Legislator Case Law & Legislation
492/2020 AI generated

492/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 492/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 559 ή 560 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Legislator headnote

AI generated

492/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 559 ή 560 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 492 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 492/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Ν. Π. Β., κατοίκου ... και β) Α. Ν. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεανώ Παπασεραφείμ.

Του αναιρεσιβλήτου Σ. Σ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπαδάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 11-6-2014 αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Ι. Ν. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 991/2017 του παραπάνω Δικαστηρίου και 92/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2018 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ζήτησαν των αναιρεσειόντων την παραδοχή και του αναιρεσβλήτου την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 92/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 991/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κτηματολογική και αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Ι. Ν.. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στα άρθρα 559 ή 560 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τον κανόνα αυτό, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν, καθώς επίσης και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους και, σε περίπτωση εφαρμογής περισσοτέρων διατάξεων, πρέπει να μνημονεύεται, χωριστά για καθεμία, το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή τους (ΑΠ 290/2013).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι, αναγνωρίζοντας, όπως και πρωτόδικα, ότι το ποσοστό συγκυριότητας 17/000 εξ αδιαιρέτου στο αναφερόμενο οικόπεδο ανήκει στην οριζόντια ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου και όχι σε εκείνη των αναιρεσειόντων, της ίδιας οικοδομής στο παραπάνω οικόπεδο και διατάσσοντας τη σχετική κτηματολογική διόρθωση, "παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου (διατάξεις του Ιονίου Αστικού Κώδικα αρχικά και ακολούθως του ν. 3741/1929 και του Αστικού Κώδικα, καθώς και της νομοθεσίας για το Κτηματολόγιο, που δεν απαιτεί αναγραφή ποσοστού συνιδιοκτησίας για την εγγραφή του δικαιώματος σε αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία)". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, πρωτίστως, διότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις των παραπάνω νομοθετημάτων, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, καθώς επίσης και σε τι συνίσταται το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή καθεμιάς των διατάξεων αυτών.

2. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο πεδίο του δικαίου εντάσσεται ο κανόνας αυτός. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν η παράβαση αφορά, πλην άλλων και όρο πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, που υπάγεται στο, κατά το νόμο 3741/1929, καθεστώς της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, αφού η πράξη αυτή και ο κανονισμός αποτελούν συμβάσεις, που συνάπτουν οι συνιδιοκτήτες του ακινήτου κατά τα άρθρα 4 και 14 του παραπάνω νόμου και, συνεπώς, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου (ΑΠ 232/2008). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία από το Δικαστήριο της ουσίας με την παραπάνω κρίση του, των .../1915 και .../1967 συμβολαιογραφικών πράξεων σύστασης και επανασύστασης, αντίστοιχα, οριζόντιων ιδιοκτησιών.

3. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική απόδειξη (ΑΠ 247/2012). Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013).

Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, μέρος του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι "δέχτηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη τα περί μη συμπεριλήψεως εκ λάθους του δικαιώματος του ενάγοντα στις αρχικές εγγραφές του κτηματολογίου". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση αφορά εκτίμηση των ανωτέρω πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Σε κάθε όμως περίπτωση ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω πόρισμά του, ότι το προαναφερθέν ποσοστό συγκυριότητας αφορά την παραπάνω οριζόντια ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει στην απόφασή του αυτή, ήτοι από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που αυτοί νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.

4. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΑΠ 148/2006).

Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "...δεν δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε δηλώσει το ακίνητό του...και ότι αυτό είχε καταχωρηθεί στις πρώτες εγγραφές με το σωστό ΚΑΕΚ και κατόπιν, με ενέργειές του (ένσταση) το μετέθεσε στο ΚΑΕΚ του όμορου ακινήτου, δημιουργώντας νέο ΚΑΕΚ και δημιουργώντας υπέρ του και το θεμέλιο για τη διεκδίκηση του δικού μας ΚΑΕΚ". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 15-9-2017 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο σχετικός ισχυρισμός τους δεν είχε προταθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις που προαναφέρθηκαν.

5. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008). Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Εν προκειμένω, με τον ίδιο παραπάνω λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες, ήτοι "την αρχική δήλωση του Ν. προς το Κτηματολόγιο, την καταχώρηση του ακινήτου του στις προσωρινές εγγραφές στο ΚΑΕΚ ..., την ένστασή του κατά των προσωρινών εγγραφών και την απόφαση επί της ενστάσεώς του που την έκανε δεκτή". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα που προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.

6. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Μπορεί, όμως, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ίδιου, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του, όπως όταν με την παραδοχή της αναίρεσης δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς γι' αυτόν συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται βελτίωση της θέσης του και ουδέν ωφελείται (ΑΠ 1241/2008).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι απέρριψε ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης του αρχικού ενάγοντα, ενώ δεν πρόβαλαν στο Εφετείο τέτοιο ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, καθόσον, αφού δεν υπέβαλαν τον παραπάνω ισχυρισμό, ουδεμία βλάβη υφίστανται από την απόρριψή του, ώστε να θεμελιώνεται έννομο συμφέρον τους για την ανατροπή της.

7. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της 991/2017 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και της από 11-6-2014 αγωγής, η οποία έγινε δεκτή με την απόφαση αυτή, προκύπτει ότι με την εν λόγω αγωγή ο ενάγων ζήτησε, πλην άλλων, να αναγνωρισθεί κύριος του αναφερόμενου ακινήτου, το αίτημά του δε αυτό έγινε δεκτό με την παραπάνω απόφαση. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε τον τρίτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούνταν για τον προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης υπέρ του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, βάσει της αξίας του ακινήτου του, ενώ η αγωγή δεν είχε αντικείμενο αναγνώριση εμπραγμάτου δικαιώματος σε ακίνητο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην παραπάνω εσφαλμένη προϋπόθεση.

8. Εξάλλου, το Εφετείο, κατά την έρευνα του συναφούς με την πρωτοβάθμια δικαστική δαπάνη λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων, δέχτηκε, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, ότι η αξία του επιδίκου ακινήτου, βάσει της οποίας υπολογίστηκε η δικαστική δαπάνη, είναι 150.000 ευρώ και ότι η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος ανέρχεται σε 4.500 και όχι σε 4.200 ευρώ που προσδιορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατόπιν αυτών, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "δεν αναφέρει τι είναι αυτό το ποσό των 150.000 ευρώ", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και ως προς την αιτίαση ότι "επικυρώνει την πρωτόδικη αλλά με διαφορετικό ποσό 4500 έναντι 4200", διότι στηρίζεται στις παραπάνω εσφαλμένες προϋποθέσεις. Ο ίδιος λόγος, ως προς την αιτίαση ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "από που προκύπτει" το παραπάνω ποσό των 150.000 ευρώ, είναι αβάσιμος, διότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί στην αξία του αντικειμένου της ένδικης αγωγής, στο οποίο και γίνεται σαφής αναφορά.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2018 αίτηση των Ν. Π. Β. και Α. Ν. Β., για αναίρεση της 92/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ