Legislator Case Law & Legislation
491/2021 AI generated

Supreme Court dismisses insurance company's appeal regarding jurisdiction over a traffic accident case in Albania.

Case Number 491/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a traffic accident in Albania. The appellants argued that the lower court failed to declare inadmissible their claim that the driver resided in Greece, but the Court found this argument baseless. The Court ruled that the Second Instance Court correctly considered the appellants' arguments and evidence proving the driver's Greek residence, thereby establishing Greek jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527, 529, 559 of the Code of Civil Procedure; The lower court's consideration of new evidence and arguments regarding the defendant's residence constitutes a valid exercise of jurisdiction, precluding an appeal based on procedural inadmissibility.

Keywords

AI generated
jurisdiction traffic accident residence defendant Greece appeal inadmissibility applicable law Rome II insurance liability claim procedural evidence admissibility costs litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 74/2020
Supreme Court Case 364/2018
Supreme Court Case 1544/2010
Supreme Court Case 1306/2009
Supreme Court Case 1641/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 491 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 491/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρινέττα Γούναρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. (M.) Κ. (K.) του Ζ. (Z.) χας Σ. Κ., κατοίκου ... Αλβανίας, 2) Β. (V.) Κ. (K.) του Σ. (S.), προσωρινά διαμένοντος στο ... Κρήτης, 3) Β. (V.) Κ. (K.) του Σ. (S.), κατοίκου ... Αλβανίας και προσωρινά διαμένοντος στο ... Κρήτης, 4) Χ. (K.) Μ. (M.) του Σ. (S.), κατοίκου ... Αλβανίας, 5) Χ. (H.) Μ. (M.) του Σ. (S.), κατοίκου ... Αλβανίας, 6) Β. (V.) Τ. (T.) του Σ. (S.) και 7) Β. (V.) Τ. (C.) του Σ. (S.), κατοίκων ... Αλβανίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Δαμιανάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-05-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (η 1η ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τότε τέκνου της Β. Κ.-ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου) και του Σ. Μ. (S. M.), μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1236/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5403/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-06-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Η κρινόμενη από 18-06-2019 (αρ.κατ.561/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 5403/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική διαδρομή της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Οι ήδη αναιρεσίβλητοι -οικογένεια του θύματος, καθώς και ο Σ. Μ. του Σ., που σήμερα δεν είναι διάδικος, άσκησαν σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας την από 27-05-2014 (αρ.κατ. 4314/2014) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν, ότι σε τροχαίο δυστύχημα που συνέβη, στις 22-01-2014, στο ... της Αλβανίας, τραυματίστηκε θανάσιμα ο πεζός Σ.Κ. (S. K), Αλβανός υπήκοος, στενός συγγενής αυτών και ειδικότερα, νόμιμος σύζυγος, όσο ζούσε της 1ης ενάγουσας, πατέρας του 2ου ενάγοντα, υιός της 3ης ενάγουσας και αδελφός των λοιπών 4ου έως 7ης των εναγόντων, ότι το τροχαίο δυστύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) του με ελληνικές πινακίδες και αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο A. V., επίσης Αλβανός υπήκοος, του οποίο την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, με βάση την με αρ. ... σύμβαση ασφάλισης, που είχε καταρτιστεί στην Ελλάδα και την με αρ. ...2013 Πρόσθετη Πράξη Κλάδου Αυτοκινήτων, την οποία είχε εκδώσει η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία για τα εκτός του Ελλαδικού χώρου ατυχήματα και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του ανωτέρω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 27-12-2013 έως 26-03-2014.

Με το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες -οικογένεια του θύματος ζητούσαν να αναγνωριστεί, ότι η υπόχρεη έναντι αυτών εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα ποσά, που αναλυτικά ανέφεραν στην αγωγή και επί πλέον στην 1η ενάγουσα ατομικά αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας, καθώς επίσης, αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής ατομικά, σ' αυτήν ,αλλά και με την ιδιότητά της ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της και επίσης, για την ίδια αιτία αποζημίωση, ατομικά στην μητέρα του θύματος (3η ενάγουσα). Επί πλέον η 1η ενάγουσα αξίωνε αποζημίωση για την πλασματική αμοιβή θεραπαινίδος του ανηλίκου τέκνου, που πάσχει από νοητική στέρηση, ατομικά σ' αυτήν, αλλά και με την ιδιότητά της ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου ως άνω τέκνου, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1236/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, μετά τη νομότυπη παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο του τότε 4ου ενάγοντα, κατήργησε τη δίκη ως προς αυτόν και, αφού δίκασε κατ'αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, εφάρμοσε το Αλβανικό Δίκαιο λόγω της αδικοπραξίας του τροχαίου δυστυχήματος (άρθρο 26 ΑΚ) και, κατόπιν τούτου, δέχθηκε την αγωγή ως προς την 1η ενάγουσα ατομικά γι' αυτήν και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τότε τέκνου της (ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου) και ως προς την 3η ενάγουσα μητέρα του θύματος, στους οποίους επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 60.000 ευρώ στη χήρα, 80.000 ευρώ στο ανήλικο τέκνο και 10.000 ευρώ στη μητέρα του θύματος, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι το Αλβανικό δίκαιο δεν προβλέπει επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε άλλους συγγενείς, ούτε αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής και πλασματικής αμοιβής θεραπαινίδος.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 01-12-2016 (αρ.κατ. 500563/2013) έφεση, με την οποία ζητούσαν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως άνω απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή τους εξ ολοκλήρου. Επίσης, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 05-12-2016 (αρ.κατ. 500621/2016) έφεση, με την οποία ζητούσε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή, διότι, όπως υποστήριζε το Αλβανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε κανένα συγγενή.

Οι δύο αντίθετες εφέσεις συνεκδικάστηκαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών της, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, δέχθηκε αναφορικά με το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο ερευνώντας σχετικό λόγο της έφεσης της οικογένειας του θύματος ότι το ζημιογόνο όχημα είχε μόνιμο τόπο στάθμευσης στην Ελλάδα και έφερε ελληνικές πινακίδες κυκλοφορίας, ότι ήταν ασφαλισμένο από την ήδη αναιρεσείουσα ελληνική ασφαλιστική εταιρεία με βάση έγκυρο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την πρόσθετη πράξη αυτού, που είχαν καταρτιστεί στην Ελλάδα, ότι η ασφαλιστική εταιρεία είχε χορηγήσει στον ασφαλισμένο της, υπόχρεο οδηγό και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το με αρ.

GR/... Πιστοποιητικό Διεθνούς Ασφάλισης (πράσινη κάρτα) για την κυκλοφορία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου στην Αλβανία, ότι ο ασφαλισμένος οδηγός και το θύμα ήσαν Αλβανοί υπήκοοι και κατοικούσαν στην Ελλάδα και ότι η κατοχή του πιστοποιητικού διεθνούς ασφάλισης -πράσινης κάρτας από τον ασφαλισμένο από την ασφαλιστική εταιρεία οδηγό αποτελεί κατά πλάσμα νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ.6 του Ν.2696/1999 - Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και χάριν συντόμευσης, ΚΟΚ, πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας προς τους ζημιωθέντες τρίτους και εν προκειμένω προς τους συγγενείς του θύματος, για σύναψη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους και ότι η άσκηση της αγωγής από αυτούς συνιστά αποδοχή της πρότασης της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας.

Κατόπιν τούτου το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των συγγενών του θύματος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού διακράτησε την αγωγή, αξιολογώντας το νομικό χαρακτηρισμό της αγωγής με βάση την ιστορική της βάση, κατά τα ανωτέρω, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή των συγγενών του θύματος στηρίζεται στην σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρο 477 σε συνδ.361 ΑΚ), καθώς και στη σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου (άρθρο 11 του Ν. 489/1976) και ότι το αρμόζον δίκαιο με βάση τις ειδικές συνθήκες της σύμβασης, που αποδείχθηκαν είναι το Ελληνικό Δίκαιο κατά το άρθρο 25 ΑΚ.

Επίσης, με επάλληλη σκέψη δέχθηκε ότι και αν ακόμη ήθελε εκτιμηθεί, ότι οι αγωγικές αξιώσεις στηρίζονται στην αδικοπραξία του τροχαίου δυστυχήματος, όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφαρμοστέο είναι και στην περίπτωση αυτή το Ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.2 του με αρ. 864/2007 Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 11-07-2007 (Κανονισμός Ρώμη

ΙΙ) ,που εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές, καθόσον αποδείχθηκε ότι τόσο το θύμα όσο και ο υπαίτιος οδηγός κατοικούσαν στην Ελλάδα και συνεπώς, υπάγονται στην εξαίρεση του άρθρου 4 παρ.2, από τον κανόνα του άρθρου 4 παρ.1 του Κανονισμού, που ορίζει ότι εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας, στην οποία επέρχεται η ζημία.

Στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε το Ελληνικό δίκαιο και αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε όλους τους ενάγοντες- συγγενείς του θύματος και επί πλέον στην 1η ενάγουσα τα έξοδα κηδείας. Αντιθέτως, το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την αξίωση αποζημίωσης για στέρηση διατροφής της χήρας, ατομικά αλλά και για λογαριασμό του ανηλίκου τότε τέκνου της, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ίδια αξίωση της μητέρας του θύματος και ως μη νόμιμη την αξίωση αποζημίωσης για την πλασματική αμοιβή θεραπαινίδος.

Κατόπιν τούτου το Εφετείο επιδίκασε αναγνωριστικά στην 1η ενάγουσα - χήρα του θύματος (ήδη 1η αναιρεσίβλητη), το ποσό των 70.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και επί πλέον 862,28 ευρώ ως αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στον ανήλικο τότε γιο του θύματος (ήδη 2ο αναιρεσίβλητο) 70.000 ευρώ, στον ενήλικο γιο του θύματος (ήδη 3ο αναιρεσίβλητο) 70.000 ευρώ, στη μητέρα του θύματος (ήδη 4η αναιρεσίβλητη) 20.000 ευρώ και σε κάθε αδελφό του θύματος (ήδη 5ο έως 7η των αναιρεσιβλήτων) το ποσό των 15.000 ευρώ για την ίδια αιτία.

[Β] Οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 4 - 33 του ΑΚ καθορίζουν το στοιχείο, το οποίο δημιουργεί το σύνδεσμο ενός προσώπου ή μιας βιοτικής σχέσης με ορισμένη Πολιτεία και, λόγω του συνδέσμου τούτου, η σχέση ή η κατάσταση του προσώπου υποβάλλεται στη ρύθμιση του δικαίου της Πολιτείας αυτής. Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν μέρος του εγχώριου ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 525/2010, ΑΠ 3/2007, ΑΠ 1145/2003). Η συνδρομή των στοιχείων που δικαιολογούν την υποβολή της διαφοράς στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας αποτελεί ζήτημα πραγματικό και, ως εκ τούτου, διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Υπάγεται, όμως, στον έλεγχο αυτού το αν, τα δεκτά γενόμενα περιστατικά (ιθαγένεια, κατοικία, τόπος κατάρτισης ή εκτέλεσης της σύμβασης κλπ) υπήχθησαν ορθώς στη συγκεκριμένη διάταξη ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και, περαιτέρω, εάν η υπαγωγή αυτή επιφέρει ως συνέπεια την εφαρμογή του δικαίου, που εφάρμοσε το δικαστήριο (ΑΠ 1145/2003).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 26 ΑΚ, οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της Πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, το δίκαιο της Πολιτείας, στο έδαφος της οποίας διαπράχθηκε το αδίκημα ρυθμίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες ορισμένη πράξη συνιστά αδίκημα, την υποχρέωση προς αποζημίωση, την έκταση αυτής (άρθρ. 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, 931 ΑΚ), την παραγραφή και αν σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου τα μέλη της οικογένειάς του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υποχρέων (ΑΠ 3/2007, ΑΠ 1145/2003). Δεν είναι όμως η μόνη εφαρμοστέα διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί να καταστεί αναγκαία η προσφυγή και σε άλλη διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. 'Ετσι, για την κρίση του θέματος, αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 18, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή αν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα), ενώ το θέμα του ποιος φέρει τα έξοδα κηδείας συνδέεται με το πρόσωπο εκείνου, που είχε υποχρέωση να διατρέφει τον θανατωθέντα και, στην περίπτωση που ο θανών διατρεφόταν εξ ιδίων, με το πρόσωπο του κληρονόμου του (ΑΠ 3/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στο δίκαιο το οποίο διέπει τις ενοχές από σύμβαση, αυτές ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Το κατά το άρθρο δε 25 ΑΚ εφαρμοστέο δίκαιο διέπει το περιεχόμενο της σύμβασης, ήτοι την έκταση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών.

Περαιτέρω, σε περίπτωση ζημιάς από αυτοκινητικό ατύχημα, που προκαλείται σε τρίτο στο έδαφος ξένου κράτους ανακύπτει πρόβλημα καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, που θα καταλάβει τη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης και τις ενδεχόμενες αξιώσεις του θύματος κατά του ασφαλιστή και ιδιαίτερα αν το θύμα έχει άμεση ή ευθεία κατά τούτου αξίωση.

Οι βασικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δικαίων των πολιτειών προς τις οποίες ένα βιοτικό συμβάν παρουσιάζει σημεία επαφής αυξάνει το ενδιαφέρον για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, που θα υποδειχθεί από τον οικείο κανόνα του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, η προσφυγή στον οποίο είναι επιβεβλημένη, εφόσον η περίπτωση εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας.

Στον χώρο του ελληνικού δικαίου το ζήτημα αμφισβητείται και στην αμφισβήτηση συμβάλλει η εμφανιζόμενη σύνδεση του θέματος με το αδίκημα, η πρόκληση του οποίου δημιουργεί τον λόγο ευθύνης του ασφαλιστή. Το Δικαστήριο τούτο θεωρεί ως ορθή την άποψη, ότι εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ασφάλισης, οποιοδήποτε και αν είναι αυτό, όχι δε το δίκαιο της Πολιτείας, που συνέβη το ατύχημα, καθόσον ο τόπος του ατυχήματος είναι τυχαίο περιστατικό και δεν επιτρέπεται να βαρύνει αποφασιστικά.

Τέλος, στον χώρο της ασφάλισης της αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων (βλ. άρθρ. 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976), για την κατάρτιση της σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους (ΑΚ 477), ήτοι της περίπτωσης που χωρίς ειδική διαδοχή σε υφιστάμενη υποχρέωση προστίθεται στον πρώτο οφειλέτη και άλλος, δημιουργουμένης έτσι παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (ΑΚ 481), απαιτείται σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος που εμφανίζεται ως δικαιούχος της αποζημίωσης. Η πρόταση για κατάρτιση της σύμβασης υπάρχει και στην έκδοση και κατοχή της πράσινης κάρτας (πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης) από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η αποδοχή της πρότασης με την οποία τελειούται η σύμβαση μπορεί να γίνει και με την άσκηση της αγωγής από τον παθόντα. Εφαρμοστέο δε στην περίπτωση αυτή ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον πρόκειται για ενοχή από σύμβαση, είναι το υποδεικνυόμενο από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ (ΑΠ 1491/2013, πρβλ., επίσης, ΑΠ 1178/2019, ΑΠ 529/2009, ΑΠ 519/2007).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 εδ. α`, 5 παρ. 2 - 3, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1-2 , 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 και 43 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) συνάγεται ότι με την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα δημιουργείται εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, ενώ η κατάθεση από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην αστυνομική αρχή βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρεία ή η από τον ίδιο απόδειξη ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως αποτελούν, ειδικώς στην περίπτωση αυτή, πρόταση της έχουσας εκδώσει τη βεβαίωση ή το δελτίο ασφαλιστικής εταιρίας, με την αποδοχή της οποίας, που μπορεί να γίνει και με την άσκηση αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, η εκ της οποίας ευθύνη της αναδεχόμενης εταιρίας ρυθμίζεται από τα άρθρα 472 έως 475 ΑΚ, και έτσι η σε αδικοπραξία στηριζόμενη αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου προς αποζημίωσή του κατά της ασφαλιστικής εταιρείας υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή (ΑΠ 529/2009).

Εξάλλου, από 11-01-2009 ισχύει στη χώρα μας (σύμφωνα με το άρθρο 32 αυτού) ο Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11-07-2007, γνωστός ως Κανονισμός Ρώμη ΙΙ κατά το άρθρο 1 του οποίου -Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής-ορίζεται ότι «1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές αστικού και εμπορικού δικαίου, σε περίπτωση που περιλαμβάνουν σύγκρουση δικαίων. Δεν εφαρμόζεται, ιδίως, σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις, ούτε στην ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας ("acta iure imperii")».

Κατά δε το άρθρο 3 του ανωτέρω Κανονισμού- Οικουμενικός χαρακτήρας- ορίζεται ότι «Το καθοριζόμενο από τον παρόντα κανονισμό δίκαιο εφαρμόζεται ακόμη και αν δεν είναι το δίκαιο κράτους μέλους».

Επίσης, στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ II-ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΕΣ και κατά το άρθρο 4 του Κανονισμού -Γενικός κανόνας- ορίζεται ότι «1. Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.

2. Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.

3. Εάν, από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία».

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο Κανονισμός Ρώμη ΙΙ (άρθρο 4) εισάγει ως γενικό κανόνα την εφαρμογή του δικαίου της χώρας, στην οποία επέρχεται η ζημία , ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα (lex doci damni).

Παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό εισάγει η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Η τρίτη παράγραφος του ίδιου άρθρου εισάγει ρήτρα διαφυγής, ορίζοντας, ότι, εάν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη, από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 ,εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Η ανάγκη ασφάλειας του δικαίου επιβάλλει η ρήτρα διαφυγής να χρησιμοποιείται σπάνια. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου «ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία».

Ο Κανονισμός αυτός είναι άμεσης εφαρμογής (άρθρο 32 αυτού) για τα δεσμευόμενα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης και οι κρίσιμες ρυθμίσεις του καταλαμβάνουν τα πρόσωπα, που ανήκουν σε κράτη-μέλη δεσμευόμενα από τις ρυθμίσεις αυτές. Αν λοιπόν η αδικοπραξία, από την οποία επέρχεται η ζημία, τελείται σε ένα κράτος- μέλος της ΕΕ που δεσμεύεται από τη σχετική ρύθμιση και στο κράτος αυτό έχει την κατοικία του ή την έδρα του, αναλόγως αν πρόκειται περί φυσικού ή νομικού προσώπου, ο υπόχρεος προς αποζημίωση όμως ο ζημιωθείς έχει ιθαγένεια κράτους-μέλους μη δεσμευόμενου από την Κοινοτική ρύθμιση, τότε δεν εφαρμόζεται ο άνω Κανονισμός. Η βιοτική σχέση που φέρεται προς κρίση ενώπιον δικαστηρίου θα διέπεται , εφόσον φέρει στοιχείο αλλοδαπότητας ,από τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ (ΑΠ 1747/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337 338 και 559 αριθ. 1 και γ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των επικαλούμενων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.

Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνο που προβάλλεται από τους διαδίκους, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, ή να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση, ώστε δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εφόσον το Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα παρά των διαδίκων προταθέντα πραγματικά περιστατικά.

Εξάλλου, οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της το διατακτικό της, οπότε το Εφετείο ή ο Αρειος Πάγος μπορούν να τις συμπληρώσουν σύμφωνα με τα άρθρα 534 και 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 488/2010, ΑΠ 1958/2009, ΑΠ 1257/2009, ΑΠ 1468/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι` αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/2014).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός ,που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 74/2020, ΑΠ 1465/2018,ΑΠ 243/2015, ΑΠ 180/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1341/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 1486/2014).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

[Γ] Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων συγγενών του θύματος στηρίζονται στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, καθώς ότι η αναιρεσείουσα είχε δήθεν χορηγήσει στον ασφαλισμένο της υπαίτιο οδηγό το υπ'αρ. GR/... πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης - πράσινη κάρτα για την κυκλοφορία του αυτοκινήτου στην Αλβανία (τόπος δυστυχήματος), η κατοχή του οποίου αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσιβλήτους συγγενείς του θύματος για τη σύναψη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους στην Ελλάδα και ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής εναντίον της αποτελεί αποδοχή από αυτούς της ως άνω πρότασης της αναιρεσείουσας για την κατάρτιση σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, που διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο (άρθρα 477 και 361ΑΚ), έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν νόμιμα, διότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, στην ένδικη αγωγή ουδεμία αναφορά υπάρχει περί της απόδειξης κατοχής δελτίου διεθνούς ασφάλισης, παρά μόνον περί έκδοσης πρόσθετης πράξης κλάδου αυτοκινήτων εξωτερικού, που δεν εξομοιώνεται με την απόδειξη κατοχής εκ μέρους του υπαίτιου οδηγού της ως άνω πράσινης κάρτας.

Επίσης, με τους συναφείς 2ο και 3ο αναιρετικούς λόγους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο ασφαλισμένος υπαίτιος οδηγός (α) ήταν κάτοχος πράσινης κάρτας, αν και στην αγωγή δεν εκτίθενται τέτοια περιστατικά και (β) ότι με την επίδοση της ένδικης αγωγής στην αναιρεσείουσα καταρτίστηκε δήθεν σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους που διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο, παραβίασε ευθέως (Α) την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 43 παρ.6 του Ν.2696/1999- ΚΟΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, διότι τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αγωγής δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ο οποίος επιπρόσθετα, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν εφαρμόζεται, όταν το ατύχημα έχει συμβεί εκτός των ελληνικών συνόρων, όπως στην ένδικη περίπτωση που το τροχαίο δυστύχημα έγινε στην Αλβανία και (Β) την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών, τα οποία δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι περιεχόμενοι στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις με το να δεχτεί ότι καταρτίστηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους μεταξύ των διαδίκων, παραδεκτά προτείνονται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατ'αρ. 562 αρ.2 ΚΠολΔ, καθόσον με βάση τα εκτιθέμενα στους λόγους αυτούς εμπίπτουν στην εξαίρεση της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 της ανωτέρω διάταξης, διότι πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε εκ των προτέρων να γνωρίζει το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τη νομική αξιολόγηση της ένδικης αγωγής, την οποία δίκασε μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δεχόμενη ότι αυτή στηρίζεται στην σωρευτική αναδοχή χρέους.

Επομένως, η ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί απαράδεκτης προβολής του 1ου και του 2ου αναιρετικού λόγου το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να ερευνηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Περαιτέρω, από την ένδικη από 27-05-2014 αγωγή των μελών της οικογένειας του θύματος, ήδη αναιρεσίβλητου, που επισκοπείται επιτρεπτά κατ'άρ.561 αρ.2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες ανέφεραν στη σελίδα 2 αυτής, ότι το ζημιογόνο ΙΧΕ αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την υπ'αριθμόν ...

σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης για τις έναντι τρίτων ζημίες και ότι επί πλέον η αναιρεσείουσα είχε εκδώσει για τα εκτός του Ελλαδικού χώρου ατυχήματα την από 27-09-2013 με αριθμό ... Πρόσθετη Πράξη Κλάδου Αυτοκινήτων, Έκδοση Εξωτερικού, η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του πιο πάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Επίσης, στη σελίδα 14 της αγωγής αναφέρεται ρητά ότι «[…] για την ασφάλεια στο εξωτερικό μάλιστα έχει εκδοθεί σχετική βεβαίωση καλύψεως ατυχημάτων εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας […]». Εξάλλου,η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για ατυχήματα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είχε χορηγήσει στον ασφαλισμένο της οδηγό το με αριθμό GR/...

Πιστοποιητικό Διεθνούς Ασφάλισης- πράσινη κάρτα (βλ.σελ. 7α της προσβαλλόμενης απόφασης) και ότι η κατοχή του ανωτέρω πιστοποιητικού - πράσινης κάρτας αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας προς τους ζημιωθέντες τρίτους για τη σύναψη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους ,η δε άσκηση της αγωγής από τους συγγενείς του θύματος αποτελεί αποδοχή από αυτούς της ανωτέρω πρότασης και με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο αξιολογώντας τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής, τα οποία δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους (άρθρο 477 ΑΚ), από την οποία απορρέει η ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης με βάση τη σύμβαση ασφάλισης.

Επισημαίνεται επίσης, ότι πράγματι οι ενάγοντες δεν αναφέρουν στο αγωγικό δικόγραφο αριθμητικά τις διατάξεις των άρθων 477 ΑΚ και 43 παρ.6 του Ν.2696/1999- ΚΟΚ. Η παράλειψη αυτή όμως των νομικών διατάξεων δεν κωλύει το Δικαστήριο να προσδώσει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της αγωγής με βάση το περιεχόμενο της ιστορικής βάσης αυτής.

Τονίζεται επίσης, ότι η διάταξη του άρθρου 43 παρ.6 ΚΟΚ ορίζει ρητά ότι δεν εφαρμόζεται κατά του οδηγού η διάταξη του άρθρου 11 του Ν.ΓΠΝ/1911 περί κράτησης αυτού από την Αστυνομική Αρχή σε περίπτωση ατυχήματος, αν καταθέσει αποδεικτικό ασφάλισης του οχήματος ή «αν αποδείξει» ότι είναι κάτοχος δελτίου διεθνούς ασφάλισης, τα οποία αποτελούν δήλωση αναδοχής χρέους ασφαλιστικής κάλυψης.

Επομένως, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω ουσιαστικής διάταξης είναι ζήτημα «απόδειξης» εκ μέρους του οδηγού η κατοχή της πράσινης κάρτας και όταν τούτο συντρέχει κατά πλάσμα νόμου εκτιμάται ως πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας περί σύναψης σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους (αρ.477ΑΚ).

Το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, με βάση το ιστορούμενο από τους ενάγοντες πραγματικό μέρος της αγωγής και προέβη σε ορθή νομική αξιολόγηση αυτής ως στηριζόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 477 ΑΚ και 43 παρ.6 του Ν. 2696/1999 και αυτές σε συνδυασμό με την ευθύνη της από την ασφαλιστική σύμβαση, κατά το άρθρο 11 Ν.489/1976.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο για ατυχήματα στο εξωτερικό, περιστατικά που με πληρότητα εκτίθενται στην αγωγή και ότι ο οδηγός απέδειξε ότι κατείχε την πράσινη κάρτα,που είναι προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 43 παρ.6 ΚΟΚ, ώστε να μην κρατηθεί από την Αστυνομική Αρχή και συγχρόνως συνιστά πρόταση της ασφαλιστικής εταιρείας για τη σύναψη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, την οποία με σχετική βεβαίωση καλύψεως είχε εκδώσει η αναιρεσείουσα.

Επομένως, το Εφετείο με το να προβεί στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της αγωγής και να προσδώσει στην έννομη σχέση των διαδίκων, που αρκούντως περιγράφεται στην αγωγή , την αρμόζουσα νομική έννοια της σωρευτικής αναδοχής χρέους, χωρίς να δεσμεύεται από την άποψη των διαδίκων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη υπαγωγή ,εφόσον τα περιστατικά που συνιστούσαν την ιστορική βάση της αγωγής πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 477 ΑΚ και της διάταξης του άρθρου 43 παρ.6 του Ν.2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και συνεπώς δεν ιδρύεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ,αλλά ούτε εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ,διότι,αν το Δικαστήριο, με βάση τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αγωγής, καταλήξει σε διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό δεν υποπίπτει στην ανωτέρω πλημμέλεια της λήψης παρά το νόμο υπόψη «πραγμάτων», που δεν προτάθηκαν.

Και τούτο διότι όπως έχει εκτεθεί αν και στην αγωγή δεν μνημονεύονται αριθμητικά οι ανωτέρω διατάξεις , υφίσταται το πραγματικό τους με βάση το ιστορικό μέρος της αγωγής και με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δικαιολογείται το διατακτικό αυτής. Επομένως, κατόπιν τούτου, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.8α ΚΠολΔ και οι συναφείς 2ος και 3ος αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι ,διότι υπό την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμελειών η αναιρεσείουσα επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας αναφορικά με την κατοχή εκ μέρους του οδηγού της πράσινης κάρτας.

Περαιτέρω με τον 4ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 25 ΑΚ και του υπ'αρ. 864/2007 Κανονισμού Ρώμη ΙΙ ,με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι δήθεν η σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους καταρτίστηκε στην Ελλάδα και ότι εφαρμοστέο δίκαιο σύμφωνα με τις ειδικές συνθήκες της σύμβασης είναι το Ελληνικό παραβίασε ευθέως Α) την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, διότι τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της διάταξης αυτής, καθώς επίσης Β) τον Κανονισμό 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Συμβουλίου της 11-7-2007 (Ρώμη ΙΙ) με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή , διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η διαμονή του θύματος και του υπαίτιου οδηγού εντοπίζεται στην Αλβανία, άλλως διότι η Αλβανία συνδέεται στενότατα με την επίδικη διαφορά και συνακόλουθα, εφαρμοστέο είναι το Αλβανικό δίκαιο, όπου επήλθε η ζημία-θάνατος του θύματος.

Επίσης, με τον 5ο αναιρετικό λόγο, που είναι συναφής με τον προηγούμενο 4ο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο κατ'αρ. 25 ΑΚ ως το αρμόζον από το σύνολο των ειδικών συνθηκών της σύμβασης ασφάλισης και της σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, διότι δήθεν ο υπαίτιος ασφαλισμένος οδηγός και το θύμα ήταν Αλβανοί υπήκοοι, κατοικούσαν στην Ελλάδα , έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό του καθορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, που δεν περιέχεται στην ένδικη αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ερευνώμενα με τους 4ο και 5ο αναιρετικούς λόγους ζητήματα, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε για το νομικό ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου τα ακόλουθα:

«| […] Στην προκειμένη περίπτωση, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά αλλά και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύονται, σε σχέση με το ζήτημα του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, τα παρακάτω:

1) ότι το ζημιογόνο υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που προκάλεσε το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, στην Αλβανία, έφερε Ελληνικές πινακίδες, ήτοι είχε μόνιμο τόπο στάθμευσης στην Ελλάδα,

2) ότι κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος (22/1/2014), το ζημιογόνο υπ' αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας του A. V., ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτού, στην εναγομένη ελληνική ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, δυνάμει του υπ' αριθμ' .../2013 ασφαλιστηρίου συμβολαίου και της υπ' αριθμό .../2013 πρόσθετης πράξης ασφάλισης και η εναγομένη είχε χορηγήσει στον ασφαλισμένο της A. V. και το υπ' αριθμ. GR/... πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), για την κυκλοφορία του ως άνω αυτοκινήτου, στην Αλβανία, για το χρονικό διάστημα από 27/12/2013 έως 26/3/2014,

3) ότι η έδρα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας βρίσκεται στην Ελλάδα,

4) ότι η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση καταρτίστηκε στην Ελλάδα και διέπεται, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, από το Ελληνικό δίκαιο, ο τόπος δε εκτέλεσης αυτής είναι η Ελλάδα και

5) ότι κατά τον προ του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος χρόνοι α) ο κύριος και ο οδηγός του ζημιογόνου υπ' αριθμ. Κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, αλλά και ασφαλισμένος, με την ως άνω ασφαλιστική σύμβαση, A. V., υπήκοος Αλβανίας, κατοικούσε στην Ελλάδα και β) ο θανών S. K., υπήκοος Αλβανίας, κατοικούσε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του.

Επίσης, αποδείχθηκε, σε σχέση με το ζήτημα του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, ότι κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο υπαίτιος οδηγός A. V., ήταν εφοδιασμένος με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. GR/... πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα). Η κατοχή του ως άνω πιστοποιητικού, εκ μέρους του A.

V.. σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, αποτελεί, κατά πλάσμα του νόμου, πρόταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας προς τους ζημιωθέντες τρίτους, για σύναψη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, Η δε άσκηση της από 27-05-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4314/2014 υπό κρίση αγωγής εκ μέρους των εναγόντων, συγγενών του θανόντος S. K.

κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ,στην Ελλάδα, αποτελεί αποδοχή από τους ενάγοντες της ως άνω πρότασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Έτσι, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών, στην Ελλάδα, σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 477 του ΑΚ, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των ζημιωθέντων - εναγόντων, που δεν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό, σύμφωνα με τα άρθρα 472 - 475 του ΑΚ.

Επομένως, η υπό κρίση αγωγή στηρίζεται στην σύμβαση σωρευτικής αναδοχής - χρέους. Από όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι στην κρινόμενη υπόθεση, που αφορά σε ενοχή από σύμβαση και ειδικότερα από την σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους καθώς και από την ασφαλιστική σύμβαση, το εξ όλων των ειδικών συνθηκών αρμόζον δίκαιο είναι το ελληνικό.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις., που προαναφέρθηκαν, να εφαρμοσθεί, στην κρινόμενη υπόθεση, το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 25 του ΑΚ και όχι το υποδεικνυόμενο από την διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ (ενοχή από αδίκημα) αλβανικό δίκαιο, ως εκ του τόπου του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος (Αλβανία).

Αλλά και σύμφωνα με τον υπ' αριθμ 864/2007 Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 11/7/2007 (Κανονισμός Ρώμη II), που ισχύει στην χώρα μας από της 11-01-2009, και εφαρμόζεται στις εξωσυμβατικές ενοχές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτή που απορρέει από αδικοπραξία, εφαρμοστέο δίκαιο στην ένδικη υπόθεση είναι το Ελληνικό, καθόσον, κατά τον χρόνο του' ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, που έλαβε χώρα στην Αλβανία (22-01-2014), τόσο ο υπαίτιος A. V., όσο και ο θανών, S. K., Αλβανοί υπήκοοι, κατοικούσαν στην Ελλάδα (άρθρ. 2 και 4 παρ. 2 του ως άνω Κανονισμού). Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση εφάρμοσε στην ένδικη υπόθεση το αλβανικό δίκαιο ενώ έπρεπε να εφαρμόσει το Ελληνικό δίκαιο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου. Γι' αυτό, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο συναφής λόγος της υπό κρίση έφεσης των εναγόντων και να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο συναφής λόγος της υπό κρίση έφεσης της εναγομένης […].

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, το ζημιογόνο υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο A. V., ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτού, στην εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.". Ειδικότερα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2013 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που είχε καταρτισθεί, στην Αθήνα, μεταξύ του A.

V., Αλβανού υπηκόου, που κατοικούσε στην Ελλάδα (...) και της εναγομένης ελληνικής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα, η εναγομένη εταιρεία ασφάλισε το υπ’ αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητας αυτού, που έφερε ελληνικές πινακίδες κυκλοφορίας, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτού, από την κυκλοφορία του για το χρονικό διάστημα από 27-09-2013 έως 27-03-2014.

Επίσης, με βάση το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία εξέδωσε, στις 27-09-2013, την υπ' αριθμ’ .../2013 Πρόσθετη Πράξη ασφάλισης του ως άνω υπ' αρ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κυρίου του, A. V.., από την κυκλοφορία αυτού στην Αλβανία, για το χρονικό διάστημα από 27-12-2013 έως 26-03-2014, και γι' αυτό εκδόθηκε, το σχετικό υπ' αριθμ.

GR/... πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), για το ως άνω υπ' αρ, ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, για την κυκλοφορία αυτού, στην Αλβανία, για το χρονικό διάστημα από 27-12-2013 έως 26-03-2014. Η κατοχή, εκ μέρους του υπαίτιου οδηγού A. V., του ως άνω πιστοποιητικού διεθνούς ασφάλισης (πράσινης κάρτας), κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, αποτελεί, κατά ρητή επιταγή του νόμου, πρόταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας προς τους ζημιωθέντες από το ένδικο ατύχημα, για σύναψη σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους.

Με την άσκηση δε της υπό κρίση αγωγής, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την ως άνω πρόταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και, έτσι, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών, στην Ελλάδα, σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, στηριζόμενη στα άρθρα 361 και 477 του ΑΚ, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ενέχεται προς αποζημίωση των εναγόντων, συνεπεία του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος|».

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ορθά κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι στην ένδικη υπόθεση, που έχει στοιχεία αλλοδαπότητας (δυστύχημα στο εξωτερικό, υπαίτιος οδηγός, θύμα και συγγενείς του θύματος Αλβανοί υπήκοοι) εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό δίκαιο κατ' αρ. 25 ΑΚ, που αρμόζει στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους και στην ασφαλιστική σύμβαση, με βάση τις ειδικές συνθήκες αυτής και ειδικότερα, κατάρτιση αμφοτέρων των συμβάσεων στην Ελλάδα, από ελληνική ασφαλιστική εταιρεία με έδρα την Αθήνα, το ζημιογόνο αυτοκίνητο είχε μόνιμο τόπο στάθμευσης την Ελλάδα και έφερε ελληνικές πινακίδες κυκλοφορίας, ότι ο ασφαλισμένος οδηγός κατά το χρόνο του δυστυχήματος κατοικούσε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα, στην πόλη της ...

επί της οδού ... και ότι επίσης το θύμα κατοικούσε από 15ετίας στο ... της Κρήτης μαζί με την οικογένειά του, όπου εργαζόταν ως οικοδόμος. Εξάλλου, το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του, δέχθηκε ότι και εάν ακόμη εκτιμηθεί, ότι εφαρμοστέος είναι ο Κανονισμός Ρώμη ΙΙ, που διέπει τις εξωσυμβατικές ενοχές, άρα και την αδικοπραξία του ένδικου τροχαίου δυστυχήματος, που συνέβη στην Αλβανία και στην περίπτωση αυτή εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 και 4 παρ.2 του Κανονισμού αυτού, καθόσον ο υπαίτιος οδηγός και το θύμα κατά το χρόνο του δυστυχήματος κατοικούσαν στην Ελλάδα και συνεπώς, ενεργοποιήθηκε η εξαίρεση από τον κανόνα, ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο του τόπου που επήλθε η ζημία, δηλαδή του τροχαίου δυστυχήματος και εφαρμόζεται το δίκαιο της συνήθους διαμονής του υπαιτίου και του ζημιωθέντα ,δηλαδή στην ένδικη υπόθεση το Ελληνικό δίκαιο.

Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 25 ΑΚ και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τον Κανονισμό Ρώμη ΙΙ, αναφορικά με τον γενικό κανόνα του άρθρου 4 παρ.1 αυτού, με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου ,τους οποίους δεν παραβίασε ευθέως.

Κατόπιν τούτου ο 4ος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος επίσης και ο συναφής 5ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α'ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι- οικογένεια του θύματος , στη σελίδα 3 και 4 της αγωγής τους αναφέρουν, ότι το θύμα κατά την τελευταία δεκαετία διέμενε οικογενειακά στο ...

Κρήτης, όπου εργαζόταν σε οικοδομικές εργασίες και στη σελίδα 15 της αγωγής ρητά επίσης αναφέρεται ότι εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό δίκαιο της σύμβασης ασφάλισης, η οποία καταρτίστηκε στην Ελλάδα. Επομένως, το Εφετείο εφαρμόζοντας το Ελληνικό δίκαιο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και ο σχετικός 5ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 362/2017, ΑΠ 1620/2017, ΑΠ 371/2008).

Εξάλλου, κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 αυτού. Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως), αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 1674/2017, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 1043/2010, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 84/2015).

Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 74/2020, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).

Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος το πρώτον απαραδέκτως υποβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο περί της κατοικίας του υπαιτίου οδηγού δήθεν στην Ελλάδα.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο παραδεκτά έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων- συγγενών του θύματος -τότε εφεσιβλήτων ,που το πρώτον υποβλήθηκε ενώπιον του παραδεκτά κατ' αρ. 527 ΚΠολΔ, προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή υποστήριζε ότι εφαρμοστέο είναι το Αλβανικό δίκαιο, λόγω του τόπου της αδικοπραξίας του τροχαίου δυστυχήματος (αρ. 26 ΑΚ και Κανονισμός Ρώμη ΙΙ). Ειδικότερα, η 1η και 4η των αναιρεσιβλήτων ως εφεσίβλητες, με τις από 29-01-2018 κατ'έφεση προτάσεις τους (βλ.σελ.2 αυτών) για την αντίκρουση της έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας ,αλλά και όλοι οι αναιρεσίβλητοι ως εκκαλούντες (βλ.σελ. 3 της έφεσής τους) παραδεκτά ισχυρίστηκαν, ότι εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό δίκαιο. Επίσης, παραδεκτά κατ'αρ. 529 ΚΠολΔ προσκόμισαν ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου νέα αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι ο υπαίτιος οδηγός, κατοικούσε στην ... επί της οδού ... και ότι επίσης, στη σύμβαση ασφάλισης που είχε καταρτιστεί στην Ελλάδα, αναγράφεται η ανωτέρω διεύθυνση της κατοικίας του στην Ελλάδα (βλ. σελ. 5-6 των κατ'έφεση προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ως εκκαλούντων).

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 περ.Βδ'ΚΠολΔ).Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-06-2019 (αρ.κατ. 561/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 5403/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ