491/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6193/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2404/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated491/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 23/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 491 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 491/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Θεοδώρα Μήτσιου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6193/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2404/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/7/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 23/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4,559 αρ. 4 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (Ολ . ΑΠ 293/1981). Περαιτέρω το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1 ότι, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ.
ΑΠ 138/1966). Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ. ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, ΑΕΔ 28/2011, AEΔ 3/1999, Ολ. ΑΠ 7/2001, 8/2000, ΑΠ 901/11, ΑΠ 1378/11).
Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί υποθέσεως μη υπαγομένης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ενόψει του χαρακτήρα της καταταχθείσας προς κρίση διαφοράς ως διοικητικής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα εξέθεσε σ’ αυτό, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 14-01-2010 έως 31.05.2010, χωρίς δημόσια σύμβαση προμηθείας συναφθείσα στα πλαίσια δημοσίων ανοικτών διαγωνισμών, πώλησε και παρέδωσε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών με διαδοχικές σχετικές συμβάσεις, τα αναφερόμενα στην αγωγή προϊόντα της, (αντιδραστήρια και συνοδευτικούς αναλυτές και αναλώσιμα υλικά), συνολικού τιμήματος 162.125,70 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος ΦΠΑ), εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, τα οποία επίσης αναφέρονται αναλυτικώς στην αγωγή και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ανεξάρτητη υπηρεσία του οποίου αποτελεί το πιο πάνω νοσοκομείο, παρά την ανεπιφύλακτη παραλαβή των πωληθέντων προϊόντων και την αποδοχή της οφειλής του, δεν έχει εξοφλήσει το τίμημα αυτών.
Ζήτησε ακολούθως με την αγωγή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με βάση τις περί πωλήσεως διατάξεις, άλλως και επικουρικώς τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να της καταβάλει το παραπάνω ποσό νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες σ’ αυτό (αγωγικό δικόγραφο) διακρίσεις.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, μετ’ απόρριψη, ως αβάσιμης, της από το αναιρεσείον ασκηθείσας, κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (6193/2012 Πολ. Πρωτ. Αθηνών), εφέσεως και της δι’ αυτής με σχετικό λόγο, επανυποβληθείσας ενστάσεως ελλείψεως δικαιοδοσίας, έκανε δεκτή την παραπάνω αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη δεχθείσα, κατά την ενδιαφέρουσα την παρούσα υπόθεση παραδοχή, ότι η καταχθείσα προς κρίση ως άνω υπόθεση αφορούσε σε διαφορά ιδιωτικού δικαίου.
‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του δεχόμενο, ορθώς, τον, ιδιωτικού δικαίου, χαρακτήρα της επίδικης διαφοράς, καθόσον, ούτε εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε προέκυψε, κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης, συναγομένη από τη διατύπωση " και αν ακόμη είχαν συμφωνηθεί μονομερείς επεμβάσεις", ότι η επίδικη σύμβαση πώλησης, είτε περιείχε όρους παρέχοντας στο συμβαλλόμενο αναιρεσείον Ελ.
Δημόσιο δυνατότητα μονομερών επεμβάσεων, δημιουργικών εξαιρετικού γι’ αυτό συμβατικού καθεστώτος, είτε διέπονταν από ιδιαίτερο υπέρ αυτού προβλεπόμενο νομικό καθεστώς, αλλά, κατά την υποστηρίζουσα την παραπάνω κρίση ρητή παραδοχή περιείχε "μόνο ρήτρες του κοινού δικαίου, οι οποίες θα μπορούσαν να περιληφθούν και σε οποιαδήποτε άλλη σύμβαση πωλήσεως με ιδιώτη" με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να μην υφίσταται κατάφαση της προβαλλομένης από το αναιρεσείον ενστάσεως (ελλείψεως δικαιοδοσίας), απορριπτομένης, συνακολούθως, ως αβάσιμης της, με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο προβαλλομένης αιτιάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων, και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957 ( Ολ ΑΠ 5/2002, ΑΠ 725/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-7-14 και με αριθ. καταθ. ...2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου προς αναίρεση της 2404/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από διακόσια εννενήντα (290) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαϊου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ