Legislator Case Law & Legislation
491/2014 AI generated

491/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 491/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

491/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): πλημμέλεια (και όχι από τους αρ. 8α, 9 και 14 όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο ως προς τους τρίτο, τέταρτο και ένατο λόγους) ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό που πρόβαλαν με την έφεσή τους οι αναιρεσείοντες, ότι το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτήν προς εκδίκαση στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 491 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 491/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1)Σ. Β. (S. Y.) Ν. (D.) του Β. (Y.) και 2) Ι. (I.) Ν. (D.) του Β. (B.), κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σκούτα.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Μ. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Πυρπυρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 538/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 4512/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25/10/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 107/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 20/4/2013 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 26/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού (Ολ. ΑΠ 40/1996). Επομένως η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αρ. 1 εδα Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών δηλαδή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στην οποία υποπίπτει το δικαστήριο, όταν, ενώ διαπιστώνει ανελέγκτως έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών παραλείπει να προσφύγει προς τούτο στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή τους και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας ενώ δέχεται ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται.

Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ κατά την ερμηνεία της διαθήκης αναζητείται μόνον η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ που αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες. Σκοπείται δηλαδή η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα αντιλαμβανόταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 εδβ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της διαθήκης που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτήν με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των παραπάνω ερμηνευτικών κανόνων.

Στην προκειμένη περίπτωση με την 4512/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 538/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την τελευταίων με την οποία ζητούσε 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης της βεβαρημένης με καταπίστευμα κληρονόμου, ως προς την διάταξή της με την οποία οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι εγκαθίστανται ως κληρονόμοι στα επίδικα ακίνητα 2) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας των τελευταίων και 3) να αναγνωρισθεί η κυριότητα της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και το κληρονομικό της δικαίωμα στα επίδικα ακίνητα και να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να της αποδώσουν αυτά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η ως άνω 538/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της διάταξης της παραπάνω διαθήκης, αξίωσης της ενάγουσας την εκδίκαση της οποίας παρέπεμψε στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς τις λοιπές σωρευόμενες αξιώσεις.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 1 εδβ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών επειδή, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, "η θανούσα με τη διαθήκη της κατέλιπε στους αναιρεσείοντες τα εναυτή αναγραφόμενα ακίνητα και αναγράφει τους λόγους για τους οποίους προέβη στη δήλωση αυτή τελευταίας βουλήσεώς της, το έπραξε δε εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και δη προ τη μητέρα μας η οποία συμπαραστάθηκε σ' αυτήν μέχρι και της ημερομηνίας του θανάτου της.

Τούτο όμως δεν επισκοπήθηκε από το δικαστήριο όπως άρμοζε στην προκειμένη περίπτωση". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα παραπάνω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία. Ειδικότερα δεν εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια δηλαδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ενώ διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση της διαθέτιδος ή ότι προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ενώ δέχθηκε ότι ήταν σαφής η δήλωση βουλήσεως της τελευταίας και δεν είχε ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ίδιους κανόνες και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη αυτή εφαρμογή.

Παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος καθ' όσον υπό την επίκληση της προαναφερομένης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η αναιρετικός αυτός λόγος δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ. στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ. ΑΠ 30/1995, Ολ. ΑΠ 5/2003). Με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κατ' εκτίμηση η από τον αρ. 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια (και όχι από τους αρ. 8α, 9 και 14 όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο ως προς τους τρίτο, τέταρτο και ένατο λόγους) ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό που πρόβαλαν με την έφεσή τους οι αναιρεσείοντες, ότι το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτήν προς εκδίκαση στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι καθ' όσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη δική του αρμοδιότητα.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κλπ., όχι δε και αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν.2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, δηλαδή η οριστική απόφαση εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, και ο όγδοος κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου στο λόγο αυτό νομικού σφάλματος (όχι από τον αριθμό 13 του ίδιου άρθρου) από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστοι αφού οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα ποια πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη.

Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμοι, καθ' όσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, ως προς τις αγωγικές αξιώσεις που δίκασε κατ' ουσίαν.

Για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ. 11 παρ γ του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτόν της προσαγωγής τους, καθώς και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Επίσης πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ γ Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπ' όψιν την ένορκη βεβαίωση "την οποία λάβαμε νόμιμα με προηγούμενη κλήση της καθ' ης ότι ανταποκρίνεται στα πράγματα και φανερώνει τη βούληση της διαθέτιδος η οποία από λόγους ηθικούς πρωτίστως οικονομικούς δευτερευόντως, ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό δηλαδή να τιμήσει ημάς τους αναιρεσείοντες με όσα αναφέρει στην αγωγή της", όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύεται το αποδεικτικό μέσον, που δε λήφθηκε υπόψη δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες εκκαλούντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν την παραπάνω ένορκη βεβαίωση νομίμως με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, δεν καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν από την ένορκη βεβαίωση, καθώς και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσον αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκαν, ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία (αποδεικτική δύναμη) είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά για το δικαστήριο καθορίζει ο νόμος και το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή πως επέδρασε η παραβίαση στο διατακτικό της αποφάσεως και από ποιόν έχει προσαχθεί το έγγραφο.

Εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού, ο έβδομος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με αναφορά απλώς και μόνο στο κείμενο της οικείας διατάξεως, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή ο προβλεπόμενος από τον αρ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης δε δημιουργείται αν οι αντιφατικές διατάξεις της απόφασης του Εφετείου υπάρχουν σε σχέση μόνο με την πρωτοβάθμια απόφαση που ενσωματώθηκε σ' αυτήν, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για αντιφατικές διατάξεις της ίδιας της απόφασης.

Συνεπώς ο δέκατος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο κατ' εκτίμηση, οι αναιρεσείοντες προβάλουν την αιτίαση ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που επικυρώθηκε μετά την απόρριψη κατ' ουσίαν της έφεσης που άσκησαν κατ' αυτής, με την προσβαλλομένη απόφαση, περιέχει αντιφατικές διατάξεις είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

ΑΠ 30/1997, Ολομ. ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, να εκτίθενται με πληρότητα οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 32/1996, Ολ. ΑΠ 24/2005). Με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης επειδή κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο "και θεωρούμε με βάση όλα όσα έκρινε και δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι δεν έχει νόμιμη βάση ιδρυομένων έτσι των ανωτέρω αναφερομένων λόγων αναιρέσεως".

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν εξειδικεύεται σε σχέση με την αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια, το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, αν πρόκειται για ελλιπή αιτιολογία και ποια είναι τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην περίπτωση αυτή ή αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες και ποιες είναι αυτές, ούτε καθορίζονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή των οποίων υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση των S. Y. και I. D. περί αναιρέσεως των 4512/2010 και 538/2009 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντιστοίχως.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη, της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ