Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment regarding vague expense claims in civil proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a dispute over professional fees. The lower court had rejected specific expense claims for photocopies, stamps, taxis, and service fees due to a lack of specific details regarding the documents and dates involved. The court upheld this rejection, ruling that the claims were quantitatively indefinite and could not be supported by general evidence or estimation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(11), 559(14) of the Code of Civil Procedure; A claim is inadmissible if it lacks quantitative specificity regarding the subject matter, preventing the court from verifying the facts or estimating the value.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 491 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 491/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Τ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λυκοκάπη, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Φιλανθρωπικού Σωματείου - Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2021 αίτησή της.
Το προσθέτως παρεμβαίνουν νομικό πρόσωπο με την από 18-1-2023 πρόσθετη παρέμβασή της (με αριθμό κατάθεσης …2023) ζητεί όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα αναιρεσείουσα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 7.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης .../9.7.2021 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθμ. 284/14.1.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 24.9.2020 και με αριθμ.
κατάθεσης .../2020 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 18.11.2020 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας - εκκαλούσας του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" και β) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 9.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης .../2020 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Φιλανθρωπικού Σωματείου - ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...
καθώς και, οι με ίδιο δικόγραφο από 3.11.2020 με αριθμό κατάθ. .../2020 πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 35/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η από 11.7.2019 και με αριθμό κατάθ. .../2019 αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών".
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης έλαβε χώρα στις 11.6.2021 (βλ. υπ' αριθ. ...11.6.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Β. Β.) και η αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 9.7.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει.
Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ασκείται δε κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 30/2022,164/2021, 1741/2012).
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (Ολ ΑΠ 3/2021, 28/2007, 13/2006, 8/1998, 9/1998, ΑΠ 557/2021). Εξάλλου, το άρθρο 90 στοιχείο (ζ) του ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013) νέος "Κώδικας Δικηγόρων" (Κ.Δ.) - με ισχύ του άρθρου αυτού από 27.9.2013 [άρθρο 166 παρ. 3 νέου Κ.Δ.]- ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: ... (ζ). - Η άσκηση παρεμβάσεων, ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας, ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.
Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς τη διάταξη του άρθρου 622 αριθμός 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015), που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις, που αποτελούν την ένωση - διάταξη, που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΟλΑΠ 13/2006) - συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα πιο πάνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου σε εκκρεμή δίκη στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 557/2021, 681/2017, 1147/2015), όχι, όμως και στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά πρόκειται για προσωπική υπόθεση μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του (ΑΠ 1307/2022, 557/2021).
Με την από 18.1.2023 και με αριθμό κατάθεσης .../18.1.2023 πρόσθετη παρέμβαση, το προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" εκθέτει ότι η αναιρεσείουσα είναι μέλος του και ότι υποστηρίζει τους λόγους αναίρεσης, προκειμένου αυτή να γίνει δεκτή. Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, τις επιπτώσεις που θα έχει σε αυτό και σε όλα τα μέλη του η έκβαση της δίκης που αφορά σε απαιτήσεις της υπέρ ης - αναιρεσείουσας δικηγόρου σε βάρος του καθ' ου - αναιρεσίβλητου εντολέα της για καταβολή δικηγορικής αμοιβής και τη συμβολή του στη διάπλαση της νομολογίας που θα προκύψει από το αιτιολογικό της εκδοθησόμενης απόφασης στην έκβαση μελλοντικών δικών, όπου θα ανακύψουν τα ίδια ερμηνευτικά προβλήματα.
Ενόψει, όμως, του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς, που αφορά προσωπική υπόθεση της αναιρεσείουσας δικηγόρου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής αυτής, δεν εισάγεται προς έρευνα ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που να αφορά γενικότερα τα μέλη του προσθέτως παρεμβαίνοντος ή κατηγορία μελών του, ή το δικηγορικό σώμα.
Επομένως και κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει, αφού συνεκδικασθεί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Το προσθέτως παρεμβαίνον δεν πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση, διότι το τελευταίο, αφενός δεν έχει υποβάλει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 473/2010) και αφετέρου δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα για την αντιμετώπισή της (ΑΠ 1171/2012).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3, 5, 35, 36, 42, 43, 44 και 46 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (νέος Κ.Δ.) - όπως ισχύουν από 27.9-2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013) (άρθρο 166 Ν. 4194/2013) και εφαρμόζονται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου της καταγγελίας της ένδικης σχέσης έμμισθης εντολής (23.4.2014) προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου, ο οποίος είναι δημόσιος λειτουργός, η άσκηση επιστήμης, τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχόλησης που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
Κατ' εξαίρεση ο δικηγόρος μπορεί να προσφέρει με πάγια μηνιαία αμοιβή σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα αποκλειστικά νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρα 42 εδ.α του κώδικα περί δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συμφωνήθηκε για ορισμένο διάστημα (άρθρο 46 παρ. 2 Κώδικα Δικηγόρων), δεν μπορεί δε να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω νόμου και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.
ΑΠ. 45/2002,υπό τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του ΝΔ3026/1954). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες με πάγια μηνιαία ή περιοδική αμοιβή, αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη των εκάστοτε ισχυουσών κατωτάτων νομίμων αποδοχών υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα αναλόγων επιστημονικών προσόντων ( άρθρο 44 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα).
Περαιτέρω η προαναφερόμενη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή λύεται, εκτός των άλλων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο δικηγόρο (άρθρο 46 παρ. 2 εδ. δ Κώδικα Δικηγόρων), που συνιστά κατ' αρχήν, μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία, η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος, και με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 557/2021), που ορίζεται στον Κώδικα Δικηγόρων (άρθρ. 46 παρ. 2 και 3 Ν. 4194/2013).
Όταν, όμως, για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία (ανεξάρτητα προς το αν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται ή όχι στον κανονισμό αυτόν), η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, δηλαδή καθίσταται αιτιώδης.
Σπουδαίο λόγο συνιστούν διάφορα περιστατικά ή ακόμη και ένα μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξ αιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από τον ένα εκ των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος του αντισυμβαλλόμενου.
Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του εντολοδόχου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης, κατ' αντικειμενική κρίση, να αποβαίνει αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής για τον εντολέα (ΟλΑΠ 21/2004, ΑΠ 140/2020, 139/2019, 245/2015, 908/2017, ΑΠ 935/2013, υπό τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του Ν.Δ.3026/1954, οι τρεις τελευταίες).
Ως εκ τούτου, η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής υπό καθεστώς μονιμότητας, που έγινε από τον εντολέα χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΚ 174, 180). Ο εντολέας που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση έμμισθης εντολής και έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου, περιέρχεται σε υπερημερία ως εργοδότης (ΑΠ 139/2019, 1265/2014).
Ακόμη με τη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής για οποιοδήποτε λόγο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, επομένως και με καταγγελία εκ μέρους του εντολέα του, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από το άρθρο 46παρ.3 εδ.α του κώδικα περί δικηγόρων αποζημίωση, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το χρόνο παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών στον εντολέα του και ισούται:
α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία, ε) με έξι μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία, στ) με επτά μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ενδεκαετή υπηρεσία, ζ) με οκτώ μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δωδεκαετή υπηρεσία, η) με εννέα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατρία έτη υπηρεσίας, θ) με δέκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατέσσερα έτη υπηρεσίας, ι) με ένδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαπέντε έτη υπηρεσίας και ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας, ενώ για όσους δικηγόρους απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εντολέα προϋπηρεσία πάνω από δεκαεπτά έτη, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4093/2012 (Α' 222), προβλέπεται από το νόμο (άρθ. 46 παρ. 3 εδ.
β) η καταβολή συμπληρωματικής αποζημίωσης. Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα των παρεχομένων από το δικηγόρο υπηρεσιών. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του ιδίου νόμου ορίζεται: "Μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.
Πρόκειται δηλαδή για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημίωσης.
Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής (ΑΠ 308/2017, υπό την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ.1 εδ.
τελ. του Ν.Δ.3026/1954). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της σύμβασης έμμισθης εντολής υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Όταν η υπέρβαση των ορίων αυτών είναι προφανής, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη και, κατά συνέπεια, άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και, κατ' αναλογία, της σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, καθίσταται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος της μονομερούς λύσης της σύμβασης.
Αυτό συμβαίνει σε περιπτώσεις, που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εντολέα, συμπεριφοράς του δικηγόρου. Αντιθέτως, δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν, απλώς, λείπει κάποια εμφανής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, (με την επιφύλαξη της ύπαρξης κανονισμού του εργοδότη, προβλέποντος μονιμότητα στην υπηρεσία του προσωπικού του) με μόνο περιορισμό τη μη άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που, ως εκ περισσού, επικαλέσθηκε γι' αυτήν ο εντολέας ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρξε εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο δικηγόρος και εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εντολέα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 140/2020, 2451/2015).
Παρομοίως, η καταγγελία δεν θεωρείται καταχρηστική, όταν ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας έχει προκληθεί σοβαρή διαταραχή του κλίματος εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας, που πρέπει να επικρατεί, γενικώς, στο χώρο μιας επιχείρησης και, ειδικότερα, μεταξύ του, εντολέα και του δικηγόρου. Εφ' όσον η καταγγελία δεν έγινε από εμπάθεια ή έχθρα, μόνο το γεγονός ότι υλοποιήθηκε μετά την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος, αφ' ότου ο εντολέας αποφάσισε αυτήν λόγω των υφισταμένων προστριβών με το δικηγόρο που επέφεραν κλονισμό της εμπιστοσύνης του προς τον τελευταίο και κατά το οποίο ο εντολέας εξακολούθησε ν' αναθέτει σε αυτόν χειρισμό υποθέσεων του, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την ως άνω καταγγελία (ΑΠ 740/2002).
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ συνάγεται ότι για να δεσμευθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει καταρτισθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του, είτε από άλλο ή άλλα πρόσωπα στα οποία, κατά πρόβλεψη της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του νομικού προσώπου, παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 683/2015, 1172/2008).
Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του δεν το δεσμεύει (ΑΠ 632/2022, 908/2005). Εάν προβλέπεται από το νόμο ή καταστατικό του νομικού προσώπου, όπως είναι τα σωματεία (άρθ. 78 επόμ. του ΑΚ), ότι η διοίκηση αυτού έχει ανατεθεί σε πολυπρόσωπο όργανο (διοικητικό συμβούλιο), το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί κατ' αρχήν το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις του, μη όντας απέναντι στο νομικό πρόσωπο, πρόσωπο διαφορετικό από αυτό, αλλά όργανό του.
Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης του ως άνω νομικού προσώπου και διαχείρισης της περιουσίας της επιτρέπεται όμως, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή, το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος, στον οποίο έχει ανατεθεί η εξουσία του Διοικητικού Συμβουλίου, είναι υποκατάστατο αυτού και ενεργεί και αυτό ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, που εκφράζει πρωτογενώς την βούλησή του, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό (ΑΠ 64/2023).
Για τον λόγο αυτόν, ο δεσμός του με το νομικό πρόσωπο είναι ίδιος με το δεσμό του Διοικητικού Συμβουλίου με αυτό και εντελώς διαφορετικός από εκείνο μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου (ΑΠ 1946/2022). Κατά συνέπεια, τα πρόσωπα αυτά μπορούν να προβούν σε έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας μισθωτού, ως και της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου του σωματείου (ΑΠ 1311/2022, 1401/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020). Έτσι με βάση τον εν λόγω αναιρετικό λόγο επιτρέπεται αναίρεση όταν συντρέχει παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή εκείνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για την τήρηση αυτών (ΑΠ 22/2020, 1097/2019, 535/2015, 1399/2011). 1617/2011).
Ειδικότερα όμως το καταστατικό σωματείου αποτελεί, σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80, 81 και 361 του ΑΚ, δικαιοπραξία και ως εκ τούτου έχει συμβατικό (και όχι κανονιστικό) χαρακτήρα. Συνιστά έκφραση της αυτονομίας του σωματείου και περιέχει τους εγγράφως τεθέντες κανόνες, δεσμευτικούς για τα μέλη και τη διοίκησή του, που ρυθμίζουν την προς τα έσω και έξω οργάνωση και λειτουργία του και επομένως δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεών του δεν ιδρύει τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Γι' αυτό και η εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού σωματείου δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 37/2021, 419/2019, 1318/2018, 543/2012).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 9/2016,1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την από 11.7.2019 αγωγή, η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) στις 15.1.2014, με έγγραφη σύμβαση, προκειμένου να του παρέχει τις υπηρεσίες της ως έμμισθη δικηγόρος αντί μηνιαίας πάγιας αντιμισθίας 1.704 ευρώ.
Ότι η συνεργασία της με το αναιρεσίβλητο είχε αρχίσει από 28.12.2011 με την αποκλειστική τη απασχόληση, ως εξωτερική συνεργάτιδα αυτού. Ότι παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της μέχρι τις 24.4.2019, οπότε και το εναγόμενο της κοινοποίησε την από 23.4.2019 καταγγελία της έμμισθης σύμβασης εντολής. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους.
Ζήτησε λοιπόν, όπως περιορίστηκαν τα αιτήματα της αγωγής στον πρώτο βαθμό: α) vα αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις ανωτέρω υπηρεσίες της, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για πάγιες αντιμισθίες υπερημερίας το ποσό των 10.224 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για δεδουλευμένες πάγιες αντιμισθίες το ποσό των 32.966,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό διαφορετικά από την επόμενη της καταγγελίας διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, ε) vα υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας του έτους 2019 το ποσό των 1.704 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταγγελίας διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, στ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για έξοδα δικαστηρίων το ποσό των 1.656,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ζ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Διαφορετικά και σε περίπτωση που κριθεί ότι είναι έγκυρη η ανωτέρω καταγγελία ζήτησε: α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει ως υπόλοιπο οφειλόμενης αποζημίωσης της καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης με χρόνο έναρξης αυτής την 28.12.2011,το ποσό των 2.666,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταγγελίας διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει ως αστική ποινή το ποσό των 10.224 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για δεδουλευμένες πάγιες αντιμισθίες το ποσό των 32.966,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό διαφορετικά από την επόμενη της καταγγελίας διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας το ποσό των 1.704 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της καταγγελίας διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, ε) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για έξοδα δικαστηρίων το ποσό των 1.656,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αγωγή αυτή, η οποία συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών υπέρ της ενάγουσας, έγινε εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική της βάση με την 35/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 678,99ευρώ, ως υπόλοιπο αποζημίωσης για τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας, ήτοι από 25.4.2019 μέχρι την πλήρη εξόφληση, β) το ποσό των 10.224 ευρώ ως αντιμισθίες για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του 2019 έως τον Οκτώβριο του 2019, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο η κάθε επιμέρους αντιμισθία έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την εξόφληση, γ) το ποσό των 32.966,20 ευρώ για οφειλόμενες αντιμισθίες για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2017 έως τον Απρίλιο του 2019, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο η κάθε επιμέρους αντιμισθία έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την εξόφληση, δ) το ποσό των 363,50 ευρώ ως υπόλοιπο αποζημίωσης αδείας του 2019, με το νόμιμο τόκο από τις 25.4.2019 μέχρι την εξόφληση και ε) το ποσό των 1.267,20 ευρώ για την καταβολή εξόδων που βάρυνε το εναγόμενο και κατέβαλε η ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών υπέρ της εκκαλούσας - ενάγουσας, εκδόθηκε δε επ' αυτών η προσβαλλόμενη με αριθμό 284/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις και επιπλέον απέρριψε ως απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση.
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσείουσας), δικηγόρου Αθηνών από την 1.9.2000 και του εναγόμενου (αναιρεσιβλήτου) φιλανθρωπικού σωματείου συσταθέντος ήδη από το έτος 1864, καταρτίστηκε στις 28.12.2011 προφορική σύμβαση δυνάμει της οποίας η ενάγουσα παρείχε νομικές υπηρεσίες στο εναγόμενο ως εξωτερική συνεργάτρια αυτού, αναλαμβάνοντας τις υποθέσεις που ανέθεταν στην ενάγουσα ο Πρόεδρος και η Προϊσταμένη της Νομικής Υπηρεσίας του εναγόμενου, συντάσσοντας (η ενάγουσα) τα απαραίτητα νομικά έγγραφα και εκπροσωπώντας το εναγόμενο ενώπιον των αρμόδιων κάθε φορά Δικαστηρίων προς υποστήριξη ή αντίκρουση των εκκρεμών δικών του εναγόμενου.
Ο αριθμός δε των υποθέσεων που ανατίθεντο κάθε μήνα στην ενάγουσα δεν ήταν συγκεκριμένος η δε ενάγουσα λάμβανε για τις ανωτέρω υπηρεσίες της τη νόμιμη, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Κώδικα περί Δικηγόρων, αμοιβή, για την οποία εξέδιδε κάθε φορά τα σχετικά φορολογικά παραστατικά και όχι ένα συγκεκριμένο ποσό ως αντιμισθία κάθε μήνα και συνεπώς η ανωτέρω συνεργασία των διαδίκων δεν καθιστούσε αυτή έμμισθη εντολή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις 13.1.2014, οπότε η ενάγουσα κατάρτισε με το εναγόμενο το από 13.1.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό έμμισθης εντολής, σύμφωνα με το οποίο το εναγόμενο, κατόπιν της υπ' αριθ. .../7.1.2014 απόφασης του Διοικητικού του Συμβουλίου, προσέλαβε από τις 15.1.2014 την ενάγουσα, με έμμισθη εντολή παροχής νομικών υπηρεσιών αναλαμβάνοντας η τελευταία ως εντολοδόχος την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες της για την επίλυση όλων των νομικών υποθέσεων του εντολέα της εναγόμενου, ενώ το τελευταίο ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην εντολοδόχο ενάγουσα ως πάγια μηνιαία αμοιβή το ποσό των 1.704 ευρώ μεικτά καθώς επίσης και τα έξοδα (κινήσεως, δικαστικά κλπ.) που συνεπαγόταν η εκτέλεση της ανωτέρω εντολής.
Ο ισχυρισμός δε του εναγόμενου ότι η συμφωνηθείσα πάγια αντιμισθία της ενάγουσας ήταν το ποσό των 1.510 ευρώ μεικτά και όχι των 1.704 ευρώ που γράφτηκε εκ παραδρομής, είναι αβάσιμος, καθόσον ρητά στην ως άνω έγγραφη σύμβαση ανεγράφη ως μηνιαία αμοιβή της ενάγουσας το ποσό των 1.704 ευρώ και διότι το εναγόμενο δεν προέβη στη διόρθωση του πιο πάνω - όπως αυτό ισχυρίζεται - σφάλματος, η δε διόρθωση αυτή θα έπρεπε να γίνει γραπτώς σύμφωνα με σχετικό όρο της ανωτέρω σύμβασης και με την κατάρτιση νεότερης γραπτής συμφωνίας.
Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το ότι στο σκεπτικό της υπ' αριθ. 15139/2017 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών - η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση της ενάγουσας και με την οποία το εναγόμενο διατάχθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα οφειλόμενες αντιμισθίες από το Μάιο του 2016 έως το Μάιο του 2017 - αναφέρεται ότι το ποσό των μηναίων καθαρών αποδοχών της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 1.309,10 ευρώ και το επίδομα αδείας του 2016 στο ποσό των 654,55 ευρώ και ότι το ίδιο ως άνω ποσό αναφέρεται και στα από 10.11.2015 και από 27.6.2016 πρακτικά δικαστικής μεσολάβησης τα οποία συντάχθηκαν ενώπιον της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών μεταξύ της ενάγουσας και του νόμιμου εκπροσώπου του εναγόμενου και τότε Προέδρου αυτού, με τα οποία αναγνωρίστηκε η οφειλή του εναγόμενου και η υποχρέωση αυτού να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 13.387,35 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές από τον Οκτώβριο του 2014 έως τον Αύγουστο του 2015 και το ποσό των 12.967,69 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές από το Σεπτέμβριο του 2015 έως τον Απρίλιο του 2016, πλέον του Δώρου Χριστουγέννων του 2015 1.359,38 ευρώ, επιδόματος αδείας του 2015 653,92 ευρώ και υπόλοιπου Δώρου Πάσχα του 2016 481,97 ευρώ, αντίστοιχα.
Και δεν αναιρείται η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου διότι στα πιο πάνω έγγραφα αναφέρεται ρητώς ότι η ενάγουσα συνεβλήθη με το εναγόμενο για την παροχή στο τελευταίο νομικών υπηρεσιών ως έμμισθη δικηγόρος, με μηνιαίες αποδοχές 1.704 ευρώ μεικτά. Ο ισχυρισμός δε του εναγόμενου ότι τα πιο πάνω πρακτικά δικαστικής μεσολάβησης δημιούργησαν δεδικασμένο ως προς το ύψος της μηνιαίας αντιμισθίας της ενάγουσας κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι στην περίπτωση του δικαστικού συμβιβασμού δεν μπορεί να γίνει λόγος για τελεσιδικία, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας.
Αποδείχθηκε επίσης ότι από την αρχή της λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης ήτοι από τις 15.1.2014, παρουσιάστηκαν καθυστερήσεις στην καταβολή από το εναγόμενο στην ενάγουσα της οφειλόμενης πάγιας αντιμισθίας της. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα, κατόπιν βεβαίωσης που υπογράφτηκε από τον τότε Πρόεδρο και την τότε Σύμβουλο - Ταμία του εναγόμενου, προέβη στην υποβολή της από 22.8.2017 αίτησης στον Ειρηνοδίκη Αθηνών για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ' αριθ. 15139/2017 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Ακολούθως, στις 12.10.2017 η ενάγουσα προέβη στην επίδοση στο εναγόμενο της από 11.10.2017 εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης-δήλωσης, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των οφειλόμενων αντιμισθιών της και για τη μονομερή από την πλευρά του εναγόμενου μείωση της πάγιας αντιμισθίας της από το ποσό των 1.704 ευρώ στο ποσό των 1.510 ευρώ και κάλεσε το εναγόμενο να της καταβάλει τις οφειλόμενες αντιμισθίες μέχρι τις 18.10.2017 διαφορετικά θα θεωρούσε ότι το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής.
Κατόπιν αυτού το εναγόμενο, στις 18.10.2017, δεσμεύτηκε να καταβάλλει στην ενάγουσα πλέον της μηνιαίας αντιμισθίας της και το ποσό των 500 ευρώ κάθε μήνα και η ενάγουσα αποδέχθηκε αυτή την πρόταση. Η συμφωνία αυτή τηρήθηκε μέχρι τον Ιούνιο του 2018, οπότε και μετά την αλλαγή της προσωρινής διοίκησης του εναγόμενου, το τελευταίο σταμάτησε να καταβάλλει το ποσό των 500 ευρώ.
Για το λόγο αυτό η ενάγουσα προέβη και πάλι στις 26.7.2018 στην επίδοση στο εναγόμενο της από 26.7.2018 εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης-δήλωσης, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αντιμισθιών και κάλεσε τα εναγόμενο να της καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά αντιμισθιών μέχρι την 1.8.2018 διαφορετικά θα θεωρούσε ότι το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης έμμισθης εντολής.
Το εναγόμενο με την από 31.7.2018 εξώδικη απάντησή του, που επιδόθηκε την ίδια ημέρα στην ενάγουσα, ανέφερε ότι η προσωρινή του διοίκηση που ανέλαβε πρόσφατα δεν είχε ενημερωθεί για τις οφειλές του εναγόμενου σε αυτή, ότι η ενάγουσα θα λάμβανε έστω και με καθυστέρηση τις οφειλόμενες αποδοχές και ότι σε κάθε περίπτωση δεν καταγγέλλει την ανωτέρω σύμβαση ενώ ταυτόχρονα κάλεσε την ενάγουσα να παρέχει τις ως άνω υπηρεσίες της.
Στη συνέχεια η ενάγουσα, παρά το ότι με την από 1.8.2018 εξώδικη απάντησή της - που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 2.8.2018 - δήλωσε στο τελευταίο ότι ενέμενε στο από 26.7.2018 εξώδικο έγγραφο, συνέχισε τη συνεργασία της με αυτό, μετά και από την απόφαση του εναγόμενου να προβεί στη σταδιακή καταβολή των οφειλόμενων στην ενάγουσα, όπως προκύπτει και από τα από 9.8.2018 πρακτικά συνεδρίασης της προσωρινής διοίκησης του εναγόμενου.
Παρά όμως την ανωτέρω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών για τη συνέχιση της λειτουργίας της ανωτέρω σύμβασης έμμισθης εντολής και της απόφασης του εναγόμενου για την καταβολή των οφειλόμενων στην ενάγουσα, το εναγόμενο και πάλι δεν ήταν συνεπές ως προς την καταβολή των οφειλόμενων αντιμισθιών και των εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκε η ενάγουσα για λογαριασμό του εναγόμενου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της.
Για το λόγο αυτό η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), με την από 19.4.2019 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση, που επιδόθηκε την ίδια ημέρα στο εναγόμενο (αναιρεσίβλητο), διαμαρτυρήθηκε εκ νέου για τη μη καταβολή των οφειλόμενων αντιμισθιών, ασφαλιστικών εισφορών και εξόδων τα οποία είχε καταβάλει για λογαριασμό του εναγόμενου και κάλεσε το εναγόμενο να προβεί στην καταβολή αυτών έως την 1.5.2019 διαφορετικά θα θεωρούσε ότι το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής.
Απαντώντας το εναγόμενο δια του Προέδρου του, επέδωσε στις 24.4.2019 την από 23.4.2019 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι θεωρούσε τη συμπεριφορά της ενάγουσας αντισυμβατική και κακόπιστη και πως έχει διαρρηχθεί ανεπανόρθωτα πλέον η ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης στην οποία θεμελιώνεται κάθε σύμβαση δικηγορικής εντολής και ότι καθίσταται πλέον αντικειμενικά ανέφικτη, με αποκλειστική υπαιτιότητα της ενάγουσας, η εξακολούθηση της μεταξύ τους υφιστάμενης συμβατικής σχέσης ενώ ταυτόχρονα κάλεσε την ενάγουσα να παράσχει μέχρι τις 2.5.2019 εγγράφως στο εναγόμενο πλήρη λογοδοσία για τις υποθέσεις που είχε χειριστεί και να του παραδώσει τους σχετικούς φακέλους καθώς και κατάλογο με τις εκκρεμείς υποθέσεις διαφορετικά θα θεωρούσε ότι η πιο πάνω σύμβαση καταγγέλθηκε μονομερώς από την ενάγουσα.
Με το ως άνω εξώδικο έγγραφο του Προέδρου του εναγόμενου, ο οποίος είναι καταστατικό όργανο του τελευταίου, το εναγόμενο προέβη στην καταγγελία της πιο πάνω σύμβασης έμμισθης εντολής. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από το ότι το εναγόμενο στην από 25.6.2019 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση, που επέδωσε στην ενάγουσα στις 26.6.2019, ανέφερε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής έχει λυθεί και κάλεσε την ενάγουσα να προσέλθει εντός 3 ημερών από την επίδοση του ανωτέρω εξώδικου εγγράφου, στην Οικονομική Υπηρεσία του εναγόμενου για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, την οποία υπολόγισε στο ποσό των 5.285,01 ευρώ.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα ότι η ως άνω καταγγελία υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος του εναγόμενου, διότι δεν προέκυψε ότι το εναγόμενο προέβη στην καταγγελία αυτή για λόγους εκδίκησης και δη λόγω της νόμιμης επιδίωξης από την ενάγουσα της καταβολής σε αυτή των οφειλόμενων από το εναγόμενο αντιμισθιών δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα ήδη από το έτος 2015 επεδίωκε την καταβολή των οφειλόμενων από το εναγόμενο μηνιαίων αντιμισθιών της και ήδη από τότε προέβαινε στις πιο πάνω νομικές ενέργειες για την είσπραξή τους, όπως τη σύναψη πρακτικών δικαστικής μεσολάβησης, την αίτηση για έκδοση της υπ' αριθ. 15139/2017 διαταγής πληρωμής και κατασχέσεις εις χείρας τρίτων (σχετικά:
το από 8.1.2016 κατασχετήριο έγγραφο εις χείρας Β. Κ., το από 11.1.2016 κατασχετήριο έγγραφο εις χείρας Μ. Β., το από 11.1.2016 κατασχετήριο έγγραφο εις χείρας Γ. Λ. και το από 21.7.2016 κατασχετήριο έγγραφο εις χείρας της Τράπεζας Πειραιώς) και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί πως η καταγγελία της ως άνω σύμβασης έμμισθης εντολής έγινε λόγω επιδίωξης από την ενάγουσα της καταβολής των οφειλόμενων σε αυτή αντιμισθιών.
Επίσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρη η ανωτέρω καταγγελία για το λόγο ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε άμεσα την οφειλόμενη αποζημίωση, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, διότι η μη καταβολή της αποζημίωσης δεν επιφέρει την ακυρότητα της καταγγελίας, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας.
Συνεπώς τα αιτήματα της αγωγής να κηρυχθεί άκυρη η πιο πάνω καταγγελία και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα πάγιες αντιμισθίες υπερημερίας, κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, λόγω της πιο πάνω καταγγελίας το εναγόμενο θα έπρεπε να καταβάλει στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 3 εδ.
α' περ. β' του Ν. 4194/2013 και με δεδομένο ότι η ενάγουσα είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο της καταγγελίας υπηρεσία 4 ετών όχι όμως 6 ετών στην εναγόμενη, ανέρχεται στο ποσό των [(1.704 ευρώ η συμφωνηθείσα αντιμισθία της ενάγουσας + 1/6 προσαύξηση αυτού λόγω αναλογίας Δώρων Εορτών και επιδόματος αδείας, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας) x 3 μηνιαίες παροχές] 5.964 ευρώ και επομένως το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των (5.964 ευρώ - 5.285,01 ευρώ που κατεβλήθη στην ενάγουσα για την ανωτέρω αιτία μετά την άσκηση της αγωγής και πριν τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) 678,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της ως άνω καταγγελίας ήτοι από 25.4.2019 μέχρι την εξόφληση. [....] Επειδή δε το εναγόμενο δεν κατέβαλε στην ενάγουσα πλήρως την ανωτέρω αποζημίωση που η τελευταία δικαιούται, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.4 του Ν.4194/2014 επιπλέον τις αποδοχές που λάμβανε κατά την ημέρα της καταγγελίας μέχρι την πλήρη καταβολή της αποζημίωσης αυτής.
Συνεπώς το εναγόμενο πρέπει να καταβάλει στην ενάγουσα ως ποινή, τις αντιμισθίες για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2019 και συνολικά το ποσό των (1704 x 6μήνες) 10.224 ευρώ [...]" Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμες τις περί του αντιθέτου εφέσεις των διαδίκων και επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλλει στην αναιρεσείουσα το πιο πάνω ποσό της διαφοράς στην αποζημίωση ύψους 678,99 ευρώ, πλέον α) του ποσού των 10.224 ευρώ ως αντιμισθίες για το χρονικό διάστημα από το Μάιο του 2019 έως τον Οκτώβριο του 2019, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο η κάθε επιμέρους αντιμισθία έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την εξόφληση, β) του ποσού των 32.966,20 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αντιμισθίες για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 2017 έως τον Απρίλιο του 2019, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα κατά τον οποίο η κάθε επιμέρους αντιμισθία έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την εξόφληση, γ) του ποσού των 363,50 ευρώ ως υπόλοιπο αποζημίωσης αδείας του 2019, με το νόμιμο τόκο από τις 25.4.2019 μέχρι την εξόφληση και δ) του ποσού των 1.267,20 ευρώ για την καταβολή εξόδων που βάρυνε το εναγόμενο και κατέβαλε η ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι εγκύρως καταγγέλθηκε από τον Πρόεδρο του αναιρεσίβλητου η σύμβαση έμμισθης εντολής αυτής ως δικηγόρου του αναιρεσίβλητου εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 65, 68 και 71 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 περ.
θ του εγκριθέντος με τη με αριθ. 6108/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καταστατικού του αναιρεσίβλητου σωματείου, αναγνωρισθέντος με τη με αριθ. 3941/1924 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στην οικεία στήλη των αναγνωρισμένων σωματείων που ορίζει ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την Εταιρία και διαχειρίζεται την περιουσία της και ιδία: ....
θ) διορίζει και απολύει το προσωπικό της Εταιρίας, ορίζει τις αποδοχές και τους εν γένει όρους εργασίας αυτού". Ο ανωτέρω λόγος κατά το μέρος που αφορά εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 65, 68 και 71 του ΑΚ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε (αν και με συνοπτική αιτιολογία) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι ο Πρόεδρος του αναιρεσίβλητου (ενήργησε) ως καταστατικό όργανο του τελευταίου.
Κατά το μέρος δε που η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια αφορά εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 1 περ. θ του καταστατικού του αναιρεσίβλητου, το οποίο (άρθρο) σημειωτέον ότι δεν επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα στην αγωγή της προς θεμελίωση λόγου ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας, αλλά επιγραμματικά διέλαβε στη σελ. 12 αυτής μόνο τη φράση "Μάλιστα το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, ..." ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση άρθρου του έχοντος συμβατική ισχύ καταστατικού του αναιρεσίβλητου δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 (ούτε από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο κρίνοντας νόμιμη την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής και ότι η επιδίωξη από την αναιρεσείουσα των οφειλομένων αντιμισθιών δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ως άνω καταγγελία παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη κρίση της ότι: α) ότι το αναιρεσίβλητο Σωματείο δεν προέβη στην καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής που είχε με την αναιρεσείουσα από λόγους εκδίκησης και μάλιστα λόγω νόμιμης επιδίωξης από αυτή (αναιρεσείουσα) της καταβολής των οφειλομένων από αυτό αντιμισθιών, δεδομένου ότι ήδη από το έτος 2015 η αναιρεσείουσα επεδίωκε την καταβολή τους και προέβαινε σε νομικές ενέργειες προς είσπραξή τους, όπως σύναψη πρακτικών δικαστικής μεσολάβησης, αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, κατασχέσεις εις χείρας τρίτων, β) ότι η μη άμεση καταβολή εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου Σωματείου της οφειλόμενης αποζημίωσης δεν καθιστά άκυρη την καταγγελία και γ) ότι με βάση τα παραπάνω περιστατικά δεν ασκείται καταχρηστικά η ένδικη αξίωση του ενάγοντα - αναιρεσίβλητου δικηγόρου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, καθ' όσον τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία και προβλήθηκαν με την αγωγή, προς θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, δεν καθιστούν αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής με την αναιρεσείουσα.
Το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο της καταγγελίας είχε προβεί στην άσκηση ανακοπών ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών με δική της δαπάνη προκειμένου να μην απωλεσθούν για το αναιρεσίβλητο οι σχετικές προθεσμίες δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την πιο πάνω καταγγελία, η δε αναφορά σε βάρος της, στον Δικηγορικό Σύλλογο από το αναιρεσίβλητο που αυτή επικαλείται, έλαβε χώρα μεταγενέστερα και ως εκ τούτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πιο πάνω καταγγελία.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Σωματείου να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός δεύτερος αληθώς από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι xρηματική ικανοποίηση παρέχεται, με την συνδρομή απαραιτήτως και του στοιχείου της υπαιτιότητας, και στις περιπτώσεις παρανόμων ενεργειών (πράξεων ή παραλείψεων) του εργοδότη, με τις οποίες προσβάλλεται η προσωπικότητα του εργαζομένου υπό οποιανδήποτε εκδήλωσή της (σωματική, ψυχική, πνευματική, κοινωνική, ΟλΑΠ 8/2008).
H άκυρη απόλυσή του είτε για τυπικούς λόγους είτε για λόγους που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν συνιστά αυτή καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας του εναγομένου ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κατά τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ούτε συνιστά αδικοπραξία και κατά περαιτέρω συνέπεια δεν θεμελιώνει αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας, αφού και αυτή προϋποθέτει αδικοπραξία.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το περιεχόμενο του από 23.4.2019 εξωδίκου του αναιρεσιβλήτου προς αυτή, με το οποίο κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής, δεν μείωσε το κύρος της ως Δικηγόρου, και δεν συνιστά αδικοπραξία με περαιτέρω συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητάς της και ούτω το αίτημα περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι μη νόμιμο, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 294, 914, 919, 920 και 932 ΑΚ.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεχθείσα ότι, και η άκυρη ακόμα καταγγελία δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου με περαιτέρω συνέπεια την προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις κρίνοντας ότι το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο.
Εξ άλλου μόνο η αναφορά στην από 23.4.2019 εξώδικη δήλωση του Προέδρου του αναιρεσίβλητου ότι είχε διαρρηχθεί ανεπανόρθωτα η ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης στην οποία θεμελιώνεται κάθε σύμβαση δικηγορικής εντολής, συνιστά κρίση αυτού μη επαγόμενη αυτή καθ' εαυτή παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, αφού δεν διαλαμβάνονται επιπλέον σε αυτή αναληθή περιστατικά δήθεν πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς ο σχετικός τρίτος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 46 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) που προβλέπει τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, όταν για το προσωπικό του εργοδότη ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία (ανεξάρτητα της υπαγωγής ή μη του δικηγόρου σε αυτόν) και του άρθρου 48 του Ν. 4611/2019 που προβλέπει την υποχρεωτική αιτιολόγηση της καταγγελίας του μισθωτού, μετά την κύρωση από την Ελλάδα του άρθρου 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη με το Ν. 4359/2016.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με την αίτηση αναίρεσης (παρά μόνο απαραδέκτως με το κατατεθέν μετά τη συζήτηση της αναίρεσης στις 3.11.2023 υπόμνημα) ότι ισχύει κανονισμός για το προσωπικό του αναιρεσίβλητου σωματείου που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία (ούτε και με την αγωγή της επικαλέσθηκε την ύπαρξη τέτοιου κανονισμού προς θεμελίωση της επικαλούμενης ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου) και συνεπώς ορθά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τη συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής.
Κατά το δεύτερο αυτού σκέλος ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 48 του Ν. 4611/2019 (ανεξαρτήτως του ότι αφορά την καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής επί καταγγελίας της έμμισθης εντολής δικηγόρου, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων) καταργήθηκε αναδρομικά, αφότου ίσχυσε, με το άρθρο 117 παρ. 2 του Ν. 4623/2019 (ΦΕΚ Α 134/9.8.2019).
Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του.
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, να καταλείπεται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το εάν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008, ΑΠ 14/2022, 319/2017).
Εξ άλλου ο από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προταθέντων πραγμάτων αφορά "πράγματα" δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής ή ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11 /1996).
Επομένως δεν συνιστούν "πράγματα" τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1094/2021, 237/2019, 598/2019, 625/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το ένα σκέλος αυτής προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα:
Α) τα εκδοθέντα τιμολόγια Δεκεμβρίου 2012, ποσού 1909,28 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, Β) τα εκδοθέντα τιμολόγια Φεβρουαρίου 2013, ποσού 1999,98 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, Γ) εκδοθέντα τιμολόγια Οκτωβρίου 2013 ποσού 5065,14 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, καθώς και τιμολόγια Σεπτεμβρίου 2013, ύψους 453,87 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% και τιμολόγια Αυγούστου 2013, ύψους 472,32 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%.
Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά των οποίων μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπ' όψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά", σε συνδυασμό με τις πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή κενά αιτιολογίες που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα.
Μάλιστα ρητώς διαλαμβάνεται σε αυτήν ότι η αναιρεσείουσα εξέδιδε κάθε φορά σχετικά φορολογικά στοιχεία για κάθε υπόθεση που αναλάμβανε και όχι ένα συγκεκριμένο ποσό ως αντιμισθία κάθε μήνα. Ο ως άνω λόγος κατά το σκέλος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον τα ως άνω προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την εν λόγω διάταξη.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ιδρύεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο απέρριψε αγωγή ή βάση αυτής ως αόριστη (ποσοτικά ή ποιοτικά), ενώ αυτή περιείχε όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για το κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορισμένο αυτής (ΑΠ77/2022,18/2020).
Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8, 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι χωρίς να λάβει υπ' όψη της τους ισχυρισμούς της, που παραδεκτά προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και τα επικαλούμενα και προσαγόμενα έγγραφα που αφορούσαν τα κάτωθι κονδύλια της αγωγής, κακώς απορρίφθηκαν ως αόριστα τα κονδύλια της αγωγής, τα αφορώντα:
α) για φωτοτυπίες δικογράφων και σχετικών εγγράφων για τη συζήτηση υποθέσεων του εναγομένου, ποσού 387,55 ευρώ, β) για μεγαρόσημα για παραλαβή επικυρωμένων αντιγράφων ποσού 69,20 ευρώ, γ) για ταξί που χρησιμοποίησε η ενάγουσα για τη μετάβασή της σε δικαστήρια και στα γραφεία του εναγομένου, ποσού 58,18 ευρώ και δ) ποσού 61,50ευρώ, που η ενάγουσα κατέβαλε στο δικαστικό επιμελητή Γ.
Κ. για κοινοποιήσεις στις οποίες αυτός είχε προβεί από το έτος 2015 και σε εξόφληση τιμολογίου στο όνομά του, με την αιτιολογία ότι ως προς το πρώτο από αυτά δεν αναφέρεται ποια έγγραφα και ποιες υποθέσεις του εναγομένου αφορούσαν οι φωτοτυπίες, ως προς το δεύτερο διότι δεν αναφέρεται για ποιες υποθέσεις του εναγομένου χρειάστηκε η παραλαβή επικυρωμένων αντιγράφων και η πληρωμή μεγαροσήμου, ως προς το τρίτο διότι δεν αναφέρονται οι ημερομηνίες χρησιμοποίησης ταξί και οι λόγοι μετάβασης της ενάγουσας σε δικαστήρια και γραφεία του εναγομένου, ώστε να προκύπτει ότι αυτή έγινε σε εκτέλεση εντολής του τελευταίου και ως προς το τέταρτο καθ' όσον δεν αναφέρονται οι ημερομηνίες και τα έγγραφα των οποίων η ενάγουσα προέβη σε επίδοση για λογαριασμό του εναγομένου καθώς και ο αριθμός του τιμολογίου.
Ο ως άνω λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά απέρριψε τα σχετικά κονδύλια της ένδικης αγωγής λόγω ποσοτικής αοριστίας, την οποία συνιστούσαν οι αναφερόμενες ως άνω ελλείψεις και μη εξειδικεύσεις.
Σημειώνεται ότι η κατά τ' ανωτέρω αοριστία δεν καλύπτεται από την εκτίμηση των προσκομιζόμενων με επίκληση αποδείξεων (έγγραφα) ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όπως αβασίμως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον πιο πάνω λόγο (ΑΠ 777/2022, 661/2020). Όσον αφορά τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 τουΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ' όσον οι ως άνω αιτιάσεις δεν συνιστούν "πράγμα", ενώ δεν ιδρύεται λόγος από το αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το Δικαστήριο δεν ερεύνησε κατ' ουσία το κεφάλαιο αυτό.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις και κατόπιν σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας παρέμβαση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που ασκήθηκε με το από 18.1.2023 και με αριθμό κατάθεσης .../2023 δικόγραφο.
Απορρίπτει την από 7.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης .../9.7.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 284/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ