Legislator Case Law & Legislation
492/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations for unpaid salary, ruling it a tort claim subject to five-year limit.

Case Number 492/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject his claim for unpaid salary. The court held that the claim was time-barred by the five-year limitation period for torts under Article 937 of the Civil Code, as the appellant knew of the loss in 1994. While one judge argued the salary determination was a contractual right, the majority ruled the administrative body's failure to adjust pay constituted a tort, not a breach of contract, thus subjecting the claim to the shorter limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 et seq. and 937 of the Civil Code; The failure of an administrative body to adjust an employee's salary according to regulations constitutes a tort subject to the five-year limitation period, rather than a breach of contract subject to the ten-year period.

Keywords

AI generated
statute of limitations tort liability salary adjustment administrative body Civil Code Greece public service limitation period

Cited Legislation

AI generated
Article 24 of the General Personnel Regulations of OTE
Article 937 of the Civil Code
Article 914 et seq. of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 492 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 492/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : ......., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό. Του αναιρεσίβλητου : «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.) Α.Ε.», που εδρεύει στο Δήμο Αμαρουσίου Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2618/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7351/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Νοεμβρίου 2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανάγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο άρθρο 24 «Νέον» του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ, ο οποίος ίσχυε έως τις 10-6-1999 και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδάφ. στ΄ του α.ν. 301/68, δημοσιεύτηκε στην Ε.τ.Κ., κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/73 και είχε ισχύ νόμου, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και ίσχυε από 1-1-1977, ορίζοντα τα εξής:

«1. Η πρόσληψις προσωπικού ειδικής μονιμότητος αποφασίζεται εν όψει των υπηρεσιακών αναγκών υπό του Διοικητικού Συμβουλίου τη εισηγήσει της Διευθύνσεως Οργανώσεως και Εκπαιδεύσεως…. 2. …Τα λοιπά γενικά προσόντα ως και τα ελάχιστα ειδικά προσόντα προσλήψεως του προσωπικού τούτου ως και το ύψος των αποδοχών του καθορίζονται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου……. 4.

Εις το προσωπικόν ειδικής μονιμότητος δύνανται να προσληφθούν α. ….., β. ….. γ. Αναλυταί και προγραμματιστεί ηλεκτρονικών διερευνητών, πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών κεκτημένοι εμπειρίαν τουλάχιστον ενός έτους επί θεμάτων της ειδικότητός των ως και προσωπικόν υψηλής καταρτίσεως και πείρας επί θεμάτων ηλεκτρονικών διερευνητών….

δ. …. 5. Προσωπικόν ειδικής μονιμότητος των υπό στοιχείον γ΄ και δ΄ περιπτώσεων της προηγουμένης παραγράφου δύναται να ασκεί καθήκοντα Διευθυντού ή Υποδιευθυντού μη καταλαμβάνον αντίστοιχον οργανικήν θέσιν. Το ύψος των αποδοχών του εν λόγω προσωπικού καθορίζεται δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου,.

Μη δυνάμενον εν πάση περιπτώσει να είναι κατώτερον των αποδοχών του αντιστοίχου βαθμού του Διοικητικού-Εκμεταλλεύσεως Κλάδου….». Η προαναφερόμενη διάταξη (παρ. 5), η οποία περιέχει γενική ρύθμιση για την προστασία των υπαλλήλων ειδικής μονιμότητας του ΟΤΕ καθιερώνει υποχρέωση του ΟΤΕ, σε περίπτωση που αναθέτει σε υπάλληλο ειδικής μονιμότητας καθήκοντα υποδιευθυντή ή διευθυντή, να προβαίνει παράλληλα, με πράξη - απόφαση του Δ.Σ.

του, και σε αναπροσαρμογή του μισθού του υπαλλήλου αυτού από τον χρόνο άσκησης των εν λόγω καθηκόντων, ώστε το ύψος των αποδοχών του τελευταίου να είναι τουλάχιστον ίσο προς τις αποδοχές των διευθυντών ή υποδιευθυντών του διοικητικού οικονομικού κλάδου. Εάν το Δ.Σ. του ΟΤΕ παραλείψει να προβεί στην προαναφερόμενη αναπροσαρμογή των αποδοχών του υπαλλήλου, στον οποίο ανέθεσε καθήκοντα διευθυντή ή υποδιευθυντή, τότε η σχετική παράλειψη συνιστά παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και θεμελιώνει, με τη συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας, υπέρ του βλαπτόμενου υπαλλήλου αξίωση αποζημίωσης ισόποσης με τη διαφορά μεταξύ των κατώτερων αποδοχών που αυτός έλαβε και εκείνων που θα λάμβανε, αν το Δ.Σ.

του ΟΤΕ δεν παρέλειπε την επιτασσόμενη αύξηση των αποδοχών του, η αξίωση δε αυτή, ως αδικοπρακτική, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 890/1989). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: Ο ενάγων (και τώρα αναιρεσίων) προσλήφθηκε στις 22-1-1970 από τον εναγόμενο (και τώρα αναιρεσίβλητο) ΟΤΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως προγραμματιστής Η/Υ και από 29-12-1972 εντάχτηκε στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας στην ειδικότητα αναλυτών-προγραμματιστών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που έχει ισχύ νόμου και ίσχυσε από τις 8-9-1969 έως τις 10-6-1999, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από 11-3-1972, οπότε προστέθηκε στον ΓΚΠ-ΟΤΕ και το άρθρο 24 «Νέον» που διέπει το προσωπικό ειδικής μονιμότητας.

Στις 17-2-1978 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ΓΚΠ-ΟΤΕ και το άρθρο 24 «Νέον» αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24, με το οποίο δημιουργήθηκε ο κλάδος προσωπικού μισθολογικής διαβάθμισης, οπότε δόθηκε η δυνατότητα στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας να ενταχθεί σ' αυτόν τον κλάδο. Ο ενάγων επέλεξε να παραμείνει στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας, το οποίο συνέχισε να διέπεται από τις προηγούμενες διατάξεις (του άρθρου 24 «Νέον») του ΓΚΠ-ΟΤΕ και από τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 66α παρ. 49 γ του ΓΚΠ-ΟΤΕ.

Λόγω της παραμονής του ενάγοντος στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας, οι αποδοχές του εξακολούθησαν να ρυθμίζονται από το παραπάνω άρθρο 24 «Νέον», το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε στην παρ. 2 εδάφ. γ' προβλέπει ότι το ύψος των αποδοχών του προσωπικού ειδικής μονιμότητας καθορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του ΟΤΕ, ενώ με την παρ. 5 αυτού, για την περίπτωση ανάθεσης καθηκόντων διευθυντή ή υποδιευθυντή σε υπάλληλο του προσωπικού ειδικής μονιμότητας, επιτάσσει την αναπροσαρμογή, με απόφαση του Δ.Σ., των αποδοχών του υπαλλήλου αυτού σε ύψος τουλάχιστον ίσο με τις αποδοχές των διευθυντών ή υποδιευθυντών του διοικητικού κλάδου.

Με την 414/Δ.1354/7-10-1994 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του ΟΤΕ ανατέθηκε στον ενάγοντα η άσκηση καθηκόντων αναπληρωτή διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης (παράλληλα με τα καθήκοντα προϊσταμένου στο Γραφείο Συντονισμού και Υποστήριξης). Επίσης ο ενάγων από 1-1-1995 άσκησε και καθήκοντα διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης, ενώ από 25-7-1997 έως 9-1-2000 άσκησε καθήκοντα διευθυντή Προγράμματος Σχεδίου Οργανωτικού και Διοικητικού Εκσυγχρονισμού.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΟΤΕ, ως άμεσος προϊστάμενος του ενάγοντος, με τις από Σεπτεμβρίου 1995 και από Αυγούστου 1996 εισηγήσεις του εισηγήθηκε προς το Δ.Σ. του ΟΤΕ την αναδρομική αναπροσαρμογή του βασικού μισθού του ενάγοντος από 1-8-1994 (που άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης), αλλά το Δ.Σ.

του ΟΤΕ παρέλειψε να προβεί στην αύξηση των αποδοχών αυτού, ο οποίος από 10-6-1999 εντάχτηκε πλέον μισθολογικά και βαθμολογικά στον κλάδο διοικητικού-εκμετάλλευσης με απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου του ΟΤΕ κατ' εφαρμογή των άρθρων 41 και 43 του Νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ. Η παράλειψη του Δ.Σ. του ΟΤΕ να αναπροσαρμόσει με απόφασή του τις αποδοχές του ενάγοντος στο ύψος τουλάχιστον των αποδοχών του υποδιευθυντή και διευθυντή του διοικητικού κλάδου από τον χρόνο που ο ενάγων άσκησε αντίστοιχα καθήκοντα, αποτελεί παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ και θεμελιώνει αδικοπρακτική αξίωση του βλαπτόμενου ενάγοντος κατά του εναγόμενου για αποζημίωση ισόποση με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυτός έλαβε και εκείνων που θα λάμβανε, αν το Δ.Σ.

του εναγόμενου δεν παρέλειπε, ως αντιπροσωπευτικό όργανο αυτού, την επιτασσόμενη αύξηση, για την οποία συντρέχει και υπαιτιότητα των μελών του Δ.Σ., τα οποία υπέπεσαν στη ζημιογόνο παράλειψη συνειδητά και με επίγνωση ότι όφειλαν να λάβουν απόφαση αναπροσαρμογής των αποδοχών του ενάγοντος, όπως επιτάσσει η παραπάνω διάταξη, από τον χρόνο ανάθεσης σ' αυτόν καθηκόντων αναπληρωτή διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης.

Η εν λόγω αξίωση αποζημίωσης, ως αδικοπρακτική, υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, καθόσον αποδείχτηκε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημιογόνου παράλειψης και των επιβλαβών γι' αυτόν και προβλεπτών συνεπειών της (δηλαδή της απώλειας όλων των αγωγικών κονδυλίων) από τον χρόνο που το Δ.Σ. του εναγόμενου όφειλε να προβεί στην επιβαλλόμενη αύξηση των αποδοχών του, δηλαδή από 1-8-1994 που αυτός άσκησε καθήκοντα υποδιευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 28-12-2001, οπότε είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, όπως βάσιμα ισχυρίστηκε ενιστάμενος ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες προτάσεις του».

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα-ενάγοντα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει, κατά το κεφάλαιο αυτό, την αγωγή του ως παραγεγραμμένη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφού η γενόμενη παραβίαση, από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου της εν λόγω διατάξεως του ισχύ νόμου επέχοντος ΓΚΠ/ΟΤΕ, που έλαβε χώραν με την παράλειψη του ΔΣ του ν' αναπροσαρμόσει τις αποδοχές του ενάγοντα στο επίπεδο των αποδοχών του Υποδιευθυντού και Διευθυντού αντίστοιχα του διοικητικού κλάδου, δεν συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως αλλά παράβαση νόμου και αποτελεί αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρ. 914 επ.

ΑΚ, η οποία υπόκειται στη πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, που σύμφωνα με τα παραπάνω, συμπληρώθηκε μέχρι την έγερση της αγωγής. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την περί του αντιθέτου αιτίασή τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ένα μέλος του δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Χρ. Μπαλντας έχει την εξής γνώμη. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις του Γ.Κ.Π-ΟΤΕ και άρθρου 648 επ. Α.Κ. συνάγεται ότι ο προσδιορισμός του μισθού του από το Δ.Σ του Ο.Τ.Ε και η καταβολή του σε αυτόν αποτελεί ενοχικό δικαίωμα του υπαλλήλου ειδικής μονιμότητας του Ο.Τ.Ε., που πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή συμπληρώνεται από τον Κανονισμό και συνακόλουθα ότι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Ο.Τ.Ε περί προσδιορισμού του ύψους του μισθού του υπαλλήλου αυτού συνιστά εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως, η παράλειψη της οποίας εμπίπτει στην μη εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως του εργοδότη Ο.Τ.Ε και δεν συνιστά αδικοπραξία.

Συνεπώς το δικαίωμα του εργαζομένου στην περίπτωση αυτή δεν υπόκειται στην για τις αδικοπραξίες πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Επομένως το Εφετείο που, υπό τις προεκτεθείσες περί πραγμάτων παραδοχές, έκρινε ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος υπόκειται στην άνω, εκ της αδικοπραξίας, παραγραφή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις όπως βασίμως υποστηρίζεται τούτο με τους ρηθέντες λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι έπρεπε να γίνουν δεκτοί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Νοεμβρίου 2003, αίτηση του .....,για αναίρεση της 7351/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ