491/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7835/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 640/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2012 αίτησή του και τους από 28/1/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated491/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έγινε νομότυπος περιορισμός του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να γίνεται σαφής αναφορά ότι κατεβλήθη το προσήκον δικαστικό ένσημο για το ποσό των 60.000 ευρώ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 491 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 491/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντούμα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7835/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 640/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/6/2012 αίτησή του και τους από 28/1/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 20/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως και των προσθέτων λόγων κατά της υπ’ αριθμ. 640/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου απ’ τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις.
Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου, όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παρ.2 του ΝΔ 1544/1942 και 11 του ΝΔ 4189/1961 και τούτο διότι οι εν λόγω διατάξεις εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου των, που καθορίζουν ως προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας την προηγούμενη καταβολή δικαστικού ενσήμου, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων.
Ειδικότερα όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 2 του ΝΔ 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι’ αυτό σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων αυτών δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ.6 ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην αλλά κατ’ αντιμωλίαν (ΑΠ 204/2014, ΑΠ 936/2011, ΑΠ 2365/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ’ εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής (και τέτοιο περιορισμό αποτελεί και η μετατροπή του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό), θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 εδ.β’ ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και μπορεί να γίνει, όχι μόνο με τις προτάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 223 αυτού αλλά κατ’ ανάλογη εφαρμογή του αρθρ.297 αυτού και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 315/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι παρά το νόμο δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έγινε νομότυπος περιορισμός του αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να γίνεται σαφής αναφορά ότι κατεβλήθη το προσήκον δικαστικό ένσημο για το ποσό των 60.000 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι σύμφωνα με τ’ ανωτέρω αναφερόμενα απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1320/2010) ως αφορών δικονομική διάταξη που ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της παραστάσεως του ενάγοντος.
ΙΙ. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση του δικαστηρίου διότι με το να μη απορρίψει την αντίθετη έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικασθεί μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως και ως εκ τούτου με το να μη του επιβάλλει δικαστική δαπάνη, παραβίασε τη διάταξη του αρθρ.176 ΚΠολΔ και επιδίκασε αίτημα μη ζητηθέν και διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά παραβίαση του αρθρ.559 αριθ.1, 9, 14 και 19 ΚΠολΔ.
Η διάταξη του αρθρ.176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 218/2003) και ελέγχεται από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας (ΑΠ 685/2005, ΑΠ 77/2014), ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 613/2010, ΑΠ 214/2010) η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ (ΑΠ 1515/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις "λόγω της προδήλου, ως στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως συναφείας τους και γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (αρθ. 246 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ).
Εν συνέχεια δε προέβη σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, συνεπεία της εφέσεως του ερημοδικασθέντος στον πρώτο βαθμό εναγομένου, αλλά, κατ’ επέκταση και της εφέσεως του ενάγοντος, διώκοντος ομοίως την επανάκριση της υποθέσεως του επί τω τέλει πλήρους παραδοχής της αγωγής του, αφού δεν είναι νοητό να χωρήσει παράλληλη και ανεξάρτητη κρίση επ’ αυτής, που θα οδηγούσε σε επικύρωση ή μεταρρύθμιση ανυπάρκτου, της ήδη αναγκαίως εξαφανιζομένη εκκαλουμένης" Τέλος δε επιδίκασε σε βάρος του εναγομένου μέρος των δικαστικών εξόδων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Ενόψει των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος καθόσον το δικαστήριο εφάρμοσε ορθά τα αρθρ.178 και 183 ΚΠολΔ και δεν παραβίασε αυτά (όπως και πράγματι ζητήθηκε) χωρίς να υπάρχουν αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1567/2010).
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση διότι δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, ενώ έπρεπε να κριθεί αυτή ως αόριστη και να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά το νόμο της αγωγής.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (αρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) σ’ αυτό εκτίθενται με σαφήνεια ότι ο εναγόμενος με την από 15-10-2007 (αριθ.καταθ.46674/2007) αγωγή του, διέλαβε τα αναφερόμενα για το πρόσωπο του ενάγοντος γεγονότα και ειδικότερα ότι ο ενάγων, με την ιδιότητά του ως Προέδρου του Πενταμελούς Εφετείου (ποινικού) Θεσσαλονίκης τέλεσε τόσο το αδίκημα ψευδούς βεβαίωσης όσο και εκείνο της πλαστογραφίας, παραποιώντας τα υπ’ αριθμ.297- 298 - 302/2001 πρακτικά του ως άνω δικαστηρίου, ότι τα περιστατικά αυτά που ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος με το ως άνω δικόγραφο του, ήταν παντελώς αναληθή, ο ίδιος δε (εναγόμενος) τελούσε σε γνώση της αναληθείας τους και ενήργησε, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ότι από τον ισχυρισμό των ψευδών αυτών περιστατικών, τα οποία περιήλθαν σε γνώση ικανού αριθμού τρίτων προσώπων, υπέστη βλάβη στην τιμή, την υπόληψη του και την εν γένει προσωπικότητά του.
Εκ της ανωτέρω αναφοράς η αγωγή περιείχε όλα τα κατ’ άρθρου 111 παρ.2, 118 παρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ στοιχεία, με σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και με ορισμένο αίτημα. Επομένως το Εφετείο δεν έσφαλε κρίνοντας την ένδικη αγωγή, όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορισμένη και περαιτέρω νόμιμη.
Γι’ αυτό ο λόγος αυτός και κατά τις τρείς εκφάνσεις του (αρ. 559 αριθ.1, 14, 19 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περιπ.γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη, τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, αν δεν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, που το πρώτον προσάγεται στην κατ’ έφεση δίκη (αρθρ.527 ΚΠολΔ) η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 197/2013, 481/2013).
Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 13, 14, 15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1022/2013).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον κρινόμενο λόγο παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν "τα πλέον των επτακοσίων" έγγραφα. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα νομικώς επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του άνω Δικαστηρίου, από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του και όλα, γενικώς, τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια. Από την ως άνω αναφορά προκύπτει ότι το Δικαστήριο και δη κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως ο αναιρεσείων και ως εκ τούτου ο σχετικός (4ος ) λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VI. Ως προς τον 5ο και επικουρικά ασκούμενο λόγο κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας απαραδέκτως αναφέρθηκε στη 6.375/2009 και 29.389/2011 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά παραβίαση του αρθρ.559 αριθ.5 και 9 ΚΠολΔ πρέπει να λεχθούν τα κάτωθι: Από την επισκόπηση της ως άνω αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο αναφέρεται στις ως άνω αποφάσεις εκ των οποίων επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση ύψους 30.000 € και δέχθηκε ότι δεν δημιουργούνται ζητήματα εκ των ορισμών του άρθρου 222 ΚΠολΔ, αφού η αναφερόμενη στις άνω αγωγές παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου εκδηλώνεται σε διαφορετικό χρόνο, με διαφορετικό τρόπο και συγκεκριμένα με άλλα δικόγραφα από το ένδικο τοιούτο, ενώπιον άλλων προσώπων ως τρίτων που λαμβάνουν γνώση των συκοφαντικών γεγονότων, έτσι ώστε κάθε φορά να στοιχειοθετείται παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητος του ενάγοντος, με αποτέλεσμα μεταξύ των προαναφερομένων αγωγών και της κρινόμενης τοιαύτης να υφίσταται διαφοροποίηση των παραγωγικών του ίδιου δικαιώματος, πραγματικών γεγονότων και να μη στοιχειοθετείται έτσι ταυτότητα διαφοράς.
Εκ των ανωτέρω αναφερομένων το Δικαστήριο δεν έκρινε κάτι για τις υποθέσεις αυτές εν σχέσει με την κρινόμενη αγωγή, αλλά αντιθέτως αποφάνθηκε ότι δεν προκύπτει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας. Επομένως ο σχετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.2 και 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται ... 2)αν το Δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας ... 3)αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί.
Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο του προσθέτου δικογράφου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είχε ζητηθεί κατά του εισηγητή δικαστή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αίτηση εξαίρεσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, που όμως απορρίφθηκε με την 1906/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ όλοι οι άλλοι δικαστές που συμμετείχαν στην σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν μετέπειτα (μετά την έκδοση αυτής και στο πλαίσιο άλλων δικών) εξαιρετέτοι δια των υπ.
αριθμ.34, 35 και 38/2013 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ότι ο ως άνω εισηγητής ήτο και ο πρόεδρος του εκδόσαντος τις ερήμην αυτού με αριθμούς 15784, 15785, 15782/2009 αποφάσεις του Πολ.Πρωτ.Θεσσαλονίκης επί αγωγών άλλων διαδίκων στρεφομένων κατ’ αυτού (αναιρεσείοντος), που είχαν δυσμενές γι’ αυτόν αποτέλεσμα. Ότι λόγω της προτέρας αναμείξεως αυτού (δικαστή εισηγητή) υπάρχει κακή σύνθεση της αναιρετέας αποφάσεως.
Όμως εκτός του ότι το πρώτον υποβάλλεται δια προσθέτου λόγου ο παρών λόγος, που δεν αφορά κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αναγκαστικά συνεχόμενο με αυτό, (αρ.569 ΚΠολΔ), η συμμετοχή του ως άνω εισηγητή σε άλλες έστω και συναφείς αποφάσεις δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο (ΑΠ 388/1985). Η επικαλούμενη συμπροσβολή και της 1906/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν αποδεικνύεται από την επισκόπηση του δικογράφου της αναιρέσεως ότι περιλαμβάνει και αυτή και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, το πρώτον προβαλλόμενος με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων.
Επίσης υπό το ανωτέρω περιεχόμενο ο λόγος αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις του αρθρ.6 της ΕΣΔΑ καθόσον η συμμετοχή του ως άνω εισηγητή στη σύνθεση του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου ήτο νόμιμος και επομένως ο λόγος κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε στο πλαίσιο αυτής της δίκης η εξαίρεση του δικαστή κατ’ άρθρο 52 ΚΠολΔ (ΑΠ 1376/2008).
VI) Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αιτιάται ο αναιρεσείων την απόφαση για τη μη αναβολή της συζήτησης έως ότου εκδικασθεί άλλη αγωγή αυτού περί κηρύξεως των επίμαχων πρακτικών ως πλαστών, αφού το Δικαστήριο γνώριζε την ύπαρξη της δίκης αυτής και όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την τύχη της περί πλαστότητας αγωγής του. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος το μεν διότι δεν υπεβλήθη σε κάποια στάση της δίκης τέτοιο αίτημα, ούτε όφειλε το Δικαστήριο να γνωρίζει αυτεπαγγέλτως περί της δίκης αυτής. Σε κάθε περίπτωση όμως απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει την αναβολή της υποθέσεως (ΑΠ 1191/2010, ΑΠ 1530/2009). Ως εκ τούτου ο λόγος περί της μη αναβολής δεν προσκρούει στην κατά το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ απαίτηση για ταχεία εκδίκαση εν τω πλαισίω της δίκαιης δίκης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VII. Περαιτέρω με τον 3ο, 4ο και 5ο προσθέτους λόγους αιτιάται ο αναιρεσίβλητος την προσβαλλομένη ως μη περιέχουσα νόμιμη βάση και καθόλου αιτιολογίας άλλως ως έχουσα αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι προσβάλλεται η απόφαση κατ’ αρθρ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (αρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα κάτωθι κατά λέξη: "Ο εναγόμενος, που είναι από πολλών ετών δικηγόρος Θεσσαλονίκης, είχε ασκήσει ενώπιον του ενταύθα Ειρηνοδικείου την υπ’ αριθμ. καταθέσεως 3557/1992 αγωγή του για καταβολή δικηγορικής αμοιβής σε βάρος των γάλλων υπηκόων J.
F. D. και G. - B. D.. Την υπόθεση, από πλευράς των εναγομένων, εχειρίζετο το γραφείο του δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Δ. Σ.. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του τελευταίου τις υποθέσεις του γραφείου του ανέλαβε η εγγονή του, Μ. Π., δικηγόρος Θεσσαλονίκης, η οποία συνεργάσθηκε προς διεκπεραίωση τους με το δικηγορικό γραφείο των αδελφών Δ.
και Γ. Γ., δικηγόρων Θεσσαλονίκης, με τους οποίους, ως εκ της γειτνιάσεως των δικηγορικών τους γραφείων, διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Ειδικότερα την προαναφερομένη υπόθεση χειρίσθηκε από πλευράς των αντιδίκων του εναγομένου ο εκ των προαναφερομένων, Δ. Γ.. Η αντιδικία των μερών στα πλαίσια της υποθέσεως αυτής υπήρξε ιδιαίτερα έντονη και μάλιστα μεταφέρθηκε και σε προσωπικό, μεταξύ των δύο δικηγόρων, επίπεδο, όταν ιδίως ο αντίδικος του εδώ εναγομένου διαδίκου δικηγόρος υπέβαλε τις από 13-5-1993 και 21-5-1993 αιτήσεις του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, με τις οποίες, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, αιτήθηκε την παροχή αντιγράφων από τυχόν αναφορές και καταγγελίες που είχαν υποβληθεί στον ανωτέρω Σύλλογο σε βάρος του εναγομένου, προκειμένου να τις ενσωματώσει στις προτάσεις του στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, διανθίζοντας τις αιτήσεις του αυτές με μειωτικές, για το πρόσωπο του εναγομένου, αναφορές.
Μετά την εξέλιξη αυτή ο εδώ εναγόμενος υπέβαλε τις από 7-2-1994 και 8-4-1994 εγκλήσεις του σε βάρος του ως άνω δικηγόρου, ως φυσικού, και της προαναφερθείσης, Μ. Π., ως ηθικού αυτουργού της αξιοποίνου σε βάρος του πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, τελεσθείσης δια των περιληφθέντων στην άνω αίτηση, μειωτικών της προσωπικότητός του γενικά και του επαγγελματικού του κύρους και αξιοπιστίας ειδικότερα, αναφορών.
Η ποινική αυτή υπόθεση, μετά μακρά διαδρομή ενώπιον των συμβουλίων και, ακολούθως, του Αρείου Πάγου, απέληξε σε παραπομπή ενώπιον του ενταύθα Τριμελούς Εφετείου του προαναφερθέντος δικηγόρου, Δ. Γ., για τις πράξεις της δυσφημήσεως και εξυβρίσεως του εδώ εναγομένου δικηγόρου, ο οποίος και καταδικάσθηκε για τις πράξεις αυτές σε πρώτο και, ακολούθως, σε δεύτερο βαθμό, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 505-506/2000 αποφάσεως του ενταύθα Πενταμελούς Εφετείου, η οποία όμως, κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως παρά του καταδικασθέντος, αναιρέθηκε με απόφαση του Αρείου για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το εμπρόθεσμο των υποβληθεισών παρά του εγκαλέσαντος - εδώ εναγομένου εγκλήσεων και η υπόθεση επανήλθε προς νέα κρίση ενώπιον του εκδόσαντος την αναιρεθείσα απόφαση Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Δικαστήριο αυτό συνεδρίασε προς τούτο την 3-4-2001 με πρόεδρο τον ενάγοντα, ο οποίος, μετά μακρά πορεία στο δικαστικό σώμα, στο οποίο εισήλθε το έτος 1969, κατείχε τότε το βαθμό του Προέδρου Εφετών, μετά το πέρας δε της αποδεικτικής διαδικασίας εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 297 - 298 - 302/2001 απόφασή του, με την οποία έπαυσε οριστικά την κατά του άνω κατηγορουμένου ποινική δίωξη λόγω εκπροθέσμου παρά του εγκαλέσαντος - εδώ εναγομένου δικηγόρου υποβολής των άνω εγκλήσεών του.
Κατά την ακροαματική ενώπιον του άνω Δικαστηρίου διαδικασία εξετάσθηκε ανωμοτί ο τελευταίος, ο οποίος και σε σχέση με την προαναφερθείσα αίτηση του εκεί κατηγορουμένου προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, το περιεχόμενο της οποίας αποτέλεσε και τη βάση της κατ’ αυτού κατηγορίας, κατέθεσε πως γνώριζε ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης του απάντησε ότι δεν έχει υποβληθεί από πελάτες του αναφορά σε βάρος του και ότι έχει υποβληθεί μία μόνο ψευδής τοιαύτη, υποκινηθείσα "από την ίδια συμμορία Σ.".
Τα ως άνω κατατεθέντα κατεγράφησαν στα ταυτάριθμα της άνω αποφάσεως πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και αποτέλεσαν περιεχόμενο αυτών ως ακολούθως: "Γνωρίζω όμως ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος του απάντησε ότι δεν έχει υποβληθεί από πελάτες μου αναφορά εις βάρος μου.
Έχει υποβληθεί συναδέλφου μου. Είναι δε αναφορά που υπεκινήθη από την ίδια συμμορία Σ.". Εν συνεχεία, μετά την καθαρογραφή και τη θεώρηση των άνω πρακτικών ο εναγόμενος, επικαλούμενος παραδρομές στη σύνταξη τους, που οδηγούσαν, κατ’ αυτόν, σε εσφαλμένη αποτύπωση των πεπραγμένων κατά την ακροαματική διαδικασία, ζήτησε με αίτησή του τη διόρθωση τους σε ογδόντα ένα σημεία, μεταξύ των οποίων και το προαναφερόμενο τοιούτο, ως προς το οποίο, ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι έπρεπε ν’ αντικατασταθεί η λέξη "συμμορία" με τη λέξη "ομάδα", την οποία και αληθώς διετείνετο ότι εξέφερε κατά την κατάθεση του.
Επίσης, διατεινόμενος ότι η λέξη "συμμορία" ελέχθη πράγματι στο ακροατήριο, πλην όμως όχι από τον ίδιο αλλά από τον εξετασθέντα εκεί μάρτυρα, Γ. Γ., η κατάθεση του οποίου όμως αποδόθηκε κολοβωμένη στα επίμαχα πρακτικά, ζήτησε να συμπληρωθεί αυτή, μετά το εμφανιζόμενο πέρας της, με τις ακόλουθες περικοπές: "Ο πολιτικώς ενάγων μας χαρακτηρίζει ομάδα.
Τι είμαστε, συμμορία; Πολ. ενάγων: Κρίνετε σωστό να φέρνουμε εις τα δικαστήρια τις αναφορές των πελατών προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον κατά των δικηγόρων; Μάρτυς: Μάλιστα. Πολ. ενάγων: Πήτε μου παρακαλώ, υπεβλήθησαν κατά του κατηγορουμένου αδελφού σας αναφοραί προς τον Δικηγορικόν Σύλλογον από πελάτας του:
Μάρτυς: Καμία αναφορά δεν υπεβλήθη εις τον Δικηγορικόν Σύλλογον από πελάτας του αδελφού μου κατηγορουμένου". Η αίτηση από παραδρομή εισήχθη απ’ ευθείας στο δίκασαν την ουσία της υποθέσεως Δικαστήριο και, ακολούθως, επανήλθε, ως έδει εξ αρχής, υπό την κρίση του ενάγοντος, που είχε προεδρεύσει της συνθέσεως του άνω Δικαστηρίου.
Ο τελευταίος, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του, απέρριψε την αίτηση αυτή με σχετική σημείωση επί του σώματός της, επειδή έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος διορθώσεως των κατά τα άνω πρακτικών, μετά ταύτα δε η αίτηση του εναγομένου εισήχθη αρμοδίως πλέον ενώπιον του ενταύθα Πενταμελούς Εφετείου, το οποίο, σημειωτέον, συγκροτήθηκε από τους ιδίους δικαστές, συμπεριλαμβανομένου και του εισαγγελέως και της γραμματέως της έδρας, που είχαν συμμετάσχει και στη σύνθεση που, κατά τα άνω, είχε επιληφθεί της ουσίας της υποθέσεως, οπότε και τηρήθηκαν τα επίμαχα πρακτικά, με εξαίρεση τον προεδρεύοντα - ενάγοντα, στη θέση του οποίου, λόγω της τω μεταξύ συνταξιοδοτήσεώς του και αποχωρήσεώς του από το δικαστικό σώμα, συμμετέσχε έτερος εκ των Προέδρων Εφετών του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Δικαστήριο τούτο, με την υπ’ αριθμ. 610/2001 απόφασή του, προήλθε στη διόρθωση των άνω πρακτικών σε δεκαπέντε περιπτώσεις, όπου είχαν παρεισφρύσει ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη ή προφανείς παραδρομές στη διατύπωση, μεταξύ των οποίων και η κατά τα άνω περικοπή της καταθέσεως του εναγομένου δικηγόρου, στην οποία, χωρίς ν’ αλλοιωθεί ποσώς το όλο νόημά της, προστέθηκε στη δεύτερη πρότασή της η φράση "μόνο μία ψευδής αναφορά υπό", με συνέπεια να διαμορφωθεί ως ακολούθως: "Γνωρίζω όμως ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος του απάντησε ότι δεν έχει υποβληθεί από πελάτες μου αναφορά εις βάρος μου.
Έχει υποβληθεί μόνο μία ψευδής αναφορά υπό συναδέλφου μου. Είναι δε αναφορά που υπεκινήθη από την ίδια συμμορία Σ.". Κατά τα λοιπά, συμπεριλαμβανομένου και του ειδικότερον ανωτέρω αναφερομένου σημείου, σχετικά με την φερομένη ως ελλιπώς αποδοθείσα μαρτυρική κατάθεση του Γ. Γ., η αίτηση απερρίφθη υπό την αιτιολογία ότι "προέκυψε ότι τα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εκείνης λεχθέντα αποδόθηκαν στα πρακτικά κατά το δυνατόν επακριβώς και πλήρως, όχι δε ελλιπώς όπως στην αίτησή του ο αιτών εκθέτει.
Ακόμη και από απλή ανάγνωση των τελευταίων αυτών, σημείων δίδεται βασίμως η εντύπωση ότι ο αιτών, αφού ανέγνωσε επιμελώς τα επίμαχα, πρακτικά προσπαθεί απλώς να επιφέρει υπέρ αυτού, δια της νόμιμης πάντως οδού της διόρθωσης και συμπλήρωσης, βελτιώσεις που όμως δεν επιστηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία".
Μετά ταύτα ο εναγόμενος υπέβαλε την από 7-11-2001 αίτησή του περί διορθώσεως και συμπληρώσεως των πρακτικών της προμνησθείσης υπ’ αριθμ. 610/2001 αποφάσεως του ενταύθα Πενταμελούς Εφετείου στα εκεί αναφερόμενα πέντε σημεία της, η οποία απορρίφθηκε, με την υπ’ αριθμ. 161/2002 απόφασή του, από το προαναφερόμενο Δικαστήριο, συγκροτηθέν από τους ιδίους δικαστές, του εισαγγελέως και της γραμματέως της έδρας συμπεριλαμβανομένων, που είχαν συμμετάσχει στη σύνθεση που εξέδωσε την υπό διόρθωση απόφαση.
Ακολούθως και μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, οι Μ. Π., Σ. σύζυγος Π. Π., Π. Σ. και Δ. Γ., εστιάζοντες στην αποτυπωθείσα στα προαναφερθέντα πρακτικά της υπ’ αριθμ. 297-298-02/2001 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως λεχθείσα από τον εναγόμενο κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εξέταση του ως πολιτικώς ενάγοντος έκφραση "συμμορία Σ." και, μετά ταύτα, ιδία εν όψει του γεγονότος ότι η λέξη "συμμορία" έχει έντονα αρνητικό περιεχόμενο, ως αναφερομένη σε ομάδα ανθρώπων που ενώνονται για διάπραξη παρανόμων πράξεων ή για επιδίωξη αθέμιτων σκοπών, θεωρούντες ότι δια της εκφοράς της φράσεως αυτής από τον εναγόμενο αφ’ ενός προσεβλήθη η μνήμη του θανόντος δικηγόρου, Δ.
Σ., πατέρα των δύο πρώτων και πάππου της τρίτης, φερομένου ως προεξάρχοντος της ομάδος αυτής και αφ’ ετέρου επήλθε παρανόμως μειωτική επέμβαση στην προσωπικότητα απάντων, φερομένων, κατ’ αυτούς, ως ενταγμένων στην ιδία ομάδα, άσκησαν κατά του εδώ εναγομένου τις ενώπιον του ενταύθα Πολυμελούς Πρωτοδικείου απευθυνόμενες υπ’ αριθμ.
καταθέσεως 15786/2006, 15910/2006 και 40196/2007 αγωγές τους, αιτούμενοι, κατά τις εκεί διακρίσεις, τη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επί πλέον δε οι συγγενείς του ως άνω θανόντος και λόγω της ηθικής τους βλάβης εκ της προσβολής της μνήμης του πατέρα και πάππου τους. Εν όψει των τοιούτων κατ’ αυτού αγωγών ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του ενταύθα Πολυμελούς Πρωτοδικείου την από 15-10-2007 και υπ’ αριθμ.
καταθέσεως 46674/15-10-2007 αγωγή του, αιτούμενος όπως αναγνωρισθεί ότι τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατ’ ακολουθίαν της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 297, 298, 302/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, τυγχάνουν ψευδή και πλαστά κατά το μη διορθωθέν, ως άνω, περιεχόμενο τους, μεταξύ δε άλλων και κατά τη φερομένη λεχθείσα από μέρους του λέξη "συμμορία".
Στο δικόγραφο της αγωγής του αυτής ο εναγόμενος διέλαβε και τα ακόλουθα: "Κατά ταύτα, τα υπ’ αριθμ.297-298,302/2001 πρακτικά του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τυγχάνουσι ψευδή και πλαστά καθ’ όλον το μη διορθωθέν και μη συμπληρωθέν, κατά την ως άνω αίτησίν μου, περιεχόμενον αυτών, μεταξύ δε άλλων πολλών και κατά την φερομένην ως υπ’ εμού ειπωθείσαν λέξιν "συμμορία".
Όθεν προσβάλλω τα υπ’ αρ. 297-298, 302/2001 πρακτικά του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως ψευδή και πλαστά καθ’ άπαν το μη διορθωθέν και μη συμπληρωθέν περιεχόμενον αυτών καθ’ όσον με φέρουσιν ειπόντα την λέξιν "συμμορία" και αιτούμαι την κήρυξίν των πλαστών κατά τα ανωτέρω. Κατά νόμον δέον όπως, διά το ωρισμένον της αγωγής μου κατονομάσω και τον πλαστογράφον.
Πλαστογράφοι εν προκειμένω εκ της υπογραφής των ανωτέρω πρακτικών φαίνονται η συντάξασα αυτά γραμματεύς κα Ε. Κ. και ο συνυπογράψας αυτά τέως πρόεδρος Εφετών κος Μ. Ν.. Η ευθύνη αμφοτέρων επιτείνεται καθ’ ότι, διά της μνησθείσης από 16-5-2001 αιτήσεως μου περί διορθώσεως και συμπληρώσεως πρακτικών, τοις εδόθη η ευκαιρία να συντελέσωσιν εις την αποκατάστασιν της αληθείας, πλην ούτοι τουναντίον ενέμειναν εις την διά της αιτήσεως μου επισημανθείσαν ψευδή απεικόνισα των επ’ ακροατηρίου συμβάντων.
Φρονώ ότι υφίστανται και ηθικοί αυτουργοί, πλην επί του παρόντος δεν είναι δικονομικώς απαραίτητον η κατονομασία αυτών. Κατά πόσον ενέχονται και οι έτεροι μη διατάξαντες την συμπλήρωσιν και διόρθωσιν των επίμαχων πρακτικών δικασταί τυγχάνει ωσαύτως ερευνητέον". Με βάση την περικοπή αυτή του προαναφερθέντος δικογράφου του ο εναγόμενος αποδίδει ευθέως στον ενάγοντα δολία προαίρεση προς διάπραξη αξιοποίνου και, εν όψει της ιδιότητος του ως δικαστικού λειτουργού, με μεγάλη ηθική απαξία πράξεως και δη αυτής της παραποιήσεως και νοθεύσεως των πρακτικών της κατά τα άνω δίκης, στην τελείωση της οποίας και ενέμεινε, απεμπολήσας τη δυνατότητα υπαναχωρήσεως που του παρασχέθηκε με την υποβολή της κατά τα άνω αιτήσεως διορθώσεως των πρακτικών της προαναφερθείσης αποφάσεως.
Και μάλιστα εν συμπράξει με τη γραμματέα της έδρας και προς εξυπηρέτηση σκοπών μη κατονομαζομένων τρίτων, ηθικών αυτουργών, στα κελεύσματα των οποίων υπέκυψε, πάντα δε ταύτα με έμμεσες αναφορές ότι συνάδελφοι του κάλυψαν την πράξη του, μη συναινέσαντες στη διόρθωση των ενδίκων πρακτικών. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί του εναγομένου αποδεικνύονται αντικειμενικά ψευδείς, καταλυτική δε προς την κρίση αυτή αποδεικνύεται η προπεριγραφείσα διαδρομή της υποθέσεως, αφού, ειδικότερα, το γεγονός εάν τα επίμαχα πρακτικά παραποιήθηκαν στα μη διορθωθέντα σημεία που επεσήμανε ο εναγόμενος και πλέον ειδικότερα εάν εκφέρθη ή όχι από μέρους του η επίμαχη, εν προκειμένω, φράση, ήχθη σε δικαστική κρίση και το ενταύθα Πενταμελές Εφετείο απεφάνθη ότι η αποτύπωση των λεχθέντων στο ακροατήριο υπήρξε ακριβής.
Είναι δε ιδιαιτέρως σημαντικό να επισημανθεί ότι η σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, συμπεριλαμβανομένου και του εισαγγελέως και της γραμματέως της έδρας, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα λοιπά μέλη της, πλην του προεδρεύοντος, η ιδία που είχε εκδικάσει την ουσία της υποθέσεως, οπότε και τηρήθηκαν τα επίμαχα πρακτικά και είχε άμεση γνώση των λεχθέντων στο ακροατήριο, με συνέπεια, αν πράγματι τα γεγονότα είχαν όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, θα προχωρούσε στις αιτηθείσες από μέρους του διορθώσεις, ειδικά στο σημείο της καταθέσεως του που περιλαμβάνει την ιδιαιτέρως χαρακτηριστική λέξη "συμμορία" και δεν θα απέρριπτε, και δη με το προαναφερθέν σκεπτικό, την αίτηση του, η έμμεση δε, όπως στην επίμαχη, ως άνω, περικοπή της προαναφερθείσης αγωγής του εμφανίζεται, αμφισβήτηση της κρίσεως αμφοτέρων των ποινικών συνθέσεων που επελήφθησαν, προς τον προαναφερθέντα σκοπό, των ως άνω αιτήσεων διορθώσεως των ενδίκων πρακτικών, πέραν της υπερβολικής της διαστάσεως, παρίσταται έωλη, ως μη επιστηριζομένη από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Εξ άλλου, η διάπραξη δολίας αξιοποίνου πράξεως δεν νοείται χωρίς κίνητρο, πλην όμως εν προκειμένω το στοιχείο αυτό παραμένει εντελώς ασαφές, αφού ο εναγόμενος δεν κάνει συγκεκριμένες περί τούτου αναφορές, ούτε κατονομάζει τους ηθικούς αυτουργούς, υπό τις προτροπές και παραινέσεις των οποίων και, κατ’ ανάγκη, και προς το συμφέρον τους, φέρεται ο ενάγων να ενήργησε, τα κατατιθέμενα δε από τον μάρτυρα ανταποδείξεως κατά την εξέτασή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ο ενάγων "πιθανόν να είχε κάποια σχέση με τον κ.
Γ., είχε κάνει την άσκηση του στο γραφείο του κ. Τ., ο οποίος είναι πεθερός του Γ., όπως άκουσα", δεν μπορούν να θεμελιώσουν κίνητρο και δη σοβαρό για την παρά δικαστικού λειτουργού παραβίαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος. Αντίθετη των κατά τα άνω παραδοχών κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, αφού αυτός ομολογεί ότι δεν έχει άμεση γνώση των πραγμάτων, δεδομένου ότι δεν ήταν παρών κατά την εξέταση του εναγομένου ως πολιτικώς ενάγοντος, οπότε κατατέθηκαν από μέρους του τα επίμαχα, κατά τα άνω, περιστατικά.
Να σημειωθεί, πάντως, ότι ο ίδιος, εν συνεχεία της εξετάσεως του, καταθέτει ότι ο δικηγόρος, Κ. Γ., που ήταν παρών κατά τη διαδικασία, επιβεβαιώνει ότι η λέξη "συμμορία" δεν ειπώθηκε από τον εναγόμενο.
Από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο έγγραφα στοιχεία προκύπτει ότι ο τελευταίος, που είχε εγχειρίσει στον εναγόμενο την επισυναφθείσα στην κατά τα άνω αίτηση διορθώσεως των ενδίκων πρακτικών από 18-6-2001 δήλωση του, στην οποία βεβαίωνε ότι το περιεχόμενο της αιτήσεως είναι αληθινό, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στη συνεδρίαση του της 19-2-2008, οπότε εκδικάζετο αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των και εν προκειμένω διαδίκων, κατέθεσε, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, ότι "ο κ.
Ν. χρησιμοποίησε τη φράση "η ομάς Σ." και ο κ. Γ. Γ., που εξεταζόταν ως μάρτυρας, αναρωτήθηκε "γιατί μας αποκαλεί ομάδα, είμαστε καμιά συμμορία;". Ο ίδιος, επίσης, κατά τη διαδρομή της ποινικής δίκης κατ’ ακολουθίαν ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του για ψευδορκία μάρτυρα, δηλώνει ότι δεν αναφέρθηκε σε πλαστογράφηση των ενδίκων πρακτικών κατά την έννοια του άρθρου 216 Π.Κ., αλλά σε εσφαλμένη και ανακριβή διατύπωση κάποιων φράσεων ή λέξεων που είτε δεν ελέχθησαν είτε ελέχθησαν και δεν αποτυπώθηκαν σ’ αυτά.
Τελικά, ο προαναφερόμενος δεν μπορεί παρά να υπονοεί ότι η επίμαχη φράση, λεχθείσα από τον μάρτυρα, Γ. Γ., αποδόθηκε, από παραδρομή, στον πολιτικώς ενάγοντα στην προαναφερομένη δίκη. Από τη θεώρηση όμως των ενδίκων πρακτικών προκύπτει ότι η κατάθεση του εναγομένου ως πολιτικώς ενάγοντος στην άνω δίκη, στην οποία εμπεριέχεται η κρίσιμη, ως άνω, φράση, δόθηκε την πρώτη ημέρα της κατ’ ουσίαν εκδικάσεως της υποθέσεως, ενώ ο μάρτυρας Γ.
Γ. εξετάσθηκε την επομένη ημέρα, όπως δε προκύπτει από την αποτύπωση της καταθέσεως του στα ένδικα πρακτικά, αυτός δεν σχολιάζει ποσώς την κατάθεση του εναγομένου περί "συμμορίας" ή, κατ’ αυτόν, "ομάδας Σ.", αφού στην κατάθεσή του δεν υπάρχει καμία τοιαύτη αναφορά, όπως υποστηρίζει ο προαναφερόμενος, Κ. Γ., αλλά και ο εναγόμενος, ο οποίος, διατεινόμενος στην κατά τα άνω από 16-5-2001 αίτησή του διορθώσεως των ενδίκων πρακτικών, ότι η κατάθεση του μάρτυρα αυτού (Γ.
Γ.) είχε αποδοθεί στα πρακτικά κολοβωμένη, ζήτησε να συμπληρωθεί κατά τον τρόπο που ανωτέρω αναφέρθηκε, αίτημα του που απορρίφθηκε από το επιληφθέν της αιτήσεως διορθώσεως Δικαστήριο. Και αν όμως ήθελε υποτεθεί ότι η κατάθεση του μάρτυρα Γ. Γ. δεν είχε περαιωθεί στο σημείο που αναφέρουν τα επίμαχα πρακτικά, αλλά είχε συνεχισθεί και αυτός είχε καταθέσει όσα ο εναγόμενος αναφέρει στην άνω αίτησή του, είναι προφανές, εν όψει της προαναφερθείσης διαδρομής των γεγονότων και δη της χρονικής αποστάσεως μεταξύ των καταθέσεων του πολιτικώς ενάγοντος και του άνω μάρτυρος, ότι η δια των ενδίκων πρακτικών απάλειψη λεχθέντων από τον μάρτυρα Γ.
Γ. και η απόδοση τους στον πολιτικώς ενάγοντα - εδώ εναγόμενο, δεν μπορεί ν’ αποδοθεί σε παραδρομή, αλλά σε δόλιες ενέργειες των υπευθύνων για τη σύνταξή τους, δηλαδή της γραμματέως της έδρας και του προεδρεύοντος του Δικαστηρίου ενάγοντος, τη δολία προαίρεση όμως των οποίων ο προαναφερόμενος, Κ. Γ., όπως προαναφέρθηκε, φέρεται να μην αποδέχεται.
Υπό πάντα τα δεδομένα όμως αυτά είναι πρόδηλο ότι τα παρά του προαναφερομένου κατατεθέντα στην ως άνω δίκη, ως αντικρουόμενα άλλωστε ευθέως από τις περιλαμβανόμενες στα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο υπ’ αριθμ. 2769, 3381/2011 πρακτικά συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των Γ.
Γ. και Μ. Π., εκ των οποίων ο πρώτος αρνείται κατηγορηματικά ότι χρησιμοποίησε, στην κατά τα άνω δίκη, την αποδιδομένη σε αυτόν λέξη "συμμορία", η δε δευτέρα καταθέτει ευθέως ότι παρακολουθούσε την ακροαματική διαδικασία και άκουσε ότι τη λέξη "συμμορία" την είπε ο εναγόμενος, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αντίθετο, σε σχέση με τις κατά τα άνω παραδοχές του Δικαστηρίου περί αντικειμενικού ψεύδους των ενδίκων ισχυρισμών του εναγομένου, συμπέρασμα.
Τ’ ανωτέρω δε ψευδή ισχυρισθέντα από τον τελευταίο, τα οποία συνιστούν γεγονότα κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, αφού αναφέρονται σε συγκεκριμένη συμπεριφορά, υποπίπτουσα στις αισθήσεις και δεκτική αποδείξεως, ήταν ικανά να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, ως αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητά του, αφού στους τρίτους που έλαβαν γνώση αυτών, μεταξύ των οποίων οι δικαστές που επελήφθησαν της εκδικάσεως της άνω, περιεχούσης την επίμαχη περικοπή, αγωγής, ο γραμματέας της έδρας, οι αντίδικοι του εναγομένου και οι δικηγόροι τους και ο δικαστικός επιμελητής που επέδωσε το δικόγραφο της, ο ενάγων εμφανίστηκε ως άτομο που μετήρχετο, κατά την ενάσκηση του δικαστικού του λειτουργήματος, ανέντιμες και αξιόποινες μεθόδους, δηλονότι εμφανίστηκε στα όμματα των ανωτέρω προσώπων ως άτομο που δεν διστάζει να μετέλθει αξιόποινες και με μεγάλη ηθική απαξία πράξεις, προκειμένου να ευνοήσει τρίτους.
Εξ άλλου, ο ενάγων γνώριζε, ως έχων άμεση και προσωπική γνώση των πραγμάτων, την αναλήθεια των άνω γεγονότων, αλλά και ότι αυτά είναι ικανά να πλήξουν και δη σπουδαίως την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του και, συνεπώς, στο πρόσωπό του συντρέχει και το αναγκαίο για την υποκειμενική θεμελίωση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως του ενάγοντος στοιχείο του δόλου.
Η αξιόποινη δε αυτή, πληρούσα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του προαναφερθέντος και εκ των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. προβλεπομένου αδικήματος συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά, σύμφωνα και με όσα σχετικώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, και αδικοπρακτική, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., τοιαύτη σε βάρος του ενάγοντος, ένεκεν της οποίας ο τελευταίος, που διήνυσε και ολοκλήρωσε μακρά θητεία στο δικαστικό σώμα, προσεβλήθη παρανόμως και υπαιτίως στην προσωπικότητα του, υποστάς, μετά ταύτα, ηθική βλάβη, αφού, ειδικότερα, ο εναγόμενος, με τα ψευδή, κατά τα άνω, γεγονότα που ισχυρίσθηκε γι’ αυτόν, επενέβη μειωτικά στη σφαίρα της και συγκεκριμένα στα αγαθά της τιμής και υπολήψεώς του, αμφισβητήσας εντόνως την ηθική του αξία και εντιμότητα του κατά την ενάσκηση του δικαστικού του λειτουργήματος.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι πάντα ταύτας ισχυρίσθηκε προς προάσπιση νομίμου δικαιώματος του καL δη προς απόκρουση των κατ’ αυτού, ως άνω, αγωγών των συγγενών του Δ. Σ. και του δικηγόρου, Δ. Γ., αλυσιτελώς, σε κάθε περίπτωση, προβάλλεται, αφού, κατά τα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφερόμενα, η διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ., επί του οποίου επιχειρείται να στηριχθεί, δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, δεδομένου ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου πληροί, κατά τα προαναφερόμενα, τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Μετ’ απόρριψη, μετά ταύτα, του ισχυρισμού αυτού του εναγομένου, αναδεικνύεται το δικαίωμα του ενάγοντος σε αναζήτηση χρηματικής ικανοποιήσεως παρά του αντιδίκου του, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, υπέστη από την, ως άνω, παράνομη και υπαίτια, ενέχουσα τα στοιχεία της αδικοπραξίας, προσβολή από μέρους του της προσωπικότητάς του".
Με τα ως άνω δεκτά γενόμενα υπό του Δικαστηρίου της ουσίας το μεν αυτό ορθά εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 340, 346, 914, 932 του ΑΚ, 362-363 του ΠΚ και ως εκ τούτου περιέχεται στην απόφαση νόμιμη βάση, το δε δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας ούτε αντιφατικότητα στις αιτιολογίες αφού το Δικαστήριο με πληρότητα και σαφήνεια υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στους ως άνω κανόνες δικαίου και αποφάνθηκε ότι υπάρχει αδικοπραξία εκ της οποίας επήλθε εν γνώσει, προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και εντεύθεν αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη με χρηματική αυτού ικανοποίηση.
Εντεύθεν οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
VII. Περαιτέρω η προβλεπόμενη από το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) υπό το ουσιαστικό δικαστήριο με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που οι διάδικοι θέτουν στη διάθεσή του, επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένη τυπικής ισχύος με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 531/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως προς το επιδικαζόμενο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως δια την ηθική βλάβη από την προσβολή της προσωπικότητας που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος τα εξής ουσιώδη "ότι λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις, κατά τα άνω, συνθήκες της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, το βαθμό υπαιτιότητος του, το είδος και το μέγεθος της προσβολής του παθόντος, εν όψει ιδία ότι προσεβλήθη θεμελιώδες στοιχείο της προσωπικότητας του και δη το προεξάρχον για ένα δικαστή στοιχείο της εντιμότητος και ακεραιότητος κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση των μερών, εκ των οποίων ο ενάγων είναι συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός και ο εναγόμενος δικηγόρος Θεσσαλονίκης και τα διδάγματα της κοινής πείρας, πάντα δε ταύτα εκτιμώμενα υπό το πρίσμα όσων σχετικώς στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται, κρίνει ότι το προς χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος εύλογο ποσόν ανέρχεται στο ύψος των 30.000 ευρώ".
Κρίνοντας δε έτσι το Δικαστήριο (ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων) δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση μεγαλύτερο από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ, 25 του Συντάγματος περί αναλογικότητας και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ περί δικαίας δίκης, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με το δεύτερο σκέλος του 5ου κυρίου λόγου και δια του 6ου προσθέτου λόγου της αναιρέσεως (του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά της 640/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ, αρθρ.12 Ν. 4055/2012) και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ του αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους κατά της 640/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και για τις προτάσεις που κατέθεσε, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ