491/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated491/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στην ηττωμένη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 491 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 491/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ό. χήρας Σ. Σ., ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Ηλιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2. Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένουσας ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Δίγκα - Χαρδαλιά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2016 του ιδίου Δικαστηρίου, 409/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-4-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αρ. 1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Προσέτι, κατά την ίδια, ως άνω, διάταξη αρ. 8 θεμελιώνεται αναιρετήριος λόγος "αν το δικαστήριο παρά το νόμο ... δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα" κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, σημειουμένου, ότι δεν έχει σημασία αν οι ισχυρισμοί αυτοί περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων, εφόσον προβλήθηκαν εγκαίρως, νομοτύπως, είναι ορισμένοι από νομική και ουσιαστική πλευρά και έχουν ουσιώδη επίδραση, με συνέπεια, αν αποδειχθούν αληθινοί, την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας, την διεξαγωγή αποδείξεως ή τα μέσα αυτής, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκου μέσου, το κύρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κ.ο.κ.
Περαιτέρω, συμφώνως προς τον αρ. 11γ του άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. 'Ετι περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια υπό την έννοια ότι παραβίασε κατά την ερμηνεία τους τις εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις 1509 και 1835 του ΑΚ, αφού: Η (επίδικη) γονική παροχή του αποβιώσαντος συζύγου της προς τις νυν αναιρεσίβλητες θυγατέρες του δεν εδόθη για την δημιουργία ή την διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, ούτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αφού αυτές (αναιρεσίβλητες) ήταν τόσον οικονομικώς (επαγγελματικώς), όσο και οικογενειακώς αποκατεστημένες και για τους λόγους αυτούς αυτή η περιουσιακή επίδοση υπερέβη το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και συνεπώς η επίδοση αυτή αποτελεί δωρεά ως προς το υπερβάλλον και προσβάλλεται ως άστοργη, καθόσον θίγει την νόμιμη μοίρα που αυτή (αναιρεσείουσα) δικαιούται.
Γιαυτό και έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν προσέδωσε την ορθή ερμηνεία στους εφαρμοστέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρονται. Ωσαύτως η αναιρεσείουσα καταλογίζει εν κατακλείδι, ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, κατά παρερμηνεία (και) της από 22-7-2014 ιδιόγραφης διαθήκης του συζύγου της, δέχθηκε, ότι ο διαθέτης επιθυμούσε να περιέλθουν σε αυτήν κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της τα περιουσιακά στοιχεία που θα υπήρχαν κατά τον χρόνο του θανάτου του και όχι να ανατραπούν οι προ δωδεκαετίας γενόμενες γονικές παροχές, τότε που δεν υπήρχε η έννομη σχέση του γάμου αυτής (αναιρεσείουσας) με τον ανωτέρω διαθέτη.
Εν τούτοις, η πραγματική βούληση του συζύγου της ήταν να λάβει αυτή την νόμιμη μοίρα της από όλα τα ακίνητα, δίχως να εξαιρεί τις προρρηθείσες γονικές παροχές.
ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν νομίμως και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις με αριθμούς 2213-4-5/12-10-2015 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ.
Τ., Β. Β., Ε. Ν. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, την υπ'αριθμό 526/5-10-2015 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ι. Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Κ., που λήφθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των εναγομένων - εφεσιβλήτων, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων στα οποία περιλαμβάνονται οι υπ'αριθμ. 3072/18-2-2015, 411-2/18-2-2015 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 9 Νοεμβρίου 2014 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη ο Σ. Σ. σε ηλικία ..ετών, πλησιέστεροι συγγενείς του οποίου ήταν η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, τέταρτη κατά σειρά σύζυγος του, με την οποία τέλεσε γάμο το έτος 2011 σε προχωρημένη ηλικία και οι εναγόμενες-εφεσίβλητες, τέκνα που είχε αποκτήσει από προηγούμενο γάμο του με την Μ.
Κ.. Ο θανών κατέλιπε την από 22-7-2014 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ'αριθμό 384/2015 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ'αριθμό 92/2015 πράξη. Στην διαθήκη όριζε ως νόμιμη κληρονόμο την εκκαλούσα - σύζυγο του κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας. Κατά το χρόνο όμως του θανάτου δεν υπήρχε κληρονομιαία περιουσία, όπως συνομολογούν οι διάδικοι.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος το έτος 2002, δηλαδή δώδεκα χρόνια πριν από το θάνατό του, προέβη στη σύσταση γονικών παροχών προς τις εναγόμενες - θυγατέρες του. Ειδικότερα με το υπ'αριθμό 2376/21-6-2002 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Γ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... (τόμος 630, αριθ. 55) μεταβίβασε στις εναγόμενες-εφεσίβλητες τα παρακάτω αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία:
α) τη ψιλή κυριότητα μιάς διώροφης οικοδομής που έχει ανεγερθεί στο υπ'αριθμό 267 οικόπεδο του 41 οικοδομικού τετραγώνου στην πόλη των ... επί της συμβολής των Β. Γ. (ήδη Εθνικής Αντίστασης) και Δ.Τ., εμβαδού 34 τμ, αποτελούμενη από ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 27 τμ μετά του κάτωθι αυτού υπογείου χώρου και ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εμβαδού 33 τμ και β) την πλήρη κυριότητα ποσοστού 50/100 εξ αδιαιρέτου και τη ψιλή κυριότητα ποσοστού 50/100 εξ αδιαιρέτου του υπ'αριθμό 254 οικοπέδου του 39 οικοδομικού τετραγώνου που βρίσκεται στα ...
επί των οδών Δ.Τ. και Ελιγμών μετά των επ'αυτού επτά (7) ισογείων καταστημάτων με τα παραρτήματα και παρακολουθήματά τους, από τα οποία τα τέσσερα εμβαδού 178 τμ, 30 τμ, 45 τμ και 40 τμ έχουν πρόσοψη στην οδό Δ.Τ., το ένα εμβαδού 36 τμ, είναι γωνιακό με προσόψεις στις οδούς Δ.Τ. και Ελιγμών και τα άλλα δύο εμβαδού το καθένα 37 τμ έχουν πρόσοψη στην οδό Ελιγμών.
Με το προαναφερόμενο συμβόλαιο ο παρέχων παρακράτησε την επικαρπία εφόρου ζωής της ως άνω οικοδομής και ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου των καταστημάτων. Με το υπ'αριθμό .../6-4-2012 τροποποιητικό συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου συμφωνήθηκε η παρακρατηθείσα από τον παρέχοντα επικαρπία να είναι αμεταβίβαστη κατά τα διαλαμβανόμενα λεπτομερώς στο συμβόλαιο, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο παρέχων επιθυμούσε να περιέλθει μετά το θάνατό του η πλήρης κυριότητα των δωρηθέντων ακινήτων στις εναγόμενες - θυγατέρες του.
Κατά το χρόνο που έγινε η γονική παροχή των ως άνω ακινήτων η πρώτη από τις εφεσίβλητες Γ. Σ. ήταν ηλικίας 32 ετών, απόφοιτος της ανώτατης σχολής εμπορικών επιστημών Αθηνών (ΑΣΟΕΕ), έκανε μεταπτυχιακές σπουδές και δεν εργαζόταν. Η δεύτερη Α. Σ., ηλικίας 30 ετών, ήταν απόφοιτη της Νομικής Σχολής Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων στην Αγγλία, είχε τελέσει γάμο με Ισπανό υπήκοο και εργαζόταν σε ιδιωτική επιχείρηση στη Μαδρίτη.
Οι προαναφερόμενες είχαν εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων. Ο παρέχων -πατέρας των εφεσιβλήτων, ηλικίας 70 ετών κατά το χρόνο των παροχών, ήταν έμπορος στην πόλη των Μουδανιών και διέθετε αξιόλογη περιουσία αποτελούμενη από ακίνητα τα οποία εκμίσθωνε. Τα μοναδικά τέκνα τα οποία είχε ήταν οι εναγόμενες θυγατέρες του που απέκτησε από το δεύτερο γάμο του με τη Μ.
Κ. που λύθηκε το έτος 1992. Από τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι οι προαναφερόμενες γονικές παροχές του κληρονομούμενου έγιναν από αγάπη προς τα μοναδικά του τέκνα, ο οποίος επιθυμούσε να εξασφαλίσει αυτά οικονομικά συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στη διατήρηση της οικογενειακής και οικονομικής τους αυτοτέλειας.
Συνεπώς οι γονικές παροχές δεν αποτελούν στο σύνολό τους δωρεές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα-εκκαλούσα, αφού δεν υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, ενόψει της οικονομικής κατάστασης και της κοινωνικής θέσης του παρέχοντος γονέα, τη νεαρή ηλικία των θυγατέρων του από τις οποίες η μεγαλύτερη Γ.
δεν είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά, ενώ η μικρότερη Α. είχε τελέσει γάμο το έτος 1998, καθώς και το γεγονός ότι ο ίδιος ο παρέχων, κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε άλλες υποχρεώσεις που συναρτώνται με την οικογενειακή του κατάσταση, δεδομένου ότι την ενάγουσα γνώρισε το έτος 2005 και τέλεσε γάμο το έτος 2011, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από τότε που έγιναν οι γονικές παροχές.
Εφόσον αποδείχθηκε ότι οι επίδικες γονικές παροχές είναι μέσα στα όρια που επιβάλλουν οι περιστάσεις χωρίς να αποτελούν δωρεές, δεν μπορούν να προσβληθούν ως "άστοργες", έστω και αν ακόμη θίγεται η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας -εκκαλούσας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη. Εξάλλου με την από 22-7-2014 ιδιόγραφη διαθήκη ο διαθέτης επιθυμούσε να περιέλθουν στην ενάγουσα - σύζυγό του κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τα περιουσιακά του στοιχεία που θα υπήρχαν κατά το χρόνο του θανάτου του και όχι να ανατραπούν οι γονικές παροχές στις οποίες προέβη δώδεκα χρόνια πριν από το θάνατό του υπό τις περιστάσεις που παραπάνω εκτίθενται, χωρίς να υφίσταται κατά το χρόνο που έγιναν η έννομη σχέση του γάμου μεταξύ αυτού και της ενάγουσας.
Συνεπώς η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
IV. H επισκόπηση των παραδοχών είναι το εφαλτήριο της αβασιμότητος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, τούτου δοθέντος, καθόσον, υπό τα δεκτά υπό του Εφετείου γενόμενα, για τον Σ. Σ. πεμπτουσία και πρωταρχική επιδίωξή του ήταν η υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις διατήρηση της οικογενειακής και οικονομικής αυτοτέλειας των αναιρεσιβλήτων. Το γεγονός αυτό (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της εφετειακής αποφάσεως) μονοδρομεί την αναιρετική δικανική κρίση, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προσηκόντως διέλαβε στο πόρισμά του την παραδοχή (υπό τα πραγματικά δεδομένα που έκανε δεκτά, όπως προεκτίθεται), ότι οι γενόμενες γονικές παροχές είχαν καταστεί απυρόβλητες ανατροπής, αφού είχαν λάβει χώρα με έρεισμα την μη υπέρβαση του προσήκοντος μέτρου (βάσει των συντρεξασών συγκεκριμένων περιστάσεων τόσον από πλευράς του παρασχόντος, όσο και εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων) και με γνώμονα την διατηρησιμότητα της αυτοτέλειας αυτών (οικογενειακής - οικονομικής), παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αβασίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
V. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του "διολίσθησε" στην κατ' άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι δεν έλαβε υπόψιν (?παρέβλεψε) τον πραγματικό ισχυρισμό της εν σχέσει προς την οικογενειακή και οικονομική αυτοτέλεια των αναιρεσιβλήτων, αυτοτέλεια η οποία προσδίδει στην επίδικη γονική παροχή του αποβιώσαντος συζύγου της προς τις αναιρεσίβλητες τον (αληθή) χαρακτηρισμό της δωρεάς και η οποία θα πρέπει να ανατραπεί αφενός ως χαριστική δικαιοπραξία υπό την έννοια του άρθρου 1831 ΑΚ και αφετέρου διότι η κληρονομία που υπήρχε κατά τον χρόνο θανάτου του συζύγου της δεν επαρκούσε για να καλύψει την νόμιμη μοίρα.
Συνεπώς, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, εσφαλμένα η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι οι γονικές παροχές του θανόντος συζύγου της προς τις δύο θυγατέρες του - αναιρεσίβλητες δεν ξεπερνούν το μέτρο και δεν αποτελούν δωρεά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως υπό το προειπωθέν περιεχόμενο είναι απαράδεκτος, αφού εν προκειμένω ο κατά την αναιρεσείουσα πραγματικός ισχυρισμός δεν είναι "πράγμα" κατά την ανωτέρω αναλυθείσα νομική έννοια, αλλά συνιστά αιτίαση εκφοράς λόγου αρνητικής θέσεως στην αντίστοιχη (προρρηθείσα) παραδοχή του πορίσματος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή η εν είδει αρνήσεως τοιαύτη (προαναφερθείσα) αντίκρουση της παραδοχής του πορίσματος δεν αποτελεί "πράγμα", όπως ανωτέρω αναπτύχθηκε.
VI. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψιν τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα και δη αντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων και βεβαιώσεις περιουσιακής καταστάσεως, ως και τις εμπεριεχόμενες στα 4/2016 πρακτικά του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής καταθέσεις μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως (κατά την αντιστοίχως κατηγοριοποιημένη ανάλυση, που αναφέρεται στο αναιρετήριο). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης εδράζεται σε όλα τα ενώπιον του Εφετείου με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), όπως άλλωστε ρητώς αναγράφεται και στην προμετωπίδα του πορίσματος, ενώ δεν ισοδυναμεί με μη λήψη υπόψιν το ότι το Εφετείο ακολούθησε διαφορετική γραμμή δικανικής "πλεύσεως" από τα συμφέροντα την αναιρεσείουσα και υπ'αυτής εννόμως επιδιωκόμενα.
VII. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Εφετείο βαρύνεται με την κατ' άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι υφίσταται πλήρης αντίφαση μεταξύ των αιτιολογικών πορισμάτων της πρωτόδικης αφενός αποφάσεως, 4/2016, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και της αναιρεσιβαλλομένης αφετέρου, δημιουργουμένης συγχύσεως και αντιφατικών αιτιολογιών μεταξύ τους. Η δε προσβαλλομένη δεν έχει επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά ανεπαρκή τοιαύτη ως προς το ουσιώδες ζήτημα του μέτρου χαρακτηρισμού μιας γονικής παροχής ως δωρεάς, μη αναφερομένης ούτε καν λεκτικώς της καταθέσεως της μάρτυρός της και μη θεμελιουμένης αυτής σε γεγονότα και έγγραφα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, τόσο καθό μέρος γίνεται συγκριτική αντιπαραβολή των αιτιολογιών των δύο δικαστηρίων της ουσίας, ως άνω, όσο και κατά τα λοιπά, που συνιστά πλήξη της περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσεως του Εφετείου επί της προσβαλλομένης αποφάσεως.
VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθεί στην ηττωμένη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2017 αίτηση της Ό. χας Σ. Σ., περί αναιρέσεως της 409/2017 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€). ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ