492/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13291/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2883/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated492/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθ. 13291/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, απορρίφθηκε στο σύνολό της, όπως είχε περιορισθεί, αγωγή της αναιρεσείουσας καθόσον στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Γ.
Full text
Απόφαση 492 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 492/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Μίχο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστοδουλόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2. Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλακάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παράγραφος 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13291/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2883/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτης της από 22-8-2008 αίτησης αναίρεσης όσο απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου την παραδοχή της κατά τον τρίτο και τέταρτο λόγους τους ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθ. 2883/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος της που με την παραδοχή της έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, απέρριψε την από 30-10-2001 αγωγή της τελευταίας κατά τα εις το σκεπτικό προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα (άρθρο 68 του ΚΠολΔ) που κρίνεται από το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, στην αντίθετη δε περίπτωση η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ύστερα και από αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθ. 13291/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, απορρίφθηκε στο σύνολό της, όπως είχε περιορισθεί, αγωγή της αναιρεσείουσας καθόσον στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Γ.
ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" "ως άνευ αντικειμένου", έγινε δε δεκτή κατά ένα μέρος μόνο ως προς τη δεύτερη εναγομένη Ψ1. Η αναιρεσείουσα άσκησε την από 19.4.2004 έφεσή της, την οποία έστρεψε και κατά του πιο πάνω εναγομένου Νοσοκομείου, χωρίς όμως να περιλάβει στην έφεσή της εκείνη ειδικό λόγο που να αφορά την πιο άνω ειδική αιτιολογία της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που στήριξε την απορριπτική κρίση του για το ίδιο πρώτο εναγόμενο Νοσοκομείο.
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2883/2005 απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, αφού δεν περιέχει αναιρετικό λόγο κατά της απόφασης του Εφετείου κατά το μέρος της που απέρριψε την έφεσή της κατά του εν λόγω Νοσοκομείου, απαράδεκτα στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου (Νοσοκομείου) και πρέπει να απορριφθεί (ΚΠολΔ 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφοι 1 και 2).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ): "Στις 24.4.2001, η εκκαλούσα [πρώτη ενάγουσα] επισκέφθηκε το ιδιωτικό ιατρείο της ιατρού Ψ1, νευρολόγου - ψυχιάτρου μαζί με τον σύζυγό της, για να υποβληθεί σε ψυχιατρική εξέταση.
Μετά την εξέταση η ιατρός διέγνωσε ότι η ανωτέρω ασθενής πάσχει από ψύχωση με καταθλιπτικά στοιχεία και της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή. Ακολούθως, στις 19-6-2001, επισκέφθηκε την ανωτέρω ιατρό ο σύζυγος της εκκαλούσας (...),στο Νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου", όπου η ιατρός είναι νομίμως διορισμένη, και ζήτησε από την τελευταία να του χορηγήσει μία ιατρική γνωμάτευση, στην οποία να αναφέρει την πάθηση της συζύγου του.
Η ιατρός χορήγησε την από 19-6-2001 γνωμάτευση, χρησιμοποιώντας έντυπο του νοσοκομείου, όπου ανέφερε την πάθηση της εκκαλούσας καθώς και τη συνιστώμενη φαρμακευτική αγωγή, σημείωσε δε ότι χορηγείται για να χρησιμοποιηθεί για κάθε νόμιμη χρήση. Τη γνωμάτευση αυτή προσκόμισε ο σύζυγος της εκκαλούσας, με την οποία αυτός τελούσε σε διάσταση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου ν' ανατεθεί σ' αυτόν η προσωρινή επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους.
Περαιτέρω, προέκυψε ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω γνωματεύσεως, ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη αυτής ως δημοσίου εγγράφου, είναι αληθές, και η ανωτέρω ιατρός αγνοούσε, κατά το χρόνο που τη χορήγησε, τη διάσταση των συζύγων και τη δικαστική τους διαμάχη. Η ίδια [ιατρός] εξέδωσε τη γνωμάτευση αυτή και την παρέδωσε στον σύζυγο της εκκαλούσας, προκειμένου αυτός να προβεί στην αγορά φαρμάκων της, γνωρίζοντας ότι η εν λόγω ασθενής ήταν μητέρα ενός βρέφους εννέα μηνών.
Μ' αυτόν τον τρόπο η ιατρός απέβλεπε στην εκπλήρωση του καθήκοντός της και στη διαφύλαξη ουσιώδους συμφέροντος της ίδιας της ασθενούς, συνιστάμενου στη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, που της υπέδειξε αλλά και στην προστασία του τέκνου της από κάθε κίνδυνο, οφειλόμενο στη μη λήψη φαρμάκων από τη μητέρα του.
Έτσι, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε και πρωτοδίκως η ανωτέρω εκκαλούσα - ιατρός, η πράξη της αυτή δεν είναι παράνομη, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η χορήγηση της γνωμάτευσης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, σε πρόσωπο στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της ασθενούς, συνιστά παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας [βλ.
άρθρο 371 παράγραφοι 1 και 4 Π.Κ.]. Επομένως, αφού δεν υφίσταται παράνομη προσβολή στην προσωπικότητα της εκκαλούσας [α' ενάγουσας], δεν θεμελιώνεται και αξίωση της τελευταίας για παράλειψή της στο μέλλον. Η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το ανωτέρω αίτημα ως ουσιαστικά αβάσιμο, με άλλη αιτιολογία, ότι δηλαδή δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη κινδύνου επανάληψης της προσβολής, έσφαλε όμως διότι δεν εξέτασε το νόμιμο ισχυρισμό της β' εναγομένης".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57 του ΑΚ και 70 του Κ.Πολ.Δ.
και 221, 371 παράγραφοι 1 και 4 του ΠΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές της απόφασης του Εφετείου η επίμαχη ιατρική γνωμάτευση δε στηρίζεται σε προηγηθείσα εξέταση της αναιρεσείουσας από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου την 19-6-2001, που εκδόθηκε από τη δεύτερη η ίδια ιατρική γνωμάτευση, ούτε στη βεβαίωση αυτή κατά τις ίδιες παραδοχές αναφέρεται τέτοιο περιστατικό, αλλά μόνο ότι η εξέταση της αναιρεσείουσας έγινε την 24-4-2001, χωρίς να αναφέρεται ο τόπος της εξέτασης στη βεβαίωση, ο οποίος από την απόφαση γίνεται δεκτό ότι ήταν το ιδιωτικό ιατρείο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που ήταν και αληθές.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του εάν δηλαδή την 19-6-2001 που εκδόθηκε η ίδια ιατρική γνωμάτευση προηγήθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου ιατρική ψυχιατρική εξέταση της αναιρεσείουσας από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι στην πραγματικότητα στις 19-6-2001 δεν προήλθε στο Νοσοκομείο ούτε εξετάστηκε από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
I
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνον όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επί του ΚΠολΔ.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο, με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι δεν προσβλήθηκε κατά παράνομο τρόπο η προσωπικότητα της αναιρεσείουσας με την έκδοση και χορήγηση στον σύζυγό της τής από 19-6-2001 ιατρικής γνωμάτευσης, και να απορρίψει τον σχετικό αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για την παύση παρόμοιων παράνομων διαταρακτικών ενεργειών και στο μέλλον, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και η πιο πάνω ιατρική γνωμάτευση.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της πιο πάνω ιατρικής γνωμάτευσης, με το να παραλείψει να παραθέσει το βεβαιούμενο με αυτήν ψευδώς περιστατικό ότι το ψυχιατρικό νόσημα της αναιρεσείουσας χρονολογείται από το 1995 και ότι εξετάσθηκε στο Νοσοκομείο.
Υπ' αυτά, όμως, τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή της ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραπάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, (ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων), που προαναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 20 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο της ίδιας ιατρικής γνωμάτευσης είναι ψευδές κατά τα πιο πάνω περιστατικά πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ.).
IV.- Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι το περιεχόμενο της επίμαχης ιατρικής γνωμάτευσης ήταν ψευδές, την υπ' αριθμ. ...
πειθαρχική απόφαση του Δ.Σ του Β' Π.Ε.Σ.Υ Κεντρικής Μακεδονίας με την οποία επιβλήθηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη πειθαρχική ποινή για τις συνθήκες έκδοσης της ίδιας ιατρικής γνωμάτευσης, που καθιστούσαν παράνομο τον τρόπο της έκδοσής της, το αποδεικτικό δε αυτό στοιχείο είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για την έκδοση της ίδιας βεβαίωσης κατά παράνομο τρόπο προσβάλλοντα την προσωπικότητά της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και το πιο πάνω έγγραφο, του οποίου το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων), για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
V.- Κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει, ότι είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της ύπαρξης ή ανυπαρξίας έννομης σχέσης ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητος, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον.
Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου, που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και όχι η επίλυση αφηρημένων νομικών ζητημάτων με τη μορφή της γνωμοδότησης ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου των κανόνων δικαίου ή συμβάσεων ή η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά.
Έννομο δε συμφέρον, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, υπάρχει όταν η αιτουμένη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσης της υφισταμένης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτήν (ΑΠ 1192/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 του AK όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του ΑΚ, στις περιπτώσεις των δυο προηγούμενων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει, την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξ άλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται κατά παραβίαση απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα ή χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, και πταίσμα του προσβολέα (Α.Π. 1987/2007).
Ο φορέας δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όταν προσβάλλεται απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποδείξει αυτός τον παράνομο της προσβολής, όταν ζητά έννομη προστασία με την έννοια που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 57 Α.Κ., εκείνος δε που προσβάλλει την προσωπικότητα του άλλου μπορεί να επικαλεσθεί λόγους που αίρουν το παράνομο και οφείλει να τους αποδείξει.
Με βάση τα προαναφερθέντα, ο παρανόμως προσβαλλόμενος στην προσωπικότητά του, και εάν δεν ζητά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ή την αναγνώριση αντίστοιχης αξίωσης, δικαιούται και έχει έννομο άμεσο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, στο πλαίσιο της δημιουργηθείσας έννομης σχέσης από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, ασκώντας τη νόμιμη αξίωσή του για την υποχρέωση του προσβάλλοντος να παραλείπει στο μέλλον παρόμοιες παράνομες προσβολές, να ζητήσει παράλληλα και την αναγνώριση της ενεστώσας έννομης σχέσης του παράνομου χαρακτήρα της προσβολής της προσωπικότητάς του εκ μέρους του εναγομένου προσβολέα, που αμφισβητεί τον παράνομο αυτό χαρακτήρα της ενέργειάς του, εφόσον άλλωστε η παραδοχή του αγωγικού αιτήματος για την παράλειψη στο μέλλον παρόμοιων με την ενεστώσα παράνομων προσβολών, αναγκαίως προϋποθέτει την αναγνώριση ότι η ενεστώσας προσβολή ήταν παράνομη.
Περαιτέρω, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρα 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ όσο απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.
ΑΠ 13/1995, 25/1994). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την ένδικη από 30.10.2001 αγωγή της εκθέτει ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, όντας νόμιμα διορισμένη νευρολόγος-ψυχίατρος στην ... Νευρολογική κλινική του πρώτου εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, χορήγησε παράνομα στον εν διαστάσει σύζυγο της, ..., την με αριθμό ...
ιατρική γνωμάτευση της, με την οποία βεβαίωσε ψευδώς: 1) ότι η αναιρεσείουσα εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του επίσης εναγομένου Νοσοκομείου στις 24-4-2001 και βρέθηκε να πάσχει από ψύχωση με καταθλιπτικά στοιχεία από το έτος 1995, ενώ γνώριζε ότι ουδέποτε αυτή (αναιρεσείουσα) επισκέφθηκε το παραπάνω νοσοκομείο για εξέταση της κατάστασης της υγείας της, ούτε υπήρχε ιστορικό της από το 1995 σε σχετικό φάκελλο, ούτε την είχε παρακολουθήσει άλλος γιατρός στο παρελθόν που να διέγνωσε αυτή την πάθηση και 2) ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) ζήτησε ιατρική γνωμάτευση για την κατάσταση της υγείας της από το πρώτο εναγόμενο Νοσοκομείο στις 19.6.2001, ενώ γνώριζε ότι ουδέποτε συνέβη κάτι τέτοιο, ούτε είχε προς τούτο εξουσιοδοτήσει αυτή τον εν διαστάσει σύζυγο της, η αλήθεια δε είναι ότι μια και μοναδική φορά οδηγήθηκε αυτή δια της βίας από τον τελευταίο στο ιδιωτικό ιατρείο που διατηρούσε η δεύτερη αναιρεσίβλητη στις 24.4.2001, χωρίς όμως να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση ώστε να διαγνωστεί οποιαδήποτε πάθησή της.
Ότι εν πάση περιπτώσει η δεύτερη αναιρεσίβλητη χορήγησε παράνομα την ως άνω ιατρική γνωμάτευση, με την οποία βεβαίωσε γεγονότα που αφορούσαν την κατάσταση της ψυχικής υγείας της αναιρεσείουσας, σε τρίτο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας έντυπο του δευτέρου εναγομένου Νοσοκομείου, ενώ τα γεγονότα αυτά, και αν ακόμη ήταν αληθή, περιήλθαν σε γνώση της κατά την άσκηση του ιατρικού της επαγγέλματος στο ιδιωτικό της ιατρείο και άρα αποτελούν άκρως απόρρητο προσωπικό δεδομένο της αναιρεσείουσας.
Ότι η παραπάνω ιατρική γνωμάτευση χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια με την προσκόμιση της από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εν διαστάσει συζύγου της αναιρεσείουσας στις 12.7.2001, ως αποδεικτικό στοιχείο, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, με σκοπό να κριθεί η ενάγουσα ανίκανη μητέρα και ακατάλληλη για άσκηση της επιμελείας του τελευταίου.
Ότι εξαιτίας της προαναφερθείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία έλαβε χώρα κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σ' αυτήν καθηκόντων από το πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ. προσβλήθηκε η προσωπικότητά της ως νεαρής μητέρας βρέφους και ως επαγγελματία δικηγόρου, που διανύει τα πρώτα βήματα της σταδιοδρομίας της.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε με το δικόγραφο της αγωγής η αναιρεσείουσα, όπως περιορίσθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο: α) να αναγνωρισθεί ότι με τις παραπάνω ενεστώσες πράξεις των αναιρεσιβλήτων προσβλήθηκε η προσωπικότητά της και β) να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να παραλείπουν στο μέλλον κάθε παρόμοια ενέργεια πρόσφορη να βλάψει την προσωπικότητά της, με απειλή χρηματικής ποινής 500.000 δραχμών και προσωπικής κράτησης της δεύτερης αναιρεσίβλητης μέχρι τριών (3) μηνών για κάθε νέα παράνομη προσβολή, επικαλούμενη επιπροσθέτως η αναιρεσείουσα ότι υφίσταται κίνδυνος επανάληψης της ενεστώσας προσβολής και στο μέλλον.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά το τελικό αίτημά της, και αφού ερεύνησε το νόμιμο της αγωγής της αναιρεσείουσας εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το με στοιχείο (α) πιο πάνω αναγνωριστικό αίτημά της, ως μη νόμιμη γιατί δεν αφορούσε έννομη σχέση δεκτική προστασίας στο πλαίσιο αναγνωριστικής αγωγής του άρθρου 70 του Κ.Πολ.Δ.
Στη συνέχεια, επιλαμβανόμενο το Εφετείο της έφεσης της αναιρεσείουσας, που αφορούσε την απόρριψη από το Πρωτοδικείο του υπό στοιχείο (β) πιο πάνω αγωγικού αιτήματός της (παράλειψη στο μέλλον της ίδιας προσβολής), αλλά και της έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με την οποία επανέφερε τον ισχυρισμό της ότι δεν προσέβαλε κατά παράνομο τρόπο την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας, έκρινε ότι δεν τελέσθηκε η ένδικη παράνομη προσβολή, (με την παραδοχή του αντίστοιχου ισχυρισμού της δεύτερης αναιρεσίβλητης) και απέρριψε το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα και για το μέλλον, ως αβάσιμο κατ' ουσία, με διαφορετική αιτιολογία από εκείνη με την οποία είχε απορριφθεί το ίδιο αίτημα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι δεν αποδείχθηκε ο κίνδυνος επανάληψης στο μέλλον παρόμοιας προσβολής.
Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κρίνοντας μη νόμιμο το αναγνωριστικό αίτημα της ένδικης αγωγής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57 του Α.Κ. και 70 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα με την αγωγή της πιο πάνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αμφισβητούμενης έννομης σχέσης από την ενεστώσα προσβολή της προσωπικότητάς της (αναιρεσείουσας), και δικαιολογούν την άσκηση κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης της ένδικης αγωγής και κατά το αναγνωριστικό αίτημά της.
Ο λόγος αυτός στηρίζει το βασικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης προσέβαλε κατά παράνομο τρόπο την προσωπικότητά της ως προϋπόθεση παροχής έννομης προστασίας, ενεστώσας και για το μέλλον. Η ορθή όμως, κατά νόμο, επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Μ' αυτόν τον τρόπο η εργαζομένη ιατρός απέβλεπε στην εκπλήρωση του καθήκοντός της και στη διαφύλαξη ουσιώδους συμφέροντος της ίδιας της ενάγουσας ασθενούς, συνιστάμενου στη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, που της υπέδειξε αλλά και στην προστασία του τέκνου της από κάθε κίνδυνο, οφειλόμενο στη μη λήψη φαρμάκων από τη μητέρα του.
Έτσι, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε και πρωτοδίκως η ανωτέρω εκκαλούσα-ιατρός, η πράξη της αυτή δεν είναι παράνομη, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η χορήγηση της γνωμάτευσης με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, σε πρόσωπο στενού οικογενειακού περιβάλλοντος της ασθενούς, συνιστά παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας [βλ.
άρθρο 371 παράγραφοι 1 και 4 Π.Κ.]. Επομένως, αφού δεν υφίσταται παράνομη προσβολή στην προσωπικότητα της εκκαλούσας [α' ενάγουσας], δεν θεμελιώνεται και αξίωση της τελευταίας για παράλειψή της στο μέλλον. Η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το ανωτέρω αίτημα ως ουσιαστικά αβάσιμο, με άλλη αιτιολογία, ότι δηλαδή δεν αποδείχτηκε η ύπαρξη κινδύνου επανάληψης της προσβολής, έσφαλε όμως διότι δεν εξέτασε το νόμιμο ισχυρισμό της β' εναγομένης", στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και για τα δύο ερευνηθέντα από το Εφετείο αγωγικά αιτήματα, γιατί με βάση όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη της παραγράφου αυτής, εάν δεν διαπιστώνεται ενεστώσα ή λαβούσα χώρα παράνομη προσβολή στην προσωπικότητα της ενάγουσας, δεν θεμελιώνεται αυτοτελώς ούτε αξίωση για την αναγνώριση της αντίστοιχης έννομης σχέσης, παράνομης προσβολής της προσωπικότητας διαρκούς ή στιγμιαίας.
Εξάλλου, η ίδια επί της ουσίας πιο πάνω επάλληλη αιτιολογία, δεν πλήττεται τελικά λυσιτελώς, με βάση τα προαναφερόμενα στις παραγράφους (ΙΙ), (ΙΙΙ) και (IV) της παρούσας, με κανένα αναιρετικό λόγο, και επομένως ο πιο πάνω τέταρτος λόγος αναίρεσης αλυσιτελώς πλέον πλήττει την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης για την απόρριψη του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής για την ενεστώσα προσβολή ως μη νομίμου, και πρέπει να απορριφθεί για έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που νίκησαν, χωριστή για τον καθένα, που είχαν διαφορετική νομική παράσταση (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπόψη ότι το μεν πρώτο αναιρεσίβλητο δεν κατέθεσε προτάσεις, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.8.2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2883/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη καθενός των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ