Supreme Court dismisses appeal against car accident liability judgment for one party due to improper service of process.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding one defendant because the summons for the appeal hearing was not properly served to them. While the court upheld the original liability judgment against the insurance company and other defendants, it separated the case for the improperly served party. The court ruled that without valid service, the appeal could not be heard against that specific individual.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 paragraph 3 and 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must dismiss an appeal against a party if the summons for the appeal hearing was not properly served to them, requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 492 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 492/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
Α. 1) Σ. Δ. του Χ., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας,
Α. 2) Μ. χας Θ. Μ., το γένος Λ. Β., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας,
Α. 3) Δ. Β. του Λ. και της Σ., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας,
Α. 4) Θ. Β. του Γ.,
Α. 5) Α. Β. του Γ., κατοίκων ... Φθιώτιδας,
Α. 6) Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας,
Α. 7) Ν. Μ. του Σ. και Δ. συζ. Ν. Μ., το γένος Λ. Β., κατοίκων ... Αιτωλοακαρνανίας, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους: (α) Π. Μ., (β) Λ. Μ., (γ) Σ. Μ., (δ) Σ. Μ. και
8) Μ. χας Θ. Μ., το γένος Λ. Β., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας, ως ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Μ. και
Β. 1) Γ. Β. του Λ. και της Φ.,
Β. 2) Γ. Β. του Λ. και Μ. συζ. Γ. Β., το γένος Π. Δ., κατοίκων … (Φθιτώτιδας), ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους (α) Φ. Β., (β) Π. Β., (γ) Λ. Β., (δ) Δ. Β., ε) αβάπτιστου άρρενος τέκνου και στ) αβάπτιστου θήλεως τέκνου και
Β. 3) Μ. συζ. Γ. Β., το γένος Π. Δ., κατοίκου … (Φθιώτιδας).
Οι υπό στοιχ. Α.4ος, Α.5η και Β.3η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
Ι. Οι υπό στοιχ. Β.2α, Β.2β, Β.2γ, Β.2δ, Β.2ε και Β.2στ των αναιρεσειόντων, (α) Φ. Β., (β) Π. Β., (γ) Λ. Β., (δ) Δ. Β., (ε) αβάπτιστο άρρεν τέκνο - ήδη βαπτισθέν Η. (Β.) και (στ) αβάπτιστο θήλυ τέκνο - ήδη βαπτισθέν Ευ. (Β.), αντίστοιχα, των οποίων τη γονική επιμέλεια ασκούσαν οι γονείς τους Γ. Β. του Λ. (Β.1ος) και Μ. συζ. Γ. Β. (β.3η), ενηλικιώθηκαν, συνεχίζουν ατομικά τη δίκη και οι υπό στοιχ. (α), (β), (γ), (δ), και (ε) εκπροσωπούνται από αυτόν, η δε (στ) παρίσταται με τον ίδιο και
ΙΙ. Ο Γ. Β. του Λ. και της Φ. (υπό στοιχ. Β.1ος) απεβίωσε στις 07.09.2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του α. Μ. χα Γ. Β., το γένος Π. Δ. (υπό στοιχ. Β.3η), β. Φ. Β. του Γ. (υπό στοιχ. Β.2α - ήδη ενηλικιωθείσα), γ. Π. Β. του Γ. (υπό στοιχ. Β.2β - ήδη ενηλικιωθείς), δ. Λ. Β. του Γ. (υπό στοιχ. Β.2γ - ήδη ενηλικιωθείς), ε. Δ. Β. του Γεωργίου (υπό στοιχ. Β.2δ - ήδη ενηλικιωθείσα), στ. Η. Β. του Γ. (υπό στοιχ. Β.2ε - ήδη βαπτισθείς και ενηλικιωθείς), εκπροσωπούμενοι από αυτόν και ζ. Ευ. Β. του Γ. (υπό στοιχ. Β.2στ - ήδη βαπτισθείσα και ενηλικιωθείσα), η οποία παρίσταται με τον ίδιο.
Οι λοιποί των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσειόντων – καλούντων:
1) Α. Β. του Γ., (σημ.: υπό στοιχείο Α.5)
2) Θ. Β. του Γ., (σημ.: υπό στοιχείο Α.4) κατοίκων ... Φθιώτιδας και
3) Γ. Β. του Λ. και Φ., (σημ.: υπό στοιχείο Β.1) εκ των οποίων οι 1η και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
Α) ο Γ. Β. του Λ. και της Φ. (3ος – σημ.: των αναιρεσειόντων – καλούντων και υπό στοιχείο Β.1) απεβίωσε στις 07.09.2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί νόμιμοι κληρονόμοι του α. Μ. χα Γ. Β., το γένος Π. Δ., β. Φ. Β. του Γ., γ. Π. Β. του Γ., δ. Λ. Β. του Γ., ε. Δ. Β. του Γ., στ. Η. Β. του Γ., εκπροσωπούμενοι από αυτόν και ζ. Ε. Β. του Γ., η οποία παρίσταται με τον ίδιο και
Β) Οι καλούντες παραιτούνται του δικογράφου της κλήσεώς τους ως προς τους καθ’ ων η κλήση Σ. Δ. (1η – σημ.: των αναιρεσειόντων-καθ’ ών η κλήση και υπό στοιχείο Α.1 των αναιρεσειόντων), Μ. χα Θ. Μ. (2η – σημ.: των αναιρεσειόντων-καθ’ ών η κλήση και υπό στοιχείο Α.2 των αναιρεσειόντων ), Δ. Β. (3η – των αναιρεσειόντων-καθ’ ών η κλήση και υπό στοιχείο Α.3 των αναιρεσειόντων), Ν. Μ. (4ο – σημ.: των αναιρεσειόντων-καθ’ ών η κλήση και υπό στοιχείο Α.6 των αναιρεσειόντων), Ν. Μ. και Δ. Β., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους: α) Π. Μ., β) Λ. Μ., γ) Σ. Μ. και δ) Σ. Μ. (υπό στοιχ. 5 – σημ.: των αναιρεσειόντων-καθ’ ών η κλήση και υπό στοιχείο Α.7 των αναιρεσειόντων) και Μ. χα Θ. Μ., το γένος Λ. Β., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Μ. (6η – σημ.: των αναιρεσειόντων-καθ’ ών η κλήση και υπό στοιχείο Α.8 των αναιρεσειόντων).
Των αναιρεσειόντων – καθ’ ων η κλήση:
1) Σ. Δ. του Χ.,
2) Μ. χας Θ. Μ., το γένος Λ. Β.,
3) Δ. Β. του Λ. και Σ.,
4) Ν. Μ. του Σ.,
5) Ν. Μ. του Σ. και Δ. συζ. Ν. Μ., το γένος Λ. Β., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους: α) Π. Μ., β) Λ. Μ., γ) Σ. Μ.,
6) Μ. χας Θ. Μ., το γένος Λ. Β., κατοίκου ... Αιτωλοακαρνανίας, ως ασκούσας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Μ., κατοίκων Αθηνών, 7) Γ. Β. του Λ. και Μ. συζ. Γ. Β., το γένος Π. Δ., κατοίκων … (Φθιώτιδας), ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Φ. Β., β) Π. Β., γ) Λ. Β., δ) Δ. Β., ε) αβάπτιστου άρρενος τέκνου και στ) αβάπτιστου θήλεως τέκνου και
8) Μ. συζ. Γ. Β., το γένος Π. Δ., κατοίκου … (Φθιώτιδας), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων – καθ’ ων η κλήση:
9) Ν. Μ. του Α. και της Γ., κατοίκου … (Αχαΐας), που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και
10) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20.11.2005, 20.12.2005 και 18.05.2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 786/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10.06.2011 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1907/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 30.10.2018 κλήση των αναιρεσειόντων – καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευστάθιος Νίκας διάβασε την από 14.11.2012 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ιωάννας Πετροπούλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων – καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης – καθ’ ης η κλήση την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) – (ΑΠ 102/2020 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 6/2019 – ΝΟΜΟΣ ). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 102/2020 ΝΟΜΟΣ ).
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 ΚΠολΔ όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64§ 1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Αρα ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται & αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ). Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο που δεν έχει περατωθεί μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε.(ΑΠ 142/2013 – ΝΟΜΟΣ).
Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση προκύπτει, ότι διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως δύναται να παραιτηθεί από τη διαδικαστική πράξη της ανωτέρω κλήσεως – που συνετάγη κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως – προς τον αντίδικο του για παράστασή του κατά τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως (ΑΠ 787/2019 – ΝΟΜΟΣ ). Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ [όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015),ο οποίος ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 01.01.2016] «Η παραίτηση κατά τα άρθρα 294 και 296 γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις». Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η ως άνω κλήση προς συζήτηση θεωρείται μη ασκηθείσα, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, που προβλέπει για την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής όμοιο αποτέλεσμα, ήτοι ανάκληση της διαδικαστικής πράξεως (ΑΠ 787/2019 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1295/2018).
Εξάλλου από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020 , ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015). Τέλος, κατά την § 3 εδ.β’ του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 110/2020 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 307/ 2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, προκύπτουν τα εξής:
Φέρεται προς συζήτηση με την από 30.10.2018 κλήση προς συζήτηση των (εκ των) αναιρεσειόντων – ήδη καλούντων: Α.5) Α. Β. του Γ., Α.4) Θ. Β. του Γ., και Β.1) Γ. Β. του Λ. και Φ. , η στρεφόμενη κατά της υπ’ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών από 10.06.2011 αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 1907/2013 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της ως άνω από 10.06.2011 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Η ως άνω από 30.10.2018 κλήση προς συζήτηση στρέφεται αφ’ ενός κατά των λοιπών αναιρεσειόντων (απλών ομοδίκων των ως άνω αναιρεσειόντων – καλούντων ) και ήδη 1ης έως και 8ης καθ’ ών η κλήση• αφ’ ετέρου κατά των αναιρεσιβλήτων Ν. Μ. και της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ» - ήδη 9ου και 10ης καθ’ ών η κλήση.
Η προαναφερθείσα από 30.10.2018 κλήση προς συζήτηση της κρινόμενης από 10.06.2011 αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατά την δικάσιμο της 08.11.2019, κατά την οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 16.10.2020, όπως προκύπτει από την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη και φέρουσα ημερομηνία 15.11.2019 βεβαίωση αναβολής. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της υποθέσεως αυτής, γενόμενη στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας μετ’ αναβολή δικάσιμο της 16.10.2020:
(i) εκπροσωπήθηκαν νομότυπα από τον υπογράφοντα την από 30.10.2018 κλήση πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου, εκ των αναιρεσειόντων:
(I-Α) οι προαναφερθέντες καλούντες - αναιρεσείοντες Α. Β. του Γ. και Θ. Β. του Γ. .
(I-Β) για τον προαναφερθέντα καλούντα - αναιρεσείοντα Γ. Β. του Λ. και της Φ. ο υπογράφων την από 30.10.2018 κλήση πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Παπασπύρου με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, γνωστοποίησε την βιαία διακοπή της δίκης επελθούσα στο πρόσωπο του ως άνω καλούντος – αναιρεσείοντος Γ.
Β. του Λ. και Φ. λόγω του θανάτου αυτού, επελθόντος στις 07.09.2020, (δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης από 10.06.2011 αίτησης αναίρεσης και της από 30.10.2018 κλήσης προς συζήτησή της) και δήλωσε ρητά ότι οι συνεχίζουν την δίκη, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, αφ’ ενός οι εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο:
α) Μ. χα Γ. Β., β) Φ. Β. του Γ., γ) Π. Β. του Γ., δ) Λ. Β. του Γ., ε) Δ. Β. του Γ., στ) Η. Β. του Γ., αφ’ ετέρου ζ) η παρασταθείσα με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο Ευ. Β. του Γ.. Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσείοντος και η ιδιότητα των προαναφερθέντων (αντιστοίχως συζύγου και τέκνων του αποβιώσαντος) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποδεικνύεται από το απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού και το υπ’ αρ.
πρωτ. …/24- 09-2020 πιστοποιητικό του αρμόδιου Δήμου Λαμιέων περί πλησιέστερων συγγενών, περιστατικά, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από οιονδήποτε των διαδίκων (άρθρ.261 ΚΠολΔ). Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τον θάνατο του εν λόγω αναιρεσείοντος και την εκουσία στο όνομά τους επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσης δίκης.
Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται από οιονδήποτε των διαδίκων η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων των θανόντος ως άνω αναιρεσείοντος η διακοπείσα δίκη επί της από 10. 06.2011 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς,
(I-Γ) εκ των αναιρεσειόντων οι ήδη ενηλικιωθέντες και συνεχίζοντες την δίκη ατομικά έκαστος – οι οποίοι κατά την άσκηση της υπό κρίση από 10.06.2011 αίτησης αναίρεσης είχαν αντιπροσωπευθεί από τους δύο γονείς τους Γ. Β. του Λ. και Μ. συζ. Γ. Β. που ασκούσαν από κοινού τη γονική μέριμνα αυτών – α)Φ. Β., β)Π. Β., γ)Λ. Β., δ)Δ. Β., ε) το κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης αβάπτιστο ανήλικο άρρεν τέκνο και ήδη βαπτισθείς Η. Β., στ) το κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης αβάπτιστο ανήλικο θήλυ τέκνο και ήδη βαπτισθείσα Ευ. Β.. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, οι προαναφερθέντες Β.2α, Β.2β, Β.2γ, Β.2δ, Β.2ε και Β.2στ αναιρεσείοντες, στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση από 10.06.2011 αίτησης αναίρεσης ήταν ανήλικοι και είχαν εκπροσωπηθεί από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, ήτοι τους ασκούντες από κοινού την γονική μέριμνα προαναφερόμενους γονείς τους, ήδη όμως αυτοί έχουν ενηλικιωθεί, (όπως δηλώθηκε στα πρακτικά κατά τα προαναφερθέντα, προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας και ουδείς των διαδίκων αμφισβήτησε).
Συνεπώς όλοι οι προαναφερθέντες α) Φ. Β., β) Π. Β., γ) Λ. Β., δ) Δ. Β., ε)το κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης αβάπτιστο ανήλικο άρρεν τέκνο και ήδη βαπτισθείς Η. Β., στ) το κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης αβάπτιστο ανήλικο θήλυ τέκνο και ήδη βαπτισθείσα Ευ. Β., νομίμως εκπροσωπήθηκαν και παραστάθηκαν (αντιστοίχως, όπως ανωτέρω) με το δικό τους (αντίστοιχα έκαστος εξ αυτών ) όνομα στην προκείμενη μη περατωθείσα δίκη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού μετά την ενηλικίωσή τους κατέστησαν ικανοί για να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους (αντίστοιχα έκαστος εξ αυτών) όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των νομίμων αντιπροσώπων τους – γονέων τους, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, κατά τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη αναλυτικά εκτεθέντα, συνεχιζόμενης πλέον της διαδικασίας με τη συμμετοχή στη δίκη των ως άνω αρχικά ανήλικων διαδίκων που πλέον έχουν ενηλικιωθεί.
(I-Δ) Οι λοιποί των αναιρεσειόντων – καθ’ών η κλήση 1) Σ. Δ., 2) Μ. χα Θ. Μ., 3) Δ. Β., 4) Ν. Μ., 5)Ν. Μ. του Σπ. και Δ. Β., ως ασκούντες την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Π. Μ., β) Λ. Μ., γ)Σ. Μ., δ) Σ. Μ., και 6) Μ. χα Θ. Μ. ασκούσας την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Μ., από τα ίδια, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της υποθέσεως αυτής, γενόμενη στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 16.10.2020 δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ωστόσο οι ως άνω καλούντες- αναιρεσείοντες, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την από 30.10.2018 κλήση τους παραιτήθηκαν νομότυπα, κατά τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις τους, του δικογράφου της ως άνω από 30.10.2018 κλήσης ως προς τους προαναφερθέντες, απόντες κατά την συζήτησή της (απλούς ομοδίκους τους) αναιρεσείοντες – καθ’ ών η κλήση 1) Σ.
Δ., 2) Μ. χα Θ. Μ., 3)Δ. Β., 4) Ν. Μ., 5)Ν. Μ. και Δ. Β., ως ασκούντες την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α)Π. Μ., β)Λ. Μ., γ) Σ. Μ., δ) Σ. Μ., και 6) Μ. χα Θ. Μ. ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Μ.. Συνακόλουθα, μετά την νομότυπη ως άνω παραίτηση των επισπευσάντων την συζήτηση καλούντων – αναιρεσειόντων από την ως άνω, φέρουσα ημερομηνία 30.10.2018 κλήση τους, η προαναφερθείσα ως άνω από 30.10.2018 κλήση, με την οποία εισήχθη προς συζήτηση η κρινόμενη από 10.06.2011 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, να θεωρείται μη ασκηθείσα ως προς τους προαναφερθέντες αναιρεσείοντες 1) Σ.
Δ., 2) Μ. χα Θ. Μ., 3) Δ. Β., 4) Ν. Μ. , 5)Ν. Μ. και Δ. Β. , ως ασκούντες την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Π. Μ., β) Λ. Μ., γ) Σ. Μ. , δ) Σ. Μ., και 6) Μ. χα Θ. Μ. ως ασκούσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Μ.. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η τρίτη καθ’ ής η κλήση και τρίτη αναιρεσείουσα στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης Δ.
Β. του Λ. και της Σπ. κατέθεσε ατομικά, χωριστά από τους ήδη καλούντες – αναιρεσείοντες κλήση για επαναφορά συζήτησης της κρινόμενης από 10 Ιουνίου 2011 αίτησης αναίρεσης κατά της αυτής προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ. της υπ’ αριθμ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών ενώπιον του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 891/2020 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, αναίρεσε την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ’ αριθμ. 786/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα, Δ.
Β. του Λ. και της Σπ. για τον οποίων αριθμό 19 του άρθρου 559 λόγο και ειδικότερα για ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγού και πεζού και παρέπεμψε την υπόθεση προς επανασυζήτηοη στο Εφετείο Πατρών.
(ii) Περαιτέρω ως προς τους αναιρεσιβλήτους, από τα ίδια, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της υποθέσεως αυτής, γενόμενη στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 16.10.2020 ο πρώτος αναιρεσίβλητος – καθ’ ού η κλήση Ν.
Μ. δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ωστόσο, ο προαναφερθείς απολειπόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος δεν αποδεικνύεται ότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για την σημερινή δικάσιμο, καθόσον από την υπ’ αριθμ. .../ 21-11-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Ε.
Χ. Τ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ως άνω καλούντες – αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι α) δεν επιδόθηκε στον ως άνω απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 10.06.2011 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, αλλά ότι β) επιδόθηκε σε αυτόν μόνο ακριβές αντίγραφο της απευθυνόμενης στο παρόν Δικαστήριο από 30.10.2018 κλήσης προς συζήτηση , στο δικόγραφο της οποίας ως άνω κλήσης (όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της), δεν ήταν ενσωματωμένη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και ότι γ) επιδόθηκε σε αυτόν η από 15.11.2019 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέως του δικαστηρίου αυτού, με την οποία βεβαιωνόταν ότι η προσδιορισθείσα για να δικαστεί στην δικάσιμο της 08.11.2019 κρινόμενη 10.06.2011 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 16.10.2020 , στην οποία αυτός καλείτο να παραστεί.
Σημειωτέον ότι οι επισπεύδοντες την συζήτηση – καλούντες αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν επίδοση της υπό κρίση από 10.06.2011 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών προς τον απόντα κατά την συζήτησή της πρώτο αναιρεσίβλητο – καθ’ ού η κλήση Ν. Μ.. Επομένως, αφού (α) ο ως άνω απολειπόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος Ν.
Μ. δεν έχει κλητευτεί νομίμως στην συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε σε αυτόν (οποτεδήποτε) ακριβές επικυρωμένο της υπό κρίση από 10.06.2011 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών• (β) ο ανωτέρω πρώτος αναιρεσίβλητος, που δεν κλητεύθηκε νόμιμα ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, συνδέεται με απλή ομοδικία με την νομίμως εκπροσωπηθείσα στην δίκη αυτή δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, συνακόλουθα, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο – καθ’ού η κλήση Ν.
Μ. , να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν και να χωρήσει νομίμως η συζήτηση ως την νομίμως εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και τους επίσης νομίμως εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο ανωτέρω επισπεύδοντες την συζήτηση καλούντες – αναιρεσείοντες.
Η κρινόμενη από 10.06.2011 αίτηση αναίρεσης για την αναίρεση της υπ'αριθ. 786/2010 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681 Α', 666-667, 670 - 676 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
[II] Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι
Α] εκ των επισπευδόντων την δίκη αναιρεσειόντων: 1) ο (αποβιώσας στις 07.09.2020 κατά τα αναλυτικά ανωτέρω εκτεθέντα) Γ. Β. του Λ. και της Φ., 2) ο ίδιος Γ. Β. του Λ. και της Φ. και η Μ. Γ. Β., ως ασκούντες από κοινού την γονική μέριμνα των ανηλίκων (τότε) τέκνων τους α) Φ. Β., β) Π. Β., γ) Λ. Β., δ) Δ. Β., ε) αβαπτίστου άρρενος ανηλίκου τέκνου, στ) αβαπτίστου θήλεως ανηλίκου τέκνου, 3) η Μ.
Γ. Β., το γένος Π. Δ. άσκησαν κατά του 1ου εναγομένου – ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. (ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση) και της 2ης εναγομένης – ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ» ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου την από 20.12.2005 και με αρ.
κατ. με αρ. εκθ. κατάθ. 3/4-1-2006 αγωγή τους, της οποίας περιόρισαν παραδεκτά εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα, και ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν εις ολόκληρον έκαστος σε έκαστο από τους ως άνω ενάγοντες τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά νομιμοτόκως, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να καταβάλλουν επίσης νομιμοτόκως εις ολόκληρον έκαστος σε κάθε ενάγοντα τα, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος αναγνωριστικά αιτούμενα χρηματικά ποσά, για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά τους προκάλεσε ο πρώτος των εναγομένων οδηγώντας το αναφερόμενο στην αγωγή αυτοκίνητο του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, και το οποίο είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του Λ.
Β. πατέρα του πρώτου ενάγοντα, πάππου των ανηλίκων (τότε) ως άνω εναγόντων και πενθερού της τρίτης ενάγουσας, κατά τα στην αγωγή αναλυτικά εκτιθέμενα .
Β] εκ των επισπευδόντων την δίκη αναιρεσειόντων: 1) ο Θ. Β. του Γ., και 2) η Α. Β. του Γ., από κοινού με άλλους ενάγοντες, απλούς ομοδίκους τους, ως προς τους οποίους δεν έχει εισαχθεί προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης άσκησαν κατά του 1ου εναγομένου – ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. (ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση) και της 2ης εναγομένης – ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ» ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου την από 20.11.2005 και με αρ.
κατ. με αρ. εκθ. κατάθ. 235/23-11-2005 αγωγή τους ,της οποίας περιόρισαν παραδεκτά εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα, και ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν εις ολόκληρον έκαστος, σε έκαστο από τους ως άνω ενάγοντες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά νομιμοτόκως, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να καταβάλλουν επίσης νομιμοτόκως εις ολόκληρον έκαστος σε κάθε ενάγοντα τα, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος, αναγνωριστικώς αιτούμενα χρηματικά ποσά για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά τους προκάλεσαν ο πρώτος των εναγομένων οδηγώντας το αναφερόμενο στην αγωγή αυτοκίνητο του , που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, και το οποίο είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του Λ.
Β., αδελφού των ως άνω εναγόντων – ήδη επισπευδόντων την δίκη αναιρεσειόντων, κατά τα στην αγωγή αναλυτικά εκτιθέμενα.
Επί των ως άνω αγωγών που συνεκδικάστηκαν με την υπ’ αρ. 222/5-10-2006 αγωγή, που δεν είναι αντικείμενο της προκείμενης δίκης, εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. 52 /2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, έγιναν εν μέρει δεκτές: Α] η ως άνω από 20.12.2005 και με αρ. εκθ. κατάθ. 3/4-1-2006 αγωγή και Β] η ως άνω από 20.11.2005 και με αρ. εκθ. κατάθ. 235/23-11-2005 αγωγή, κατά τα στην ως άνω απόφαση αναλυτικά εκτιθέμενα.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι προαναφερθέντες ενάγοντες των ως άνω αγωγών άσκησαν τις από 08.07.2007 (αρ. κατάθ. 88/2007) και από 10.07.2007 (αρ. κατάθ. 87/2007) αντίστοιχες εφέσεις τους στρεφόμενες κατά των ως άνω εναγομένων, οι δε εναγόμενοι των ίδιων ως άνω αγωγών άσκησαν την από 12.07.2007 (αρ. κατάθ. 89/2007) έφεση τους, στρεφόμενη (και) κατά των ως άνω εναγόντων αμφοτέρων των ως άνω αγωγών. Επί των ως άνω εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν κατ’ αντιμωλία των διαδίκων με την από 03.09.2007 (αρ. κατάθ. 95/2007), που δεν είναι αντικείμενο της προκείμενης δίκης, εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 786/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, που δέχθηκε τυπικά όλες τις ως άνω εφέσεις, απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 10.07.2007 (αρ. κατάθ. 87/2007) έφεση των εκ των τώρα αναιρεσειόντων Θ. Β. και Α. Β., δέχθηκε κατ’ ουσίαν την από 08.7.2007 (αρ. κατάθ. 88/2007) έφεση των λοιπών καλούντων – αναιρεσειόντων, την από 12.07.2007 (αρ. κατάθ. 89/2007) έφεση των τώρα αναιρεσιβλήτων και την από 03.09.2007 (αρ. κατάθ. 95/2007) έφεση που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη οριστική απόφαση και δέχθηκε δε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες τις ως άνω αγωγές σύμφωνα με τα στην απόφαση αυτήν οριζόμενα.
[III] Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδαφ. β, 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρατική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη (της πράξης ή της παράλειψης) και της επελθούσας ζημίας (βλ.
και ΑΠ 12/2020, ΑΠ 891/2020, ΑΠ 88/2019). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική πράξη, ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια.
Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των το επιζήμιο αποτέλεσμα και το επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 891/2020, βλ. και ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος (ΑΠ 891/2020, ΑΠ 270/2018).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 891/2020, ΑΠ 270/2018). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 891/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων αποστάσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου αποτελέσματος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω από τα άρθρα 12 και 19 του ν. 2696/1992 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται κατά το δυνατόν ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα κατά το άρθρο 12 παρ. 1 «οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, οι δε οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους».
Επίσης κατά το άρθρο 19 παρ. 1 «ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς», κατά δε την παρ. 2 «ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν» ενώ κατά την παρ. 3 «Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας κατά τις νυκτερινές ώρες αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός της ταχύτητας (ΑΠ 891/2020, ΑΠ 1207/2004).
Επίσης κατά το άρθρο 38 του ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες κυκλοφορίας πεζών, στην παρ. 4 αυτού ορίζεται ότι «4. Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται: α) Αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν. [...] ε) Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του».
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 891/2020). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 891/2020 ).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 891/2020, ΑΠ 565/2018).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 891/2020 ΑΠ 565/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
[V] Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω κρίσιμο και ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα πεζού και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη (εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, και ήδη αρ. 614 παρ. 6) υπ’ αρ. 786/2010 οριστική απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες της ερευνώμενης αίτησης αναίρεσης επισκόπηση αυτής (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα αφ’ενός της υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου (που ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ), αφ’ ετέρου της υπαιτιότητας του θανάσιμα τραυματισθέντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα πεζού Λ. Β. ,καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των προαναφερθέντων και του επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού του ως άνω πεζού, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα:
«|Στις 14.10.2005 και περί ώρα 20.10' ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της αποκλειστικής του κυριότητας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και εκινείτο με αυτό επί της Επαρχιακής Οδού Κάτω Μακρινούς-Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας με κατεύθυνση προς Θέρμο.
Η οδός αυτή, στη χιλιομετρική θέση της 1, είναι διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,40 μέτρα και είναι ευθεία, το ανώτατο δε όριο ταχύτητας ανερχόταν σε 90 χιλιόμετρα ανά ώρα, καθόσον δεν πρόκειται περί κατοικημένης περιοχής .Κατά τον άνω χρόνο το πεδίο ορατότητας δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή.
Στο ύψος της άνω χιλιομετρικής θέσης, ο πεζός Λ. Β., ηλικίας 66 ετών, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ο οδηγός του Ι.Χ. αυτοκινήτου δεν αντελήφθη εγκαίρως τον πεζό, ο οποίος είχε διασχίσει περί τα 3,10 μέτρα του αντίθετου προς την πορεία του.
οχήματος του ρεύματος κυκλοφορίας και βρισκόταν στο μέσο περίπου της οδού, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του επί του πεζού, ο οποίος εκτινάχθηκε πάνω στο παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου, το οποίο έσπασε, και στη συνέχεια στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε βαρύτατα. Συγκεκριμένα υπέστη βαρύτατες κακώσεις κοιλίας, συνεπεία των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του.
Υπό τα άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω πεζού οφείλεται, κατά παραδοχή της ένστασης που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου και του θανόντος πεζού, που κατανέμεται σε ποσοστό 25% στον πρώτο εναγόμενο και σε ποσοστό 75% στον θανόντα, οι οποίοι δεν επέδειξαν την κατ’ αντικειμενική εκτίμηση, επιμέλεια που θα επιδείκνυε ο μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και πεζός, με βάση τους νομικούς κανόνες κυκλοφορίας και εκείνους της κοινής πείρας και λογικής.
Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με συνέπεια να μην μπορέσει να αντιδράσει εγκαίρως και να αποφύγει τον πεζό με κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, παραβιάζοντας με την αμελή αυτή συμπεριφορά του τις διατάζεις των άρθρων 12 παρ.1 και 19 παρ.1 του ΚΟΚ.
Εξάλλου η υπαιτιότητα του θανόντος πεζού συνίσταται στο ότι αυτός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της άνω οδού, σε σημείο που δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών και η κυκλοφορία δεν ρυθμιζόταν με φωτεινό σηματοδότη, και ενώ ήταν νύκτα και τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, σε ποσοστό 2,25g/l αίματος, χωρίς έλεγχο και έγκαιρη αντίληψη του κινδύνου, παραβιάζοντας με την αμελή αυτή συμπεριφορά του τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 Κ.Ο.Κ. .
Η προαναφερόμενη αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και του θανόντος πεζού, ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη εμπειρία να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, προκάλεσε τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τα προεκτεθέντα, το οποίο ευχερώς μπορούσε να αποφευχθεί αν ο πρώτος εναγόμενος και ο πεζός από την πλευρά του τηρούσε την απαιτούμενη επιμέλεια και τους προαναφερθέντες, αντίστοιχα, κανόνες κυκλοφορίας, ειδικότερα δε ως προς τον πρώτο εναγόμενο η αποφυγή του ατυχήματος ήταν δυνατή και ευχερής λόγω της δυνατότητας του να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, δεδομένου ότι το ελεύθερο από την κυκλοφορία προς τα δεξιά του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου τμήμα της οδού είχε πλάτος 2,10 μέτρα τουλάχιστον.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω πεζού οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την περί συνυπαιτιότητας του θανόντος πεζού (άρθρ. 300 ΑΚ και στον Ν. ΓΠΝ/1911), που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως και επαναφέρουν στο Δικαστήριο τούτο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της από 12.07.2007 εφέσεως των εναγομένων |».
[VI] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει το παρόν δικαστήριο, δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που έκρινε άλλως, και δη κατά το μέρος που έκρινε πως το προπεριγραφέν ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ,στη συνέχεια δε, αφού (α) δέχθηκε ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη την από 12.07.2007 και υπ’ αρ. κατάθ. 89/2007 έφεση των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων)• (β) δέχθηκε την από 08.07.2007 (αρ. κατάθ. 88/2007) έφεση των εναγόντων• (γ) απέρριψε την από 10.07.2007 (αρ. κατάθ. 87/2007) έφεση των εναγόντων, που στρέφονταν κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα, και στην συνέχεια:
i] Δικάζοντας επί της προαναφερθείσας από 20.11.2005 και με αρ. κατ. με αρ. εκθ. κατάθ. 235/23-11-2005 αγωγής την οποία είχαν ασκήσει εκ των τώρα καλούντων – αναιρεσειόντων (αντίστοιχα 4ου και 5ης των εναγόντων ) οι Θ. Β. του Γ., και Α. Β. του Γ., (από κοινού με άλλους ενάγοντες, απλούς ομοδίκους τους, ως προς τους οποίους δεν έχει εισαχθεί προς συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης) κατά του 1ου εναγομένου – ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. και της 2ης εναγομένης – ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ», δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή ως κατ’ ουσία βάσιμη ως προς τους ως άνω 4ο και 5η των εναγόντων Θ. Β. του Γ., και Α. Β. του Γ., και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν εις ολόκληρο έκαστος, σε έκαστο από τους ως άνω 4ο και 5η των εναγόντων Θ. Β. του Γ., και Α. Β. του Γ. (αμφιθαλείς αδελφούς του αποβιώσαντος θανάσιμα τραυματισθέντος κατά το ένδικο ατύχημα πεζού) το ποσό των 3.000 ευρώ,νομιμοτόκως.
ii] Δικάζοντας επί της προαναφερθείσας από 20.12.2005 και με αρ. κατ. με αρ. εκθ. κατάθ. 3/4-1-2006 αγωγής , την οποία είχαν ασκήσει εκ των τώρα καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) ο (αποβιώσας στις 07.09.2020 κατά τα αναλυτικά ανωτέρω εκτεθέντα) Γ. Β. του Λ. και της Φ. ατομικά, 2) ο ίδιος Γ. Β. του Λ. και της Φ. και η Μ. Γ. Β. , ως ασκούντες από κοινού την γονική μέριμνα των ανηλίκων (τότε) τέκνων τους α) Φ.
Β., β) Π. Β., γ) Λ. Β., δ) Δ. Β., ε) αβαπτίστου άρρενος ανηλίκου τέκνου, στ)αβαπτίστου θήλεως ανηλίκου τέκνου, και 3) η Μ. Γ. Β. , το γένος Π. Δ. ατομικά, κατά του 1ου εναγομένου – ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου Ν. Μ. (ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση) και της 2ης εναγομένης – ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ», δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους ως άνω ενάγοντες υπό τις (αντίστοιχες) προεκτεθείσες ιδιότητές τους, και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν εις ολόκληρο έκαστος νομιμοτόκως, (α) στον ως άνω πρώτο ενάγοντα Γ.
Β. (τέκνο του αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα πεζού) ατομικά το ποσό των 10.000 ευρώ, (β) στην τρίτη των εναγόντων Μ. συζ. Γ. Β. (νύφη του αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα πεζού) ατομικά το ποσό των 1.000 ευρώ και (γ) στους ως άνω ενάγοντες Γ. Β. και Μ. συζ. Γ. Β. υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων την γονική μέριμνα των ανηλίκων (τότε) τέκνων τους (εγγονών του αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα πεζού) 1) Φ.
Β., 2) Π. Β. , 3) Λ. Β., 4) Δ. Β., 5) αβαπτίστου άρρενος ανηλίκου τέκνου, και 6) αβαπτίστου θήλεως ανηλίκου τέκνου, το ποσό των 1.000 ευρώ για έκαστο των ως άνω εγγονών του αποβιώσαντος.
Με τις προαναφερόμενες αυτολεξεί ανωτέρω παρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θύματος πεζού με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αμφιβολίες και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το εάν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που εφάρμοσε, και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ επίσης, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους παραβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο:
(1) ενώ δέχεται ότι το όριο ταχύτητας στο σημείο της σύγκρουσης ανερχόταν σε 90 χιλιόμετρα ανά ώρα, λόγω μη κατοικημένης περιοχής, δεν διευκρινίζει την ταχύτητα του αυτοκινήτου, ώστε να διαπιστωθεί, εάν τυχόν υπέρβαση αυτής συνετέλεσε αιτιωδώς στη σύγκρουση και στον εξ αιτίας αυτής θανάσιμο τραυματισμό του πεζού, το σώμα του οποίου, σύμφωνα με τις παραδοχές της, εκτινάχθηκε πάνω στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, τον οποίο έθραυσε, και στη συνέχεια κατέπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε βαρύτατα•
(2) ενώ δέχεται ότι το πεδίο ορατότητας δεν περιοριζόταν και ότι η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, δεν διευκρινίζει από πόση απόσταση ο οδηγός αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό, την στιγμή, που αυτός κατήλθε στο οδόστρωμα και άρχισε να το διασχίζει κάθετα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, ώστε να διαπιστωθεί, εάν αντικειμενικά μπορούσε να τον αποφύγει με έγκαιρη τροχοπέδηση, καθόσον το Εφετείο εστιάζει στην αμελή συμπεριφορά του οδηγού και στην παράλειψή του να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό•
(3) κυρίως, όμως, δεν διευκρινίζει την ακριβή θέση του πεζού και του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, ούτε το σημείο της σύγκρουσης και ειδικότερα, αν και, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) το συνολικό πλάτος όλου του οδοστρώματος ανερχόταν σε 6,40 μέτρα, β) στη χιλιομετρική θέση 1 της οδού, όπου συνέβη η σύγκρουση, η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, και συνεπώς, κατά λογική ακολουθία, κάθε ρεύμα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,20 μέτρα (6,40 μέτρα : 2 = 3,20 μέτρα) και γ) ο πεζός είχε διασχίσει 3,10 μέτρα κάθετα το οδόστρωμα, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου και συνεπώς, κατά λογική ακολουθία, βρισκόταν ακόμη εντός του δικού του ρεύματος πορείας, που είναι αντίθετο, προς εκείνο, στο οποίο κινείτο το αυτοκίνητο, σε άλλο σημείο της απόφασής του, το Εφετείο, με εντελώς ασαφή και αντιφατική αιτιολογία δέχεται ότι ο πεζός βρισκόταν στο μέσο περίπου της οδού• και τέλος,
(4) παρότι το Εφετείο δέχεται ότι το αυτοκίνητο προς τα δεξιά του είχε ελεύθερο τμήμα της οδού πλάτους 2,10 μέτρα, εντούτοις δεν διευκρινίζει το πλάτος του αυτοκινήτου, ώστε να διαπιστωθεί, εάν τούτο κινείτο στο ρεύμα πορείας του, δηλαδή προς Θέρμο, πλάτους 3,20 μέτρων, κατά τα προεκτεθέντα, ή εάν το όχημα είχε εισέλθει στο αντίθετο προς την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή εκεί, όπου εκινείτο ακόμη ο πεζός.
Με τις ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες το Εφετείο κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, διότι όλα τα παραπάνω περιστατικά (που συνιστούν ελλείψεις και αντιφάσεις) είναι ουσιώδη, προκειμένου να ερευνηθεί, εάν ο οδηγός ενήργησε ως ο μέσος επιμελής και συνετός οδηγός, κατά αντικειμενική κρίση, που κινείται εντός κατοικημένης περιοχής και φρόντισε έγκαιρα να ελαττώσει την ταχύτητα του οχήματος του, στο ελάχιστο, όταν αντιλήφθηκε πεζό στο οδόστρωμα, ώστε να επιτρέψει στον πεζό να ολοκληρώσει με ασφάλεια την κίνησή του επί του οδοστρώματος, έστω και εάν ο πεζός δεν ήταν επιμελής, καθώς επίσης, εάν ο οδηγός θα ήταν δυνατόν να τον αποφύγει, είτε με την έγκαιρη τροχοπέδηση και ακινητοποίηση του αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, ή εάν, τέλος, η σύγκρουση έγινε στο ρεύμα πορείας του πεζού ή στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο το αυτοκίνητο.
Επομένως ανακύπτει ασάφεια, αντίφαση και κενό και δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ερμηνεία και υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, τους οποίους το Εφετείο παραβίασε κατά τα ανωτέρω, εκ πλαγίου και συνακόλουθα ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγού και πεζού και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω δεκτού γενόμενου αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά των αναιρεσιβλήτων παρέλκει η εξέταση του 2ου λόγου αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείo εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ εισήλθε και έπληξε τον πεζό επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας, παραβιάζοντας έτσι την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 και 4 του Κ.Ο.Κ., ο οποίος (ως άνω 2ος λόγος αναίρεσης) επίσης αποβλέπει στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης έναντι των αναιρεσιβλήτων και ο οποίος πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης περί των συνθηκών τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και της συμπεριφοράς των εμπλακέντων οδηγού –1ου αναιρεσίβλητου του οποίου την αστική ευθύνη καλύπτει η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, και του πεζού, στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων.
Τέλος, εφόσον οι επισπεύδοντες την παρούσα συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προαναφερόμενοι καλούντες-αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από την κλήση τους ως προς τους αναφερόμενους καθ’ ών η κλήση αναιρεσείοντες, ο τρίτος λόγος αναίρεσης δεν ερευνάται, αφού αυτός αφορά στα πρόσωπα των εν λόγω καθ’ ών η κλήση, ως προς τους οποίους η κλήση αυτή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.
[VII] Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι καλούντες –αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.ε’ του ΚΠολΔ. όπως ισχύει) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη αυτή, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καλούντων – αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διακτακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 30.10.2018 κλήση προς συζήτηση της από 10.06.2011 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Δ., 2) Μ. χα Θ. Μ., 3) Δ. Β., 4) Ν. Μ., 5)Ν. Μ. και Δ. Β., με την ιδιότητά τους ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Π. Μ., β) Λ. Μ., γ) Σ. Μ., δ) Σ. Μ., και 6) Μ. χα Θ. Μ. ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Κ. Μ..
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο – καθ’ ού η κλήση Ν. Μ..
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 10-06-2011 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ'αρ. 786/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο- καθού η κλήση Ν. Μ..
Αναιρεί την υπ’ αρ. 786/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού, κατά το μέρος αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης ως προς τους αναιρεσείοντες Θ. Β., Α. Β., Μ. χα Γ. Β., Φ. Β. του Γεωργ., Π. Β. του Γ., Λ. Β. του Γ., Δ. Β. του Γ., Η. Β. του Γ. και Ευ. Β. του Γ. αφ’ ενός και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ» αφ’ ετέρου.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο κατά τα ανωτέρω μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Διατάσσει να επιστραφεί στους ως άνω αναιρεσείοντες το παράβολο το οποίο αυτοί έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ» στα δικαστικά έξοδα των ίδιων ως άνω αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ