.1875 τουλάχιστον και μέχρι τις 12.9.1915 και περί απαράγραπτου της εμπράγματης αξίωσης της Μονής αυτής επί ακινήτων της, παραβίασε ευθέως το άρθρο 4 του ισχύοντος και των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων, τα άρθρα 6, 9, 11, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, καθώς και το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της τελευταίας, αντίστοιχα.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, γιατί μολονότι εκτίθενται σ’αυτόν οι απόψεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με την έννοια των ουσιαστικών διατάξεων του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου και των ειδικών νόμων περί προστασίας των δημόσιων κτημάτων που εφαρμόστηκαν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, των οποίων μάλιστα παρατίθεται το κείμενο, όπως περιέχεται στην απόφαση αυτή και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν διαλαμβάνονται σ’αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με βάση τα οποία κατέλήξε αυτό στην κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και δεν προσδιορίζεται, επίσης, το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου σε σχέση με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, προσκρούουν στη συνταγματική αρχή της ισότητας των πολιτών και στις συναφείς προς αυτή διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που προπαρατέθηκαν.

ΕΠΕΙΔΗ, σε σχέση με το νομοθετικό καθεστώς που διέπει την ιδιόκτητη ακίνητη μοναστηριακή περιουσία δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ’ αυτή προκύπτει, προσθέτως και επικουρική σκέψη, ότι τίτλους από το νόμο για τα κτήματα των Ιερών Μονών, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ήδη αναιρεσίβλητης, αποτελούν και τα διαχωριστικά διατάγματα της μοναστηριακής περιουσίας, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4684/1930, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τους ν.5141/1931, 5256/1931 και κωδικοποιήθηκε με το π.δ.

της 14/22.4.1931, περαιτέρω δε δέχθηκε ότι ολόκληρη η εδαφική έκταση των 600 στρεμμάτων καταγράφτηκε το έτος 1933 ως ακίνητη περιουσία της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής και συμπεριλήφθηκε στην εκποιητέα περιουσία της με το από 25.1.1983 προεδρικό διάταγμα "Περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της Ιεράς Μονής Αιγίνης - Αθηνών" και το οποίο αποτελεί τίτλο κτήσης κυριότητας της πιο πάνω έκτασης από το νόμο.

Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί την αμέσως πιο πάνω επικουρική αιτιολογία, μη αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν.4684/1930, καθώς και το από 25.1.1933 προεδρικό διάταγμα και, ακολούθως, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, καθ’ όσον η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε το διατακτικό της αυτοτελώς, για την παραδοχή της αγωγής στην κτήση της κυριότητας της ενάγουσας αναιρεσίβλητης στο επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχεία αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ.ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο πέμπτος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση κατάχρησης του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας Ιεράς Μονής και ήδη αναιρεσίβλητης κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο ως ουσιαστικά αβάσιμη, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν παρατίθενται σ’αυτόν παρά

μόνο αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του εν λόγω Δικαστηρίου, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο, επίσης, κατά το δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, μέρη του λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι από τους αριθμούς 11 περίπτ. γ’ και 12, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στην ένδικη αγωγή και που αναφέρεται στο ουσιώδες περιστατικό ότι η ίδια αδράνησε στην ενάσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο επί χρόνο πλέον των εξήντα (60) ετών, κατά τον οποίο τη χρήση του εν λόγω ακινήτου είχαν οι δικαιοπάροχοι του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και ο ίδιος, παράλληλα δε, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη της εν λόγω ομολογίας, αποτελούσας πλήρη απόδειξη για την από μέρους του αναιρεσείοντος και των δικαιοπαρόχων του κατοχή του επίδικου ακινήτου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς τα ήδη ερευνώμενα μέρη του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από το εφετήριο, ο αναιρεσείων δεν την επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Πράγματα, υπό την έννοια αυτή είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 25/2003 Ελλ.Δ/νη 44.1548). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ., β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το 13ο λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα, με τον οποίο ο τελευταίος προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση, γιατί παρά το νόμο έκρινε, ότι δεν πρέπει να αποφανθεί και δεν αποφάνθηκε πράγματι επί της προσεπίκλησής του σε αναγκαστική παρέμβαση του Α.

Μ. ως υπόχρεου σε αποζημίωσή του σε περίπτωση παραδοχής της σε βάρος του αγωγής (του και ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου), δηλαδή, πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω λόγο έφεσης, τον ερεύνησε και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12 Απριλίου 2005, αίτηση, για αναίρεση της 124/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παραστάσης 1ης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ