Legislator Case Law & Legislation
492/2016 AI generated

492/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 492/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 492 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

492/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 492 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 492 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 492/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη, που ανακάλεσε την από 27-10-2015 δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δήμα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 360/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2012 αίτησή του, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 24-2-2015 κλήση του μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 1-4-2014. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 24-3-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

Α.Π. 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 4-2-2004 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε τα εξής: Ότι την 1-2-1999 προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε από αυτήν ως κρουπιέρης στο καζίνο που διατηρεί αυτή στη Ρόδο. Ότι στις 17-11-2003 η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας.

Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική αφού υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης και συγκεκριμένα έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο και με τον πραγματικό σκοπό να αντικαταστήσει η εναγομένη όλους τους παλαιότερους Έλληνες εργαζομένους της, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος, με άλλους νεότερους και μάλιστα αλλοδαπούς, προκειμένου να καταβάλλει σ’ αυτούς κατώτερο μισθό.

Ότι επί πλέον με το άρθρο 4 παρ. 1 της από 14-3-2001 Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που είχε υπογραφεί μεταξύ της εναγομένης και του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Καζίνο Ρόδου Α.Ε.", του οποίου αυτός ήταν μέλος, και που εξακολουθούσε να ισχύει κατά την απόλυσή του αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δυνάμει της Δ.Α. 47/2002, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μην απολύσει με πρωτοβουλία της περισσότερους από 10 εργαζομένους της για λόγους που ανάγονται στο πρόσωπό της (οικονομοτεχνικούς κλπ.).

Ότι παρά ταύτα η εναγομένη μέχρι και την ημέρα της απόλυσής του είχε ήδη απολύσει περισσότερους από 35 εργαζομένους της, με αποτέλεσμα η απόλυσή του να είναι άκυρη και για το λόγο αυτό. Ότι επίσης με το από 2-10-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογραφεί μεταξύ της εναγομένης και του ίδιου πιο πάνω σωματείου η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να μειώσει το προσωπικό της μόνο κατά 35 άτομα μέσα σε διάστημα ενός έτους από την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού (ήτοι μέχρι τις 2-10-2014), στον αριθμό δε αυτό θα περιλαμβάνονταν και οι εργαζόμενοι που θα αποχωρούσαν οικειοθελώς από την εργασία τους, ενώ ο αριθμός αυτός θα μπορούσε να αυξηθεί μόνο με τη συγκατάθεση του εν λόγω σωματείου.

Ότι εν τούτοις κατά την ημέρα της απόλυσής του ήδη ο αριθμός των εργαζομένων της εναγομένης που είχαν απολυθεί από αυτήν ή είχαν οικειοθελώς αποχωρήσει υπερέβαινε τους 50, με αποτέλεσμα η απόλυσή του να είναι άκυρη και για το λόγο αυτό. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα παράβασης της υποχρέωσής της αυτής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 10-7-2006 έφεσή του, με την οποία παραπονέθηκε μεταξύ άλλων και για την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών του ότι η εναγομένη τον απέλυσε κατά παράβαση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει δυνάμει της από 14-3-2001 Σ.Σ.Ε.

και δυνάμει του από 2-10-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού που είχε συνυπογράψει με το σωματείο των εργαζομένων στην επιχείρησή της. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη εταιρεία, η οποία εκμεταλλεύεται το Καζίνο Ρόδου, στις 1-2-1999 για να εργαστεί ως κρουπιέρης.

Η εναγομένη εταιρεία ήδη από τις αρχές του έτους 2003 αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα... Το πρόβλημα αυτό το γνώριζαν και οι εργαζόμενοι, οι οποίοι ενημερώθηκαν από το σωματείο εργαζομένων στο οποίο μέλος ήταν και ο ενάγων. Το Σεπτέμβριο του έτους 2003 η εναγομένη με ανακοίνωση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της γνωστοποίησε στους εργαζόμενους ότι λόγω των δυσμενών οικονομικών της εταιρείας προτίθεται να προβεί σε απολύσεις εργαζομένων και κάλεσε τους τελευταίους αν θέλουν να δηλώσουν οικειοθελή αποχώρηση με αποζημίωση, εθελοντική μεταβολή θέσεων εργασίας από πλήρες ωράριο σε ωράριο μερικής απασχόλησης ή μετακίνησή τους στο Καζίνο Λουτρακίου.

Μετά από συζητήσεις της εναγομένης με το σωματείο των εργαζομένων υπογράφτηκε το από 2-10-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης και των εκπροσώπων του σωματείου των εργαζομένων, με το οποίο συμφωνήθηκε η σταδιακή μείωση του προσωπικού κατά 35 άτομα μέχρι το τέλος του 2003 προκειμένου να εξυγιανθεί οικονομικά η εναγομένη.

Στον παραπάνω αριθμό περιλαμβάνοντο και εκείνοι που θα αποχωρούσαν οικειοθελώς. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής η εναγομένη προχώρησε σε απολύσεις προσωπικού διαφόρων ειδικοτήτων, στα πλαίσια της οποίας καταγγέλθηκε και η σύμβαση του ενάγοντος στις 17-11-2003 εγγράφως με την καταβολή αποζημίωσης. Τα κριτήρια τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τις καταγγελίες ήταν κυρίως η οικογενειακή κατάσταση των εργαζομένων, η παραγωγική απόδοση και ικανότητα και λιγότερο η αρχαιότητα, αφού ο χρόνος υπηρεσίας των εργαζομένων ήταν περίπου ο ίδιος.

Το επίπεδο του ενάγοντος όσο και των λοιπών εργαζομένων με την ίδια ειδικότητα ήταν περίπου στα ίδια επίπεδα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων σε ορισμένες περιπτώσεις επέδειξε αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του και δυο φορές του έγινε γραπτή παρατήρηση για λάθος χειρισμούς... ενώ στις 10-11-2002 απουσίασε αδικαιολόγητα από την εργασίας του...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ηλικίας 26 [ετών], διέμενε με τους γονείς του και ήταν άγαμος. Ο ισχυρισμός του ότι από το μισθό του, ο οποίος ήταν το μοναδικό του εισόδημα, βοηθούσε και την κοπέλα του με την οποία είχε δώσει υπόσχεση γάμου και αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και πηγαινοερχόταν στην Αθήνα δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εκδίκαση της υπόθεσης.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν έπρεπε να απολυθεί αυτός αφού υπήρχαν άτομα που ήθελαν να αποχωρήσουν οικειοθελώς και δεν απολύθηκαν, όπως ο Ι. Π., Α. Μ., Σ. Χ., Σ. Κ., Γ. Λ. κ.λ.π. ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού τα άτομα αυτά απολύθηκαν μέχρι το τέλος του έτους 2003. Ως προς τα υπόλοιπα άτομα δεν αναφέρει την ειδικότητα, την οικογενειακή τους κατάσταση, καθώς και την οικονομική τους κατάσταση, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ τους.

Επομένως απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του αυτός ως αόριστος. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προχώρησε στην απόλυσή του προκειμένου να προσλάβει αλλοδαπούς με μικρότερες αποδοχές, αφού αποδείχθηκε ότι τόσο οι Έλληνες όσο και οι αλλοδαποί αμείβοντο από την εναγομένη με τις ίδιες αμοιβές.

Αλλά μόνο ο λόγος αυτός χωρίς να συντρέχουν και άλλα περιστατικά δεν μπορεί να θεμελιωθεί καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας. Απορριπτέος κρίνεται και ο άλλος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη θα μπορούσε αντί της καταγγελίας της σύμβασης να προτείνει άλλα ηπιότερα μέτρα, όπως απασχόληση σε άλλη θέση ή μερική απασχόληση, αφού πράγματι η εναγομένη πρότεινε τέτοια μέτρα που όμως ο ενάγων δεν αποδέχθηκε...

Από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος οφείλετο στην ύπαρξη οικονομοτεχνικών αναγκών της εναγομένης για την οικονομική εξυγίανση αυτής, στα πλαίσια της οποίας υπήρξε αναγκαία και η μείωση προσωπικού. Επομένως η απόλυσή του δεν έγινε για προσωπικούς λόγους αλλά έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως ορίζει η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς (βάσεις της αγωγής) ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη διότι έγινε κατά παράβαση των υποχρεώσεων που η εναγομένη είχε αναλάβει δυνάμει της από 14-3-2001 Σ.Σ.Ε.

και δυνάμει του από 2-10-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού με το σωματείο των εργαζομένων στην επιχείρησή της. Αυτό σαφώς προκύπτει από το ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχεται ότι η απόλυση του ενάγοντος "δεν έγινε για προσωπικούς λόγους αλλά έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, όπως ορίζει η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη", χωρίς όμως να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στον αριθμό των εργαζομένων της εναγομένης που είχαν απολυθεί με πρωτοβουλία της μέχρι το χρόνο απόλυσης του ενάγοντος ούτε στο συνολικό αριθμό των εργαζομένων της που είχαν απολυθεί από αυτήν ή είχαν αποχωρήσει οικειοθελώς μέχρι τον ίδιο χρόνο.

Συνεπώς ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 360/2009 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ