Legislator Case Law & Legislation
491/2010 AI generated

491/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 491/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3 Οκτωβρίου 2005 και 12 Δεκεμβρίου 2005 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4341/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2678/2008 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

491/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 491 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 491/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Πιέρρου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3 Οκτωβρίου 2005 και 12 Δεκεμβρίου 2005 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4341/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2678/2008 του Εφετείου Αθηνών.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-9-2008 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

O λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 τον άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν παρά το νόμο το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού.

Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους συζύγους.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση.

Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (Κ.Πολ.Δ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου, τα δε ζητήματα υπαιτιότητας κρίνονται αυτοτελώς στη δίκη διατροφής.

Στην πραγματικότητα δηλαδή αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι, όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ' αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα, όμως, τον ίδιο λόγο του αντικειμενικού κλονισμού του γάμου (Α.Π. 1326/2008, Α.Π. 1301/2005, Α.Π. 669/2005).

Τέλος, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης επί της έφεσης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η έλλειψή του δε συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου της έφεσης ως απαράδεκτου (άρθρα 68, 73, 516 και 532 Κ.Πολ.Δ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2678/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση ο εκκαλών (ο σύζυγος) ήσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 11488/05 αγωγή του κατά της εφεσίβλητης περί λύσεως του μεταξύ των γάμου λόγω κλονιστικών γεγονότων που οφείλονται σε υπαιτιότητα της εφεσίβλητης και στη συνέχεια η τελευταία ήσκησε την υπ' αριθμ. 8855/05 παρόμοια αντίθετη αγωγή.

Επί των αγωγών αυτών αφού συνεκδικάσθησαν εξεδόθη η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή (του εκκαλούντος) και εγένετο δεκτή η δεύτερη αγωγή (εφεσίβλητης). Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεση για κακή εφαρμογή του Νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά αφού εξαφανισθεί να απορριφθεί η αγωγή της συζύγου και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή.

Με αυτό το αίτημα η κρινόμενη έφεση είναι απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος στην άσκηση αυτής, σύμφωνα με τα προαπτυχθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αντίδικής του και της, με αριθμό 4341/2007, οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η οποία, όπως δέχεται το Εφετείο, μετά παραδοχή της, από τη διάταξη του άρθρου 1439 Α.Κ., αγωγής της αναιρεσίβλητης έλυσε, με διαζύγιο, το γάμο τους για λόγο αναφερόμενο στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την αντίθετη αγωγή του τελευταίου.

Η απόρριψη αυτή, προφανή έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε κήρυξη απαραδέκτου, αφού το Εφετείου δεν εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσης, αλλά αρκέστηκε μόνο στην διακρίβωση της έλλειψης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του εκκαλούντος να ασκήσει έφεση κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης. Ενόψει αυτών, το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Άρα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο, ύστερα από εκτίμηση του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή από τον αριθμό 14 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος όπως και οι λοιποί λόγοι (πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο μέρος τους), με τους οποίους κατά τον αναιρεσείοντα οι ίδιες αιτιάσεις φέρονται και ιδρύουν και τους λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ατελέσφορα όμως.

Πρέπει επομένως να απορριφθεί ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2678/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ