Legislator Case Law & Legislation
492/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and failure to state material facts.

Case Number 492/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the University of Athens's appeal against a lower court ruling regarding employment contracts. The appellant argued a violation of salary commencement dates but failed to specify the factual basis for the lower court's decision. The court ruled that such vague grounds render the appeal inadmissible under civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 313, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal must state specific factual assumptions and legal errors; vague grounds without reference to material facts are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds factual assumptions legal error civil procedure university employment salary commencement

Cited Legislation

AI generated
Article 62, paragraph 1, letter a of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 313, paragraph 1, letter d of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1, item 1 of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 4 of Law 3320/2005
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1420/2013
Supreme Court Case 27/1988
Supreme Court Case 27/1998
Supreme Court Case 32/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 492 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 492/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γαβρίλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. - Ε. Δ. του Η., 2) Β. Κ. του Δ., 3)Έ. Κ. του Δ., 4)Γ. Κ. του Α., 5)Σ. Σ. του Σ., 6)Ε. Τ. του Ε., 7)Α. Τ. του Ι., 8)Α. Τ. του Α., 9)Ε. Τ. του Ι., 10)Σ. Φ. του Γ., 11)Β. Φ. του Γ. και 12)Δ. Χ. του Β., όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 7108/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 25/11/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).

Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1988). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.

Εξ άλλου από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες τόσο στην έκκλητη, όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ.1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 1687/2007), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ.1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα.

Διαφορετικά εάν, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο (όπως έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομά του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.

α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 516 παρ.1, 556 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 45/2018, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2016). Αν τούτο διαλάθει της προσοχής και εκδοθεί απόφαση στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 147/2006). Αν όμως το ένδικο μέσο απευθύνεται κατά αποβιώσαντος και ο ασκήσας αυτό διάδικος αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (όπως είναι η έφεση ή η αναίρεση) παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση όμως αυτού, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σε αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΟλΑΠ 27/1988, ΑΠ 304/2018, ΑΠ 433/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 467/2014).

Αν όμως αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο ήταν, κατά το χρόνο άσκησης, σε γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση) κατά το μέρος που στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος πριν την άσκησή του απορρίπτεται κατά τα προαναφερθέντα ως απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα προκύπτει ότι η πρώτη (1η) των αναιρεσίβλητων Δ. Α. - Ε. του Η. αποβίωσε στις 23 Δεκεμβρίου 2009 (βλ. με αριθ. 79/2009 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου ...), δηλαδή μετά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 20 Μαΐου 2009 της από 21.7.2008 και με αριθ.

κατάθ. 153545/3948/2008 αγωγής αυτής [από κοινού με άλλους ένδεκα ενάγοντες] κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών" και πριν από την έκδοση της με αριθ. 182/25.1.2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε η από 31.1.2012 και με αριθ. 1174/25.2.2012 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων, περιλαμβανομένης, ως 1ης εκκαλούσας, της πριν την άσκησή της άνω έφεσης θανούσας Δ. Α. - Ε. του Η.. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθ. 7108/29.11.2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία, επιδίκασε στην "πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα" Δ.

Α. - Ε. του Η. ατομικά και σε βάρος του εναγομένου- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος ΑΕΙ το ποσό των 8.303,66 ευρώ για τους εκεί εκτιθέμενους λόγους. Η απόφαση αυτή (7108/2013) είναι ανύπαρκτη (ανίσχυρη) ως προς την διάδικο αυτή και κατά συνέπεια ως προς αυτήν δεν παράγεται κανενός είδους αποτέλεσμα (εκτελεστότητα, δεδικασμένο).

Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκε η από 25.11.2016 και με αριθ. κατάθ. 6754/980/25.11.2016 ένδικη αίτηση αναίρεσης από το εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ΑΕΙ, η οποία στρέφεται και κατά της Δ. Α. - Ε. του Η. ατομικά, η οποία όμως κατά τα ήδη προαναφερθέντα είχε προαποβιώσει πολύ πριν την άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου (23.12.2009).

Μάλιστα κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αυτή φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από κοινού με τους λοιπούς ομοδίκους από τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βασιλείου, ο οποίος εκπροσώπησε αυτήν και κατά την έκκλητη δίκη. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την προσκομιζόμενη με αριθ.

…405/2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ι. Α. προκύπτει ότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. ήταν σε γνώση του θανάτου της ως άνω διαδίκου, υπαλλήλου του, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αφού η αρμοδία διευθύντρια της οικείας διεύθυνσης διοικητικού προσωπικού του αναιρεσείοντος και οι αρμόδιοι υπάλληλοι του λογιστηρίου ενημέρωσαν τον δικαστικό επιμελητή για τον επισυμβάντα στις 23.12.2009 θάνατο της ως άνω υπαλλήλου (βλ.

αυτήν). Επομένως, εφόσον η ένδικη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το γεγονός δε του θανάτου ήταν σε γνώση του αναιρεσείοντος ΑΕΙ, πρέπει αυτή ν' απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α, 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος ΑΕΙ στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς την 1η των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρα 176,183 του ΚΠολΔ, δεν γεννάται, εφόσον η "δικαιούχος" αυτών ως άνω 1η των αναιρεσιβλήτων είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Κατά τα λοιπά, με την από 25 Νοεμβρίου 2016 και με αριθ.

κατάθ. 6754/980/25.11.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 7108/29.11.2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 31.1.2012 και με αριθ. κατάθ. 1174/17.2.2012 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 182/25.1.2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ως άνω έφεση, εξαφανίσθηκε η εν λόγω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη την από 21.7.2008 και με αριθ. κατάθ. 153545/3948/30.7.2008 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών" και στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα τ' αναγραφόμενα εκεί ποσά, ως διαφορές αποδοχών μεταξύ των αποδοχών των υπαλλήλων του εναγομένου που κατείχαν οργανικές θέσεις με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του Ν. 3205/2003 και των αποδοχών (αμοιβών) που οι ενάγοντες λάμβαναν κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους από το εναγόμενο ΑΕΙ, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, που υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, περιλαμβανομένων των διαφορών στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και στο επίδομα αδείας, για την χρονική περίοδο από 1.1.2004 έως 30.9.2006, οπότε κατ' εφαρμογή της προβλεπομένης στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004 διαδικασίας οι συμβάσεις αυτών μετατράπηκαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθότι αναγνωρίσθηκε η αληθής φύση της σχέσης των.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν ή κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ΑΕΙ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να προβεί στην επιδίκαση διαφορών σε απασχοληθέντες, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας, και για το χρόνο πριν την κατάταξη τους παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.

α του Ν. 3320/2005 που ορίζει ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης. Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία εν μέρει παραδοχή της αγωγής των αναιρεσίβλητων, μετά την παραδοχή της έφεσης αυτών ως βάσιμης και την εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσας οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει στο σύνολό της την αγωγή αυτών, ως νομικά αβάσιμη), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα το αναιρεσείον περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο την κατ' αυτό ερμηνεία της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005) που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, χωρίς ουδόλως να αναφερθεί στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αντίθετο συμπέρασμα και χωρίς ν' αναφερθεί στο τι αφορά το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει όσον αφορά τους 2ο έως και 12η των αναιρεσιβλήτων ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος (αόριστος) ο μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των νομίμως παραστάντων 2ης έως και 12ης των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.11.2016 και με αριθ. κατάθ. 6754/980/25.11. 2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 7108/29.11.2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 2ης έως και 12ης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 19 Απριλίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 6 Μαΐου 2019

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ