Legislator Case Law & Legislation
492/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on ownership transfer and acquisitive prescription arguments regarding real estate. Appeal rejected due to lack of statutory elements. Court upholds lower court decision. Appeal dismissed.

Case Number 492/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's ruling on a property dispute. The appellant argued that the respondent's ownership was invalid due to the lack of a twenty-year period for acquisitive prescription and claimed the lawsuit was an abuse of rights. The court found these arguments baseless because the statutory requirements for ownership transfer and the specific facts of the case did not support the appellant's claims. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1033, 974, 1041, 1043, 1045 of the Civil Code; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court applied the law correctly to the uncontested facts, or if the lower court did not apply the law to the facts it accepted as proven.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription ownership transfer abuse of rights appeal admissibility substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 1033 of the Civil Code
Articles 974, 1041, 1043, 1045 of the Civil Code
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 492 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 492/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Τσάγκα.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Δουληγερή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δαυλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 24-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1043, 1045 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία.

Τέλος, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή του, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας : "Ο ενάγων έχει αποκτήσει δυνάμει του υπ' αριθ. ....πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Δαυλείας Ασπασίας Γιαννοπούλου-Φωτιά, ένα ακίνητο στην θέση ...., επιφανείας 180 τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση 230 τμ, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ...., δυτικά με ιδιοκτησία ..., βόρεια με ιδιοκτησία της εναγομένης και νότια με δρομίσκο και πέραν αυτού με ιδιοκτησία του ενάγοντος (πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων ...).

Περίπου τον Νοέμβριο 2003 η εναγομένη, κατέλαβε τμήμα της ανωτέρω ιδιοκτησίας του ενάγοντος και συγκεκριμένα τμήμα επιφανείας 28,62 τμ που εμφανίζεται στο από μηνός Σεπτεμβρίου, 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... με στοιχεία α-β-γ-δ-α, και συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος και πέραν αυτής με χωματόδρομο, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος και βορειοανατολικά με ιδιοκτησία της εναγομένης.

Το ότι το τμήμα αυτό ανήκει στην ιδιοκτησία του ενάγοντος προκύπτει τόσο από την περιγραφή του ακινήτου του στο ανωτέρω συμβόλαιο όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ο οποίος αναφέρει ότι το τμήμα αυτό πουλήθηκε στον ενάγοντα δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου, αλλά και τα όσα και η ίδια αναφέρει στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναλαμβάνει στις προτάσεις της προκείμενης δίκης.

Δεν αποδείχθηκε ότι, παρά το πωλητήριο συμβόλαιο, πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στην επίδικη έκταση έκανε, η εναγομένη, τα τέκνα της και ο δικαιοπάροχος σύζυγός της, όπως αυτή ισχυρίζεται και μάλιστα για διάστημα από το 1976 έως την άσκηση της αγωγής, ήτοι για πάνω από 20 έτη με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία.

Όπως προκύπτει, αυτοί χρησιμοποιούσαν την εδαφική αυτή λωρίδα για να διέρχονται από την ιδιοκτησία τους προς τον χωματόδρομο που βρίσκεται νοτιοδυτικά του επιδίκου, όχι, όμως με διάνοια κυρίου, καθώς ήταν σαφές προς όλους ότι η έκταση αυτή είχε πωληθεί στον ενάγοντα, αλλά στα πλαίσια των φιλικών και οικογενειακών σχέσεων μεταξύ τους, αφού ο ενάγων είναι κουμπάρος με την εναγομένη και το σύζυγό της, και χάριν της καλής γειτονίας τους είχε επιτρέψει να την χρησιμοποιούν.

Εξάλλου, από την έκταση αυτή δεν διέρχονταν μόνο η εναγομένη και η οικογένεια της, αλλά και άλλοι όμοροι ιδιοκτήτες. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εναγομένης περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, καθώς δεν αποδεικνύεται η διάνοια κυρίου κατά την άσκηση της νομής". Ακολούθως, το Δικαστήριο, με το ανωτέρω σκεπτικό, δέχθηκε ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αποδίδεται παραβίαση, με την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1045 ΑΚ, διότι "έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της κρίσης του περί του ότι κύριος του επιδίκου είναι ο αναιρεσίβλητος, μόνο την ύπαρξη νομίμου τίτλου για το επίδικο, ενώ σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, για να καταστεί κύριος πράγματος κάποιος, δεν αρκεί ο νόμίμος τίτλος, αλλά πρέπει να ασκεί και τη νομή του πράγματος με καλή πίστη, η οποία προκειμένου για ακίνητα, θα πρέπει να υφίσταται τουλάχιστον επί 10έτη".

Όμως, έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να δεχτεί ειδικότερα, ότι ο ενάγων έγινε κύριος του αναφερομένου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη εδαφική λωρίδα, με παράγωγο τρόπο, δηλαδή κατόπιν αγοράς, με το πιο πάνω συμβόλαιο, ως αποκτήσας παρά κυρίου, επειδή, δηλαδή, κύριος του ακινήτου αυτού ήταν και ο δικαιοπάροχός του, την κυριότητα του οποίου η αναιρεσείουσα, όπως και στο αναιρετήριο εκτίθεται και όπως προκύπτει από την έφεσή της τις προτάσεις της ενώπιον και του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε και ότι δεν καταλύθηκε η κυριότητά του από την εναγομένη, αφού αυτή, μετά την πώλησή του στον αναιρεσίβλητο, δεν ανέκτησε την κυριότητα με χρησικτησία, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις.

Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προεκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας αυτής, ως εναγομένης, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία (λόγω μη συμπληρώσεως 20ετούς νομής), ενώ αγνόησε τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αν τα ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση.

Κατ' αυτά (διδάγματα), δεν μπορεί να νοηθεί, ως ανοχή ενός ιδιοκτήτη, η αποκλειστική χρήση από άλλον, ενός ακινήτου για διάστημα 30 ετών, χωρίς μάλιστα ο ιδιοκτήτης να κάνει την οποιαδήποτε πράξη σ' αυτό. Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνος δικαίου (και δη του άρθρου 1045 ΑΚ) ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ, συνάγεται ότι η διεκδικητική αγωγή, η οποία έχει ως περιεχόμενο αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητος, υπόκειται σε εικοσαετή (αποσβεστική) παραγραφή, η οποία αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος, από την οποία προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητος, με τη δημιουργία πραγματικής κατάστασης αντιτιθεμένης σ' αυτό, οπότε γεννιέται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, συμπληρώνεται δε από μόνη την παράλειψη του δικαιουμένου να ασκήσει το δικαίωμά του, επί τον οριζόμενο προς τούτο από το νόμο ως άνω χρόνο των είκοσι ετών (ΑΠ 871/1994 - ΑΠ 713/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το ως άνω Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την ένστασή της, περί παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου, αν και παρήλθε εικοσαετία από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσή του, ότι η αναιρεσείουσα-εναγομένη, αξίωσε για πρώτη φορά δικαιώματα κυριότητας επί της επίδικης εκτάσεως τον Νοέμβριο του 2003, ότε και την τσιμεντόστρωσε και ότι από το χρόνο εκείνο μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα εικοσαετίας και, συνεπώς το δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος δεν έχει παραγραφεί.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει αντίθετα, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, τα οποία ανάγονται στον ίδιο χρόνο και στην ύλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του υπόχρεου, από τα οποία γεννάται στον τελευταίο ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που τείνει σε ανατροπή μιας κατάστασης, που δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.

Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη - αναιρεσείουσα πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής για το λόγο ότι α) το όμορο με την επίδικη εδαφική λωρίδα, ακίνητό της δεν έχει πρόσβαση σε οδό και β) η επί μεγάλο χρονικό διάστημα (1976 έως την άσκηση της αγωγής) αδράνεια του ενάγοντος -αναιρεσιβλήτου να αντιδράσει στην πρόθεσή της να νέμεται το επίδικο, της δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε, όσον αφορά το πρώτο σκέλος της ένστασης αυτής, ότι η κυριότητα του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, είναι ανεξάρτητη της δυνατότητας αυτής (εναγομένης) να διεκδικήσει πρόσβαση στο δρόμο με βάση άλλες διατάξεις, εάν πράγματι το ακίνητό της είναι περίκλειστο, ενώ όσον αφορά το δεύτερο σκέλος (δέχθηκε) ότι δεν υπήρξε αδράνεια από μέρος του ενάγοντος να υπερασπιστεί το δικαίωμά του, αφού ευθύς μετά την κατάληψη του επιδίκου, που έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, τον Νοέμβριο του 2005 άσκησε την ένδικη αγωγή.

Με βάση της παραδοχές αυτές απέρριψε ως αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης. Έτσι όπως έκρινε το δικαστήριο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ο δε τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιουλίου 2007 αίτηση της .... για αναίρεση της 95/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ