Legislator Case Law & Legislation
492/2011 AI generated

492/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 492/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτελούν στοιχεία αυτής η καταγγελία και ο σπουδαίος λόγος. Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ακόμη και μεμονωμένα, τα οποία καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης. 0 σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ’ αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Legislator headnote

AI generated

492/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 492 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Επί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτελούν στοιχεία αυτής η καταγγελία και ο σπουδαίος λόγος. Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ακόμη και μεμονωμένα, τα οποία καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης. 0 σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ’ αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Αριθμός 492/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Σκουτάρεως (πρώην ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Σκουτάρεως"), που εδρεύει στο Σκούταρι Σερρών και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Χατζηχαραλάμπους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., 4) Γ. Π. του Μ., κατοίκου ... και 5) Β. Π. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ιωαννίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2483/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, και γ) ορισμένο αίτημα.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο αυτής των περιστατικών τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα µε βάση αυτά, ώστε αυτό να είναι, ως λογικό επακόλουθο αυτών, σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση µε βάση τους, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 669 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από το σκοπό και το είδος της σύμβασης, από τη διάταξη δε του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεως της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174,180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ), δηλαδή όλους τους μισθούς μέχρι τη λήξη της σύμβασης μαζί με τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα εορτών και αδείας.

Επί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταβολή μισθών υπερημερίας, λόγω πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτελούν στοιχεία αυτής η καταγγελία και ο σπουδαίος λόγος, γιατί αυτά συνιστούν καταλυτική ένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο εναγόμενος εργοδότης.

Συνεπώς, αν ο εργαζόμενος ασκήσει αγωγή για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αποδοχών αδείας και επιδομάτων εορτών και αδείας, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταγγέλθηκε πρόωρα, στην αγωγή του πρέπει να αναφέρει για το ορισμένο αυτής, την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, τον καταβαλλόμενο μισθό του (συμβατικό ή νόμιμο) και την καταγγελία της σύμβασης αυτής πριν από τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, δίχως να είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί με την αγωγή του και την καταχρηστική άσκηση της καταγγελίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης, με αριθμό 1106 ΕΡΓ 16/2007 αγωγής, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι οι ενάγουσες διαλαμβάνουν στο δικόγραφο της, ότι η εναγομένη συνήψε με κάθε μία από αυτές, στις 5-5-2006, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (24μηνη), προκειμένου να τις απασχολήσει επί 24μηνο δηλαδή από 5-5-2006 έως 4-5-2008.

Ότι εις εκτέλεση των άνω συμβάσεων τις απασχόλησε, αντί του μηνιαίου μισθού, που για καθεμία, ειδικότερα, προσδιορίζεται στην αγωγή, έως 13-3-2007, δηλαδή πριν από τη λήξη τους, κατά την οποία κατάγγειλε, εγγράφως, τις ως άνω συμβάσεις τους, με βάση δε αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τις μέχρι την καταγγελία δεδουλευμένες αποδοχές, τους μισθούς υπερημερίας, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα εορτών και αδείας για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα.

Επομένως, διέλαβαν στο δικόγραφο της αγωγής όλα τα ανωτέρω απαιτούμενα στοιχεία και η αγωγή ήταν ορισμένη, αφού, για την πληρότητα της, δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβουν σ' αυτήν και πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν και την καταχρηστικότητα της καταγγελίας, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε 1)την ένσταση περί αοριστίας της αγωγής, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του με ειδικό λόγο εφέσεως και 2) στη συνέχεια, ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 90/208 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσίβλητων.

Κρίνοντας έτσι, δηλαδή απορρίπτοντας την, περί αοριστίας, ένσταση της αναιρεσίβλητης και δεχόμενο ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο, για το ορισμένο της και συνεπώς δεν υπέπεσε στην, από το άρθρο 559 αρ. 8,14 (αληθώς και όχι 1) ΚπολΔ, πλημμέλεια.

Επομένως ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος.

Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ακόμη και μεμονωμένα, τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης.

Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ` αυτή των συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Τέτοιος λόγος συντρέχει και σε περίπτωση κατά την οποία, λόγω συνδρομής ορισμένων περιστατικών, τα οποία μπορεί να ανάγονται και στο πρόσωπο ή τις σχέσεις του εργοδότη, ή συνέχιση της εργασιακής σχέσεως αποβαίνει, βάσει των παραπάνω αντικειμενικών κριτηρίων, μη ανεκτή από αυτόν. Πρέπει όμως ο εργοδότης να επικαλείται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά, β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά ...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ.

δ' του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως ... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων ... τις καταθέσεις των μαρτύρων ...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, (όπως είναι και η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου), προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.

Απαιτείται, δηλονότι, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενη κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά, μόνο όταν δεν κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης έγγραφες προτάσεις. Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 527 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αρθρ. 269.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν τα πράγματα που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, προτάθηκαν παραδεκτώς και συνιστούν νόμιμους ισχυρισμούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφερθέντα ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμό, περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συζητήσεως της υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και των από 5-5-2008 προτάσεων της, τις οποίες κατέθεσε κατά τη συζήτηση της αγωγής, η αναιρεσείουσα, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίστηκε ότι "η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου εκάστης των εναγουσών καταγγέλθηκε από την Δ.Ε.Α.Σ.

την 7-3-2007, λόγω υπάρξεως σπουδαίου λόγου, που συνίστατο στο ότι η συνέχιση της απασχόλησης των εργαζομένων, χωρίς επιδότηση από το αντίστοιχο πρόγραμμα του Ο.Α.Ε.Δ., απειλούσε με οικονομική καταστροφή την ήδη οικονομικά επιβαρυμένη Δημοτική Επιχείρηση". Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, εμμέσως πλην σαφώς, ισχυρίστηκε, ειδικότερα, ότι προέβη στην καταγγελία των συμβάσεων διότι 1) εΙχε οικονομικές δυσχέρειες, εξ αιτίας των οποίων αδυνατούσε να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές των εναγουσών στο ΙΚΑ, για τους μήνες Μάιο έως Δεκέμβριο του 2006 και καθυστερούσε την καταβολή των μισθών τους για το άνω χρονικό διάστημα και 2) δεν έλαβε κανένα ποσό επιχορήγησης εκ του επιδοτούμενου προγράμματος μέχρι την λήξη του 2006 από τον Ο.Α.Ε.Δ., λόγω απόρριψης υπό του τελευταίου, με τις υπ' αριθ. 9 και 10/25-1-2007 αποφάσεις του, των αιτημάτων της για την καταβολή επιχορήγησης για τους ανωτέρω μήνες, εξ αιτίας της εκπρόθεσμης υποβολής των αιτήσεων.

Τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε και στο Εφετείο με ειδικό λόγο εφέσεως. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εναγόμενη δεν πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με δήλωσή της που έπρεπε να καταχωρηθεί στα εν λόγω πρακτικά, έστω και συνοπτικά, την ένσταση σπουδαίου λόγου.

Μόνο, με τις προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας, κάνει μνεία περί σπουδαίου λόγου, στο κεφάλαιο άρνησης της αγωγής (βλ. σελίδες 3-7 προτάσεων), αλλά και πάλι δεν προτείνει σαφώς και ορισμένως (άρθρο 262 ΚΠολΔ) την ένσταση αυτή, η οποία πάντως και σαφής να ήταν, πάλι απαράδεκτα θα προτείνονταν μόνο με τις προτάσεις.

Τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό προβάλλει με το 2ο λόγο της έφεσης, χωρίς όμως να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ. Τα περιστατικά που επικαλείται με τον ανωτέρω λόγο έφεσης, ήταν γνωστά κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι απαράδεκτα η εκκαλούσα προβάλλει τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό, οψίμως, ενώπιον του και απέρριψε το λόγο αυτό, ως απαράδεκτο.

Όπως, όμως, προαναφέρθηκε οι προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον που πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχουν τον ισχυρισμό αυτό, κατατέθηκαν επί της έδρας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και συνεπώς παραδεκτά αυτός προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου.

Με το παραπάνω όμως περιεχόμενο δεν ήταν νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση του πραγματικά περιστατικά, δεν κρίνονται ικανά να θεμελιώσουν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, και επομένως, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να τον λάβει υπόψη του. Επομένως, μη λαμβάνοντας τον υπόψη, έστω και εσφαλμένα, ως απαραδέκτως προταθέντα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ και είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 2483/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ