492/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2014 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated492/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 492 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 492/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Τ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ματράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μητροπολίτη Λαρίσης και Τυρνάβου Ι., κατά κόσμον Ι. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 221/2014 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/9/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 26/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/9/2014 αίτησης αναίρεσης καθώς και των διαλαμβανομένων σε αυτή αναιρετικών λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ' ΚΠολΔ υπ' αριθμό 221/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση κατά της υπ' αριθμό 158/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και εξαφάνισε την τελευταία ως προς το κεφάλαιο αυτής σχετικά με την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και στη συνέχεια, αφού κράτησε την αγωγή και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν ως προς την τελευταία αξίωση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων [30.000] ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από της επίδοσης της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή του, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Η έλλειψη, ή ανεπάρκεια, ή η αντιφατικότητα, επομένως των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναφέρονται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα, έτσι ώστε, τα περιστατικά αυτά να μην προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, με αποτέλεσμα, εξαιτίας των ελλείψεων αυτών της απόφασης, να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αναιρετικώς, αν ορθώς ή όχι εφαρμόσθηκε ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, τον οποίον το δικαστήριο εφάρμοσε.
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για έλλειψη, αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του 559 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ειδικότερα ή διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ' του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επί μέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης οικονομικής δραστηριότητας κ.τ.λ..
Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξης είτε ασκείται υπό περιστάσεις, που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει κατά του υπαιτίου αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που έπαθε, η οποία (ικανοποίηση) συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού ή σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 914 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι, επί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, ο νόμος παρέχει στον θιγόμενο και σε βάρος εκείνου, που προκαλεί την προσβολή, αξίωση για άρση της προσβολής και για μη επανάληψη της στο μέλλον ανεξάρτητα από τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη) και αξίωση για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΟλΑΠ 13/99).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 53/1974) κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης.
Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση των δημοσίων αρχών και ανεξάρτητα από σύνορα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελεύθερη ειρηνική συγκέντρωση - συνάθροιση και στην ελεύθερη σύσταση σωματείων - ενώσεων ..., ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς, εκτός από εκείνους, που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν μέτρα αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
Το συνταγματικό δικαίωμα της συνάθροισης (ή του συνέρχεσθαι) περιλαμβάνει την ελευθερία οργάνωσης, διεξαγωγής, και συμμετοχής σε δημόσια, προγραμματισμένη ή αυθόρμητη, συγκέντρωση ιδιωτών, σε κλειστό ή υπαίθριο χώρο, με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα.
Φορείς του σχετικού δικαιώματος είναι τα πρόσωπα που διοργανώνουν και συμμετέχουν στη συνάθροιση, η δε παρεχόμενη σ' αυτά συνταγματική προστασία νοείται μόνο έναντι του κράτους και των λοιπών φορέων δημόσιας εξουσίας, και όχι έναντι άλλων ιδιωτών, ως προς τους οποίους ισχύει η κοινή νομοθεσία. Στην υπαίθρια συνάθροιση υπάγεται και η διαδήλωση ή η συνάθροιση διαμαρτυρίας που αποσκοπεί στον επηρεασμό και άλλων προσώπων εκτός από εκείνα, που μετέχουν σ' αυτή, η οποία προστατεύεται συνταγματικά, εφόσον είναι ήσυχη και άοπλη, δηλαδή δεν μετέρχεται βίαια μέσα και δεν κάνει χρήση όπλων για την επιβολή των σκοπών της.
Η κατοχύρωση της ελευθερίας συναθροίσεων και διαδηλώσεων από το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος δεν υποβάλλεται σε επιφύλαξη νόμου, αλλά η άσκησή της υπάγεται στους γενικούς περιορισμούς της κειμένης νομοθεσίας, ώστε να μη θίγονται προστατευόμενα δικαιώματα ή έννομα αγαθά τρίτων (ζωή, τιμή, περιουσία κτλ).
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ αποτελούν ουσιαστικές διατάζεις και η παραβίασή τους ελέγχεται με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά την παρ. 1 του άρθρου 367 του ΠΚ, δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις ..., β) ..., γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή ... .
Επίσης στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η προηγούμενη διάταξη (της παρ. 1) δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 ΠΚ (συκοφαντικής δυσφήμησης) και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση, όπου οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Έτσι είναι επιτρεπτές εκδηλώσεις συμμετεχόντων σε υπαίθριες δημόσιες συναθροίσεις με σκοπό τη δημοσιοποίηση πεποιθήσεων και αιτημάτων σε ζητήματα που ενδιαφέρουν ευρύτερο κύκλο προσώπων (πολιτικά, κοινωνικά, εκκλησιαστικά κτλ), συνοδευόμενες από οξεία κριτική και από δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος προβεβλημένων προσώπων, τα οποία ασκούν δημόσια εξουσία ή λειτουργία ή άλλη δραστηριότητα, που ενδιαφέρει μερίδα του κοινωνικού συνόλου.
Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται, και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η παραπάνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν καίτοι αποτελεί απλή δυσφήμηση από τον τρόπο ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτή έγινε, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικά σε προσβολή της τιμής άλλου και ενέχει αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου ή περιφρόνηση αυτού.
Τέτοιος ειδικός σκοπός εξύβρισης εμφαίνεται στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν ο τρόπος αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου, που φέρεται ότι ενεργεί για την άσκηση νομίμου δικαιώματος ή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος ωστόσο χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Η ύπαρξη του ειδικού σκοπού εξύβρισης συνιστά νομική έννοια, η οποία ελέγχεται αναιρετικά. Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, όταν δέχεται, σε περίπτωση απλής δυσφήμησης ότι προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης από τον τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς ή από τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης, πρέπει να διαλάβει, σαφώς και επαρκώς, στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά, που να θεμελιώνουν τις παραδοχές, ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του υπαιτίου δεν ήταν πράγματι αναγκαίος για την αντικειμενική απόδοση της σκέψης του, ότι ο υπαίτιος γνώριζε τον ηπιότερο και αναγκαίο τρόπο εκδήλωσης της μειωτικής συμπεριφοράς του και ότι χρησιμοποίησε συνειδητά τον συγκεκριμένο μη αντικειμενικά αναγκαίο με τον ειδικό σκοπό να προσβάλει την τιμή άλλου.
Σε αντίθετη περίπτωση παραβιάζονται εκ πλαγίου οι ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ, οι οποίες έχουν αναλογική εφαρμογή και στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, η δε παραβίαση αυτή στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2008, ΑΠ 1395/2005, ΑΠ 1499/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος είναι Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, εκλεγείς με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και ενθρονισθείς στις 28.07.1994.
Από την άφιξη και εγκατάσταση του στην πόλη της Λάρισας, τον Ιούλιο του έτους 1996, εκδηλώθηκαν αντιδράσεις από ομάδα ατόμων που αποκαλούνται "Αγωνιζόμενοι Χριστιανοί" και οι οποίοι αμφισβητούσαν την κανονικότητα της εκλογής και ενθρονίσεώς του στην ως άνω Ιερά Μητρόπολη, ενεργό μέλος της οποίας είναι και ο εναγόμενος.
Στις 07.02.2005, σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή με τίτλο "Καθαρές Κουβέντες", που προβλήθηκε από τον, εθνικής εμβέλειας, τηλεοπτικό Σταθμό "ΑLTER", κατά την οποία γινόταν συζήτηση αναφορικά με αποκαλούμενα εκκλησιαστικά "σκάνδαλα" και την κάθαρση στην εκκλησία, με συντονιστή το δημοσιογράφο Γ. Β. και με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του πατρός Ν.
Μ. και του πατρός Γ. Κ., εκλήθη να παρέμβει από τη Λάρισα και ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, αναφερόμενος στην εκπομπή ως εκδότης της εφημερίδας "Αγώνας", που σημειωτέον αποτελεί την έντυπη έκδοση των "Αγωνιζόμενων Χριστιανών", ο οποίος (εναγόμενος) κατά τη συζήτηση, που είχε κυρίως με τον ανωτέρω δημοσιογράφο, αναφορικά με όσα είχαν αποκαλυφθεί με βιντεοκασέτα σχετικά με την υπεξαίρεση χρημάτων από το προσκύνημα της Αγίας Παρασκευής Τεμπών ισχυρίστηκε, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "...ενώ τιμωρήθηκαν οι δύο κληρικοί και οι δύο λαϊκοί επίτροποι, απηλλάγη ο Μητροπολίτης με βούλευμα του συμβουλίου ή του εισαγγελέως πρωτοδικών, ενώ καθαρά έδειξε (η βιντεοκασέτα), ότι έπαιρνε ο Μητροπολίτης χρήματα".
Σε παρέμβαση του ανωτέρω δημοσιογράφου, ότι δεν φαίνεται αυτό στο βίντεο εκείνος απάντησε "φαίνεται, φαίνεται καθαρά - έπαιρνε χρήματα, τα είχα δει εγώ, ήμουν στο πάνελ δύο φορές του κ. Τ...." και σε ερώτηση του πατρός Ν. Μ., αν τα είχε δει εκείνος που τα έπαιρνε απάντησε " ... πολύ καθαρά ... τη μία φορά του έδωσε ένα τριακόσια (1.300.000 δρχ.) και μία δύο τετρακόσια πενήντα (2.450.000 δρχ.), όταν ρώτησε τους επιτρόπους, τι χρήματα είναι αυτά, του είπαν εκείνοι, ότι έχουμε κάνει μια υπερτιμολόγηση και είναι υπόλοιπο των χρημάτων.
Εκτός αυτού πήρε υπό μορφή δώρων από τους ίδιους, από τους επιτρόπους". Σε σχόλιο του ανωτέρω δημοσιογράφου, ότι προφανώς αυτά δεν μπόρεσαν να αποδειχτούν ενώπιον του δικαστηρίου, ο εναγόμενος συνέχισε ισχυριζόμενος τα εξής : "Το δικαστήριο όταν έγινε στη Λάρισα, τότε ο πρόεδρος ερωτήθηκε, γιατί δεν ήρθε και ο δεσπότης κατηγορούμενος;
Λέει δεν είναι στο κατηγορητήριο. Εάν ψαχτεί όμως και αν εκείνη τη στιγμή κάποιος το δει, φαίνεται πολύ καθαρά ότι παίρνει τα χρήματα" "... τα χρήματα τα δώσανε στο προσκύνημα στο δεσπότη και όχι μες στη Μητρόπολη. Του δώσανε χρήματα αμέτρητα, όχι μετρημένα χρήματα... το μάτσο με τα χρήματα τα οποία τα έπαιρνε από κλεμμένα χρήματα όχι από τα μετρημένα ...".
Εν συνεχεία, αφού διημείφθη ότι για το συγκεκριμένο θέμα της υπεξαίρεσης χρημάτων από το Ιερό Προσκύνημα της Αγίας Παρασκευής Τεμπών καταδικάστηκαν δύο ιερείς και δύο λαϊκοί και ότι οι κληρικοί άσκησαν έφεση και είναι εκτός φυλακής, ο εναγόμενος, περαιτέρω, ισχυρίστηκε "... αυτοί (οι κληρικοί) είναι έξω τώρα αυτή τη στιγμή.
Και το ωραίο είναι το εξής, ότι οι δύο κληρικοί αμέσως μετά τους έκανε πνευματικούς, τους έκανε πνευματικούς ο Επίσκοπος και εν συνεχεία τους διόρισε και σε δύο προσκυνήματα. Το ένα το προσκύνημα είναι της Παναγίας Αρμενίου και το άλλο το προσκύνημα είναι του Αγίου Ραφαήλ στο Ομορφοχώρι Λαρίσης ...τα λέω επίσημα ..." και στην ερώτηση του δημοσιογράφου, αν το έχει διασταυρώσει και είναι όντως έτσι, ο εναγόμενος απάντησε "χίλια τα εκατό, δεν υπάρχει διασταύρωση, είναι γεγονότα αυτά τα οποία τα έχουμε γράψει..." και συνέχισε -λέγοντας "...
είναι και σε ενορία και σε προσκύνημα...". Στη συνέχεια της εκπομπής, αφού ο παρευρισκόμενος πατήρ Γ. Κ. περιέγραψε περιστατικό περί μη χορήγησης αδείας τελέσεως μνημόσυνου του θανόντος τέκνου του από τον οικείο (άλλης Μητροπόλεως και διάφορο του ενάγοντος) Μητροπολίτη, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι: "...έχουμε όμως ανάλογη περίπτωση και στη Λάρισα.
Κάποιος από τους χριστιανούς, ο οποίος διαμαρτύρεται εναντίον του δεσπότη, σκοτώθηκε ο υιός του σε ηλικία τριών ετών και ο ιερέας, ο οποίος έκανε την κηδεία εκλήθη σε απολογία γιατί έκανε την κηδεία του παιδιού τριών ετών..." και παρακάτω, στην ερώτηση του δημοσιογράφου, αν εκλήθη σε απολογία, επειδή έκανε την κηδεία απάντησε, "...
σε απολογία ιερέως ... γιατί έκανε την κηδεία ενός παιδιού που διαμαρτύρεται εναντίον του δεσπότη. Τ' ακούτε;..". Όλα τα παραπάνω ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο γεγονότα μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι, έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ο οποίος είναι Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου, αφού τον εμφανίζουν, αντιστοίχως, ως άτομο που παρανομεί, ως αυτουργό υπεξαίρεσης χρημάτων, που ανήκουν στη Μητρόπολη ως και αποδέκτη προϊόντων του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, ότι επιβραβεύει καταδικασθέντες από την ελληνική δικαιοσύνη κληρικούς και ως άτομο εκδικητικό, σκληρό και διώκτη ατόμων που τον αμφισβητούν.
Ωστόσο, όλα τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή. Συγκεκριμένα, η αλήθεια ήταν, ότι ο ενάγων ουδέποτε εμφανίστηκε στη βιντεοκασέτα, βάσει της οποίας αποκαλύφθηκε η προαναφερόμενη υπεξαίρεση χρημάτων από το Ιερό Προσκύνημα της Αγίας Παρασκευής Τεμπών, να παίρνει χρήματα. Ούτε έλαβε δώρα προερχόμενα εκ των υπεξαιρεθέντων χρημάτων.
Ειδικότερα, στη βιντεοκασέτα αυτή, που προβλήθηκε στην τηλεοπτική εκπομπή "Ζούγκλα" του δημοσιογράφου Τριανταφυλλόπουλου, στον τηλεοπτικό σταθμό "ΑΝΤΕΝΑ", στην οποία αναφέρθηκε ο εναγόμενος, και η οποία μάλιστα περιλαμβανόταν στο αποδεικτικό υλικό, που εκτίμησε τόσο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας κατά την έκδοση του 206/1999 βουλεύματος του, όσο και το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας κατά την έκδοση του 2/2000 βουλεύματος του, δεν εμφανιζόταν σε κανένα πλάνο ο ενάγων, αντίθετα με τα όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, αυτός ήταν και ο λόγος ότι, παρά το ότι αποτέλεσε (η βιντεοκασέτα) αποδεικτικό μέσο, που συνεκτιμήθηκε από τα ως άνω δύο συμβούλια δικαστών, πολύ πριν την επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή, με τα βουλεύματα των οποίων παραπέμφθηκαν σε δίκη για την ως άνω υπεξαίρεση τα αναφερόμενα σ' αυτά πρόσωπα, εντούτοις δεν αποδόθηκε ουδεμία κατηγορία στον ενάγοντα, γεγονός, που δεν θα συνέβαινε, αν στην βιντεοκασέτα φαινόταν, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι αυτός (ενάγων) έπαιρνε χρήματα από το ως άνω Ιερό Προσκύνημα.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τα αναφερόμενα από τον ίδιο τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο στο υπ' αριθμό πρωτ. 1795/05.12.1997 έγγραφό του προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ήδη ο εκκαλών - εναγόμενος, ότι "... ούτε δώρο ποτέ έλαβον, ούτε πολλώ μάλλον χρήματα εκ του Ιερού Προσκυνήματος και ότι τα τυχόν σφάλματα μου, αν κρίνετε πως υπάρχουν, οφείλονται μόνο εις παραλείψεις μου, αι οποίαι όμως και αυταί δεν εμπεριέχουν ουδένα δόλον, ούτε πρόθεσιν αποκρύψεως των υπευθύνων ...".
Επίσης, αποδείχθηκε ότι, οι, αναφερόμενοι στην επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή ως πρωτοδίκως καταδικασθέντες, κληρικοί Κ. Μ. και Π. Τ. ήταν ήδη, πριν την εγκατάσταση, το έτος 1996, του ενάγοντος ως Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου, προϊστάμενοι στους Ενοριακούς Ναούς Αγίου Αθανασίου Αρμενίου και Αγίου Αθανασίου Ομορφοχωρίου αντιστοίχως, στη διαχείριση των οποίων υπάγονταν και τα, κατά τον χρόνο της πρωτοδίκου καταδίκης των ως άνω ιερέων με την 37/30-01-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Λάρισας, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος χρόνος αναφοράς των ισχυρισμών του εναγομένου, ενοριακά παρεκκλήσια, και όχι προσκυνήματα, όπως ανέφερε στην τηλεοπτική εκπομπή ο εναγόμενος, της Παναγίας Αρμενίου και του Αγίου Ραφαήλ αντιστοίχως.
Περαιτέρω, δυνάμει των υπ' αριθμούς 99/21.02.2003 και 121/03.11.2004 εγκυκλίων του ενάγοντος περί εξομολογήσεως, ο τελευταίος, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης 37/30.01.2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, με την οποία οι ως άνω ιερείς κρίθηκαν ένοχοι σε πρώτο βαθμό για την ανωτέρω υπεξαίρεση, κρίσιμος χρόνος, όπως προαναφέρθηκε, αναφοράς των ισχυρισμών του εναγομένου, δεν περιέλαβε αυτούς στις καταστάσεις εξομολόγων της οικείας Ιεράς Μητροπόλεως, αφαιρώντας έτσι από αυτούς την πνευματική πατρότητα.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι κατόπιν, με την 40/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, δικάζοντος κατ' έφεση κατά της παραπάνω αναφερόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, οι ως άνω ιερείς κηρύχθηκαν αθώοι της προαναφερόμενης υπεξαίρεσης. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι, στις 29.07.1999, στο παρεκκλήσιο του Αγίου Αντωνίου της ενορίας Αγίου Αθανασίου Λάρισας, έγινε η κηδεία του τρίχρονου τέκνου του Γ.
Π., μέλους όντως της ομάδας των "Αγωνιζόμενων Χριστιανών", κατά την οποία συνιερούργησαν οι ιερείς Ν. Κ., εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου Λάρισας, στον οποίον ανήκει το ανωτέρω παρεκκλήσιο, Κ. Γ., εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Βησσαρίωνος Ελευθερών και Π. Γ., εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου Αργυρομύλων μετά του ιερομόναχου Ε.
Τ.. Με τις από 03.08.1999 κλήσεις προς έγγραφη απολογία προς τους ανωτέρω τρεις ιερείς, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ζητούσε από τους τελευταίους να του παράσχουν εξηγήσεις, γιατί συνιερούργησαν κατά την ανωτέρω κηδεία με τον ως άνω ιερομόναχο, παρά το ότι αυτός δεν είχε λάβει την αναγκαία, κατά την εκκλησιαστική τάξη (σύμφωνα και με την υπ' αριθμόν 1 εγκύκλιο της ως άνω Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου), άδεια προς ιερουργία, καθόσον δεν ανήκε στην οικεία Ιερά Μητρόπολη, από τον ίδιο ως επιχώριο Μητροπολίτη, αλλά και διότι δεν μνημόνευε το όνομα αυτού (ενάγοντος) ως οικείου Μητροπολίτη και όχι γιατί τέλεσαν την κηδεία του παιδιού, όπως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών γνώριζε την αναλήθεια όλων των παραπάνω γεγονότων, όταν τα ισχυρίστηκε στην ως άνω τηλεοπτική εκπομπή, στις 07.02.2005. Η εκ μέρους του θετική γνώση της αναλήθειας των ως άνω ισχυριζόμενων από αυτόν γεγονότων, ενισχύεται και από το ότι αυτός, ως ενεργό μέλος της ομάδας των "Αγωνιζόμενων Χριστιανών" και εκδότης της εφημερίδος αυτών "Αγώνας", από την άφιξη και εγκατάσταση του ενάγοντος στην πόλη της Λάρισας με την ιδιότητα του Μητροπολίτη Λαρίσης και Τυρνάβου, τον Ιούλιο του έτους 1996, αμφισβητώντας την κανονικότητα της εκλογής και ενθρονίσεως αυτού, παρακολουθούσε και ενημερωνόταν λεπτομερώς για τα εκκλησιαστικά πράγματα της πόλης της Λάρισας, γι' αυτό και συμμετείχε δημόσια σε τηλεοπτικές εκπομπές για τα σχετικά θέματα.
Τα επίδικα δε γεγονότα, δεν ήταν πρόσφατα, ούτε αμφισβητούμενα, ούτε τελούσαν υπό διερεύνηση (μάλιστα δε το πρώτο από αυτά περί της μη συμμετοχής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου στην υπεξαίρεση χρημάτων από το Ιερό Προσκύνημα της Αγίας Παρασκευής των Τεμπών είχε ήδη, όπως προαναφέρθηκε, επιλυθεί δικαστικώς), αλλά ανάγονταν σε παρελθόντα χρόνο και ήταν γνωστά σε όλους όσους είχαν ασχοληθεί με αυτά και ιδίως στην τοπική κοινωνία της Λάρισας και στα πρόσωπα που είχαν αντιδράσει για την εγκατάσταση του ενάγοντος στην Λάρισα με την ιδιότητα του Μητροπολίτη, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος.
Περαιτέρω, με τα ίδια δημοσιεύματα, τα οποία περιέχουν γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις, όπως υποστηρίζει ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος κατά την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ, αφού δυσφημίσθηκε και προσβλήθηκε η προσωπική του τιμή ως και αυτή ως Επισκόπου και Μητροπολίτου και η υπόληψη του, στοιχεία που συνιστούν ουσιώδεις αξίες της προσωπικότητάς του.
Ισχυρίζεται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών, ότι όποια προσβολή υπέστη ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος από τα ισχυριζόμενα από αυτόν δεν ήταν παράνομη, γιατί έγινε από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του, ως μέλος της τοπικής Εκκλησίας με σκοπό να καλυτερεύσουν τα πράγματα, να υπάρχει διαφανής διαχείριση των οικονομικών και χρηστή διοίκηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και, όπως επιχείρησε να συμπληρώσει τον ισχυρισμό του με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως του και, ως δημοσιογράφος και δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Λαρισαίων επί μία 12ετία ενδιαφερόμενος για τα κοινά με σκοπό να πληροφορήσει τον έλληνα πολίτη για τα κακώς κείμενα στην τοπική εκκλησία.
Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι άνευ αντικειμένου, ενόψει του ότι, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφημίσεως, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημίσεως από ποινική άποψη δεν αίρεται (άρθρο 367 ΠΚ) και συνακόλουθα και το παράνομο της ένδικης αδικοπραξίας και προσβολής της προσωπικότητας και συνεπώς παραμένει υποχρέωση αποζημίωσης του αδικηθέντος κατά το αστικό δίκαιο... .
Σύμφωνα, επομένως, με τα προαναφερόμενα, εφόσον η δυσφήμιση ήταν συκοφαντική, δεν επήλθε άρση του αδίκου της δυσφημίσεως του ενάγοντος από τον εναγόμενο και γι' αυτό η προσβολή της προσωπικότητάς του είναι παράνομη. Επομένως, ο ενάγων από την προαναφερόμενη (υπαίτια) ενέργεια του εναγομένου υπέστη παράνομα προσβολή της προσωπικότητάς του, η οποία συνιστά αδικοπραξία και δικαιούται, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914 920 και 932 ΑΚ να αξιώσει από τον εναγόμενο χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
Η χρηματική αυτή ικανοποίηση, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, της έκτασης της βλάβης της τιμής και υπόληψης του ενάγοντος, της υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου και της βαρύτητας του πταίσματος του (δόλος), σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, που ο μεν ενάγων είναι, όπως προαναφέρθηκε, Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, ο δε εναγόμενος έμπορος κουρτινών στη Λάρισα, διατελέσας επί 12 έτη δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Λαρισαίων και ιδιοκτήτης και εκδότης της προαναφερόμενης μηνιαίας κυκλοφορίας εφημερίδος "Αγώνας", που εκδίδεται με προαιρετικές εισφορές, ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, που είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως .... .
Η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος, που έκρινε ότι τα ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο συνιστούν συκοφαντική δυσφήμιση με επακόλουθο την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 367 ΠΚ περί άρσεως του αδίκου της πράξεως και εντεύθεν του παράνομου της προσβολής της προσωπικότητας, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε σε σχέση με αυτές τις προπαρατιθέμενες διατάξεις νόμου και ο τέταρτος λόγος εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το μέρος, όμως, που επιδίκασε στον ενάγοντα μεγαλύτερο του ανωτέρω ποσού για την παραπάνω αιτία (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και συγκεκριμένα επιδίκασε 40.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πέμπτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο ο εναγόμενος παραπονείται ως προς το ύψος της επιδικασθείσης στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως, επιδιώκοντας τη μείωση της.".
Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και στη συνέχεια, αφού κράτησε την υπόθεση για κατ' ουσίαν έρευνα ως προς την παραπάνω αξίωση, έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο αυτό και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 920 και 932 ΑΚ, 14 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. και με τις ουσιαστικές του παραδοχές δεν στέρησε μεν την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ περιέχει τις διαλαμβανόμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, παρέσχε δε επαρκές επίπεδο συμμόρφωσης προς τις αρχές που ενσωματώνονται στα άρθρα 10 της ΕΣΔΑ και 14 του Συντάγματος και δεν επέβαλε δυσανάλογο και μη αναγκαίο περιορισμό πλήττοντας τον πυρήνα του δικαιώματος του αναιρεσείοντος στην εκφορά των δημοσιογραφικών του πορισμάτων.
Ειδικότερα, δεν περιορίσθηκε το δικαίωμα του αναιρεσείοντος ούτε παρεμποδίσθηκε το δικαίωμα αυτού για ελεύθερη έκφραση γνώμης και λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων, η προώθηση των οποίων προϋποθέτει την τήρηση των νόμων του Κράτους, στους οποίους εντάσσονται και εκείνοι, που απαγορεύουν την προσβολή της προσωπικότητας του ατόμου.
Σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτες, με τα παραπάνω δημοσιεύματα, που περιέχουν γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις, και τους προβαλλόμενους σ' αυτά συκοφαντικούς για τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ο παράνομος χαρακτήρας των οποίων δεν αποκλείεται από το άρθρο 367 ΠΚ, που δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, προσβλήθηκε ο πρώτος στην προσωπικότητά του από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου, οπότε δικαιούται να αξιώσει από τον τελευταίο [αναιρεσείοντα] προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης χρηματική ικανοποίηση, το ποσό της οποίας, όπως προσδιορίσθηκε, είναι εύλογο [ΑΚ 932], δηλαδή ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας [άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.], όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται με την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που εκφράζονται στους αναιρετικούς λόγους, τέταρτο και τρίτο κατά το σχετικό σκέλος του, είναι αβάσιμες και όσα υποστηρίζονται περί του αντιθέτου απορριπτέα. Περαιτέρω, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των εγγράφων. Άλλωστε δεν αναφέρονται έγγραφα, τα οποία παρέλειψε να λάβει υπόψη του το εφετείο, ενώ το τελευταίο στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αδιαστίκτως και ανενδοιάστως, ότι τα επίμαχα δημοσιεύματα περιέχουν γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις.
Συνεπώς, είναι αβάσιμα τα υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων και πρέπει αυτός να απορριφθεί.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι απέρριψε την πρωτοδίκως προταθείσα ένστασή του - λόγο έφεσής του - περί του νόμω αβασίμου της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, λόγω της προηγηθείσας ανάκλησης της έχουσας όμοιο περιεχόμενο με την ένδικη αγωγή και την ίδια ιστορική αιτία με αυτή από 10-02-2005 έγκλησης του αναιρεσιβλήτου, όπως προέκυπτε από την συναφώς εκδοθείσα υπ' αριθμό 4310/2007 από¬φαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την παραδοχή ότι: "...
Ο λόγος όμως αυτός της εφέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι η ανάκληση της εγκλήσεως εκ μέρους του συκοφαντηθέντος με βάση την οποία διώχθηκε ποινικά ο δράστης της εις βάρος του συκοφαντικής δυσφημήσεως δεν καθιστά μη νόμιμη την αγωγή, με την οποία επιδιώκονται από αυτόν αστικές αξιώσεις μεταξύ των οποίων και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του από τη συμπεριφορά του δράστη, που συνιστά τη συκοφαντική δυσφήμηση, για την οποία διώχθηκε, αφού και χωρίς την έγκληση αυτή και την ποινική δίωξη του δράστη, εκείνος που συκοφαντήθηκε μπορεί να επιδιώξει τις από την πράξη αυτή αστικές αξιώσεις ..." και ότι με την ανεπιφύλακτη ανάκληση της έγκλησης από τον αναιρεσίβλητο επήλθε ολική ανάλωση του δικαιώματός του και η εισαχθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ένδικη αγωγή του έπρεπε να κηρυχθεί νόμω (και ουσία) αβάσιμη, καθόσον δεν υφίστατο αμφισβήτηση αυτού, το δε δίκασαν Εφετείο είχε υποπέσει στην πλημμέλεια της μη ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων δικαίου των άρθρων 361-363, 367 ΠΚ, 914, 919, 920, 932 ΑΚ και Συντ. 14 παρ. 2.
Όμως ο παραπάνω πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, εφόσον, επί τη βάσει των προσκομιζομένων με επίκληση διαδικαστικών εγγράφων και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε μεν από την έγκληση, όχι όμως από την πολιτική αγωγή για αποζημίωση (άρ. 52 και 69 ΚΠοινΔ) και κατά συνέπεια δεν έπαυσαν υφιστάμενες οι αστικές του αξιώσεις, τις οποίες νομίμως προέβαλε.
Τέλος, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ` όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει, όταν ο ενάγων επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει, όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου.
Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής, με τον λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 Κ. Πολ. Δ., 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται:
α) τα περιστατικά εκείνα, που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, β) τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα και γ) τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος. Τέλος, με την άσκηση της αναίρεσης, καθώς και με την επ' αυτής δίκη, δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία και συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά από την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού, αφού μόνο δύο βαθμοί δικαιοδοσίας υπάρχουν.
Εισάγεται, λοιπόν, ο κανόνας, ότι λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός, μόνον, αν στηρίζεται σε ισχυρισμό, που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 562 παρ. 2). Η διάταξη της εν λόγω παραγράφου αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι παρέλειψε να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω πρόδηλης νομικής αοριστίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και συγκεκριμένα του δεύτερου λόγου αυτής, με τον οποίο προτάθηκε ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, εκδηλώθηκε η προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, προκύπτει, ότι προτάθηκαν τα ακόλουθα: "2.
Διότι, παρά το νόμο αλλά και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των προσαχθεισών αποδείξεων (εγγράφων και μαρτύρων), η εκκαλουμένη αρκείται σε γενική αναφορά περί του ότι η αγωγή του εφεσιβλήτου είναι επαρκώς ορισμένη, χωρίς το παράπαν, και το υπό του νόμου επιβαλλόμενο να απαντά και να αιτιολογεί την απόρριψη της ένστασής μου επί συγκεκριμένων και επακριβώς αναφερομένων κεφαλαίων της απομαγνητοφώνησης της βιντεοκασέτας, της αναφερόμενης δηλονότι, στις δικές μου απαντήσεις επί των ερωτήσεων του αναφερθέντος δημοσιογράφου" [ακολουθεί καταγραφή στο εφετήριο περικοπών από το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της βιντεοκασέτας, που, κατά τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστες, καθώς και η επανυποβολή της πρωτοδίκως προβληθείσας ένστασης αοριστίας, που αναφέρεται στην αμφισβητούμενη αξιοπιστία της βιντεοκασέτας, ενώ σημειώνεται, ότι η συνομιλία μεταξύ του αναιρεσείοντος και του ανώνυμου δημοσιογράφου δεν είναι πιστοποιημένη, αφού δεν αποκαλύπτεται από πού γίνεται η αντιγραφή και καταχωρούνται σ' αυτό αποσπάσματα απομαγνητοφωνηθέντος κειμένου και φράσεων, που χαρακτηρίζονται από τον αναιρεσείοντα ως ανακριβή και ανύπαρκτες αντίστοιχα].
Επί του άνω διαλαμβανόμενου στο δεύτερο λόγο έφεσης ισχυρισμού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε τις ακόλουθες παραδοχές: "Ισχυρίστηκε ο ήδη εκκαλών, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι η αγωγή ήταν αόριστη, διότι η αναγραφόμενη σ' αυτή διαλογική συζήτηση αυτού με τους λοιπούς συνομιλητές του κατά την τηλεοπτική εκπομπή, στην οποία φέρεται, ότι ισχυρίστηκε τα δυσφημιστικά σε βάρος του ήδη εφεσιβλήτου γεγονότα, είναι ανακριβής, καθόσον έχουν αναγραφεί φράσεις που δεν έχουν ειπωθεί από αυτόν και έχουν παραλειφθεί άλλες, που αποδίδουν το πραγματικό νόημα των λεχθέντων.
Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι η ακρίβεια ή μη των αναγραφόμενων στην αγωγή ως ισχυρισθέντων δυσφημιστικών γεγονότων δεν είναι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής προσβολής προσωπικότητας εκ δυσφημιστικών ισχυρισμών, όπως η προκείμενη, αλλά συνιστά αντικείμενο της απόδειξης αυτής.
Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αγωγή δεν πάσχει αοριστίας και η εκκαλούμενη απόφαση, που την έκρινε ορισμένη, απορρίπτοντας, έστω με συνοπτική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται δια της παρούσης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), την ανωτέρω ένσταση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ορθά εφήρμοσε το νόμο και ο σχετικός (δεύτερος) λόγος της εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".
Συνακόλουθα προς τα παραπάνω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι αυτή παρείδε τον ισχυρισμό περί νομικής αοριστίας της ένδικης αγωγής και δεν απέρριψε την τελευταία, είναι, πέραν του απαραδέκτου του, καθόσον δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός ως λόγος έφεσης, αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προέκυψε, ότι είναι αληθής η αφορώσα την προσβαλλόμενη απόφαση περί νομικής αοριστίας αιτίαση.
Κατά τα λοιπά, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος κατά το οποίο, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους δήθεν σε παραβίαση των ίδιων νομικών κανόνων, πλήττουν στην πραγματικότητα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-9-2014 αίτηση του αναιρεσείοντος Τ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμό 221/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800,00] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ