491/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated491/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : "Δυνάμει...... συμβολαίων..... που μεταγράφηκαν νόμιμα ο Ψ, αρχικά ενάγων (ο οποίος απεβίωσε στις 20102002).... Μεταβίβασε στον εναγόμενο Χ1, ανεψιό του από αδελφή, λόγω πωλήσεως πέντε (5) συνολικά ακίνητα ... Ο ανωτέρω ενάγων, ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1914, κατοικούσε, όσο ζούσε, στην .....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 491 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 491/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανέστη Χατζηχρήστου.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της τΔημήτριο Στρατόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2002 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ψ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-12-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 15-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταναπό το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατάτρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικάπεριστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαίαγια τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στησυγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουνελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση τωναποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση τωναποδείξεων που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή ηαιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απότην απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οιισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, πουσυνέχονται
με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω : Κατά το άρθρο 147 εδ. α ΑΚ : "'Οποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία.". Κατά το άρθρο 149 εδ. α ΑΚ : "Εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.". Κατά το άρθρο 154 ΑΚ : "Η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση. Την ακύρωση έχουν δικαίωμα να ζητήσουν μόνον αυτός που πλανήθηκε ή απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους.". Κατά το άρθρο 914 ΑΚ : "'Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.". Κατά το άρθρο 932 εδ. α' ΑΚ : "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.". Κατά το άρθρο 933 ΑΚ : "Η αξίωση του προηγούμενη άρθρου δεν εκχωρείται, ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε γι' αυτήν αγωγή.".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα : "Δυνάμει...... συμβολαίων..... που μεταγράφηκαν νόμιμα ο Ψ, αρχικά ενάγων (ο οποίος απεβίωσε στις 20102002).... Μεταβίβασε στον εναγόμενο Χ1, ανεψιό του από αδελφή, λόγω πωλήσεως πέντε (5) συνολικά ακίνητα ... Ο ανωτέρω ενάγων, ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1914, κατοικούσε, όσο ζούσε, στην .....
Βοιωτίας και ήταν αγρότης στο επάγγελμα. Ήταν έγγαμος, αλλά από το γάμο του δεν είχε αποκτήσει παιδιά. Διατηρούσε δε την πεποίθηση, η οποία ήταν γνωστή στους στενούς συγγενείς του, ότι από εξώγαμη σχέση που είχε συνάψει στο παρελθόν με άλλη γυναίκα, η οποία εργαζόταν στην οικογενειακή του οικία, είχε αποκτήσει το έτος 1964 έναν γυιό.
Μετά το θάνατο της συζύγου του περί τις αρχές του έτους 2000 έταξε ως σκοπό της ζωής του να βρει και να γνωρίσει το εξώγαμο παιδί του και να του μεταβιβάσει την περιουσία του. Ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν επίσης μόνιμος κάτοικος ......, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης που είχε με τον ενάγοντα γνώριζε τόσο την ως άνω πεποίθηση αυτού όσο και την επιθυμία του να γνωρίσει το γυιό του, αλλά και την πρόθεση του να του μεταβιβάσει την περιουσία του.
Έτσι, ο εναγόμενος από τα μέσα περίπου του έτους 2000 άρχισε να ενισχύει την πεποίθηση του ενάγοντος σχετικά με την ύπαρξη του γυιού του και στη συνέχεια τον έπεισε ότι είχε βρει αυτόν, ο οποίος ονομαζόταν Γ1, ήταν αστυνομικός, που είχε υπηρετήσει στην ...... και είχε μετατεθεί στο Σταθμό Χωροφυλακής Μοσχοχωρίου Λαμίας, ενώ εκείνη την εποχή βρισκόταν στην ....
για ειδική μυστική εκπαίδευση και αποστολή. Μάλιστα διαβεβαίωνε τον ενάγοντα ότι ο ίδιος είχε ενεργήσει ώστε να γίνουν ειδικές ιατρικές εξετάσεις ανίχνευσης DΝΑ, από τις οποίες είχε προκύψει ότι ο συγκεκριμένος Γ1 ήταν φυσικό του τέκνο. Στην προσπάθεια του αυτή να πείσει τον ενάγοντα για τα παραπάνω τον βοήθησε και η αδελφή του ......., η οποία επιβεβαίωνε στον ενάγοντα όλες τις πληροφορίες του εναγομένου.
Το Δεκέμβριο του έτους 2000 ο Ψ εισήχθη σε Νοσοκομείο των Αθηνών, για τη τοποθέτηση στην καρδιά του βηματοδότη. Μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο φιλοξενήθηκε στο σπίτι του εναγόμενου ανεψιού του στην ......, έως τον Απρίλιο του έτους 2001, οπότε ασθένησε και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο Νοσοκομείο Άμφισσας.
Κατά το χρονικό αυτό διάστημα και συγκεκριμένα από Δεκέμβριο του έτους 2000 μέχρι τις αρχές Μαρτίου 2001, είχαν καταρτισθεί και τα δύο ως άνω συμβόλαια, με τα οποία είχαν μεταβιβασθεί στον εναγόμενο όλα τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε ο ενάγων, και είχε ανοιχθεί στο Υποκατάστημα Δελφών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο υπ' αριθμόν .....
κοινός λογαριασμός, με δικαιούχους τον αρχικώς ενάγοντα και τον εναγόμενο, ενώ είχε ήδη συνταχθεί δημόσια διαθήκη του Ψ, με την οποίαν αυτός εγκαθιστούσε κληρονόμο του τον εναγόμενο σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ενάγοντος Ψ στο Νοσοκομείο της Άμφισσας, τον Απρίλιο του έτους 2001, τον επισκέφθηκαν η αδελφή του ......
και η ανεψιά του από αδελφό, Ψ1, ήδη εκκαλούσα, μαζί με το σύζυγο της, ......., ο οποίος και εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως μάρτυρας απόδειξης, ο Ψ τους ανακοίνωσε ότι ήταν επιτέλους ευτυχισμένος διότι τελικά βρήκε τον γιυό του, με τη βοήθεια του ανεψιού του Χ1, αλλά δεν τον έχει γνωρίσει ακόμη, γιατί βρίσκεται στην .....
σε μυστική αποστολή και ότι είχε τακτοποιήσει και τα περιουσιακά του στοιχεία, μεταβιβάζοντας αυτά, για φορολογικούς λόγους, αλλά και προς αποφυγή προβλημάτων που θα αντιμετώπιζε (ο γυιός του), λόγω της ιδιότητας του ως αστυνομικού, στον ανεψιό του Χ1 (εναγόμενο) ο οποίος, όπως ρητά του έχει υποσχεθεί, θα τα μεταβίβαζε στη συνέχεια στο γυιό του.
Ακολούθως μετά την έξοδο του Ψ από το Νοσοκομείο της Άμφισσας (στις 12/4/2001), πραγματοποιήθηκε στη ..... στις 23/4/2001 συνάντηση του ίδιου του Ψ και του φερόμενου ως γυιού του, Γ1, στην οποία παρευρίσκονταν η εκκαλούσα και ο σύζυγος της, που είχαν εντοπίσει μέσω του Διοικητή Αστυνομίας στη ...... τον Γ1 και είχαν ενημερώσει σχετικά αυτόν.
Κατά τη συνάντηση αυτή διαπιστώθηκε ότι ο Γ1 δεν ήταν γυιός του ενάγοντος, ούτε ήταν υιοθετημένος από τους γονείς με τους οποίους ζούσε στο ....... Φθιώτιδας, αλλά ήταν φυσικό τέκνο αυτών ενώ δεν είχε μεταβεί ποτέ στην .... και αγνοούσε παντελώς τον ενάγοντα αλλά και τον ανεψιό του Χ1. Κατόπιν τούτων ο Ψ, αντιλαμβανόμενος ότι είχε εξαπατηθεί από τον εναγόμενο ανεψιό του προκειμένου να προβεί στις προσβαλλόμενες δικαιοπραξίες μεταβίβασης σ' αυτόν της ακίνητης περιουσίας του και στη σύνταξη της αναφερόμενης παραπάνω διαθήκης, ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαινε αν δεν είχε πεισθεί από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του εναγόμενου, άσκησε την από 30/4/2001 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς με την οποία ζήτησε να τεθούν υπό μεσεγγύηση τα μεταβιβασθέντα στον εναγόμενο δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων ακίνητα, επί της οποίας εκδόθηκε, μετά την κατ' αντιμωλία συζήτηση της, στις 12/6/2001, η υπ' αριθμόν 602/2001 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή.
Στη συνέχεια ο αρχικά ενάγων προέβη σε σύνταξη δημόσιας διαθήκης, με την οποία, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή, ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη του και εγκατέστησε αποκλειστική κληρονόμο του την ήδη εκκαλούσα σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του καθώς και στ' ακίνητα που εξαπατηθείς είχε μεταβιβάσει με πώληση στον ανεψιό του Χ1 δυνάμει των προαναφερομένων......
Επίσης ο αρχικά ενάγων, λόγω της στεναχώριας της πικρίας και της απογοήτευσης που ένοιωσε, εξ αιτίας της συμπεριφοράς του ανεψιού του, στις 13/9/2001, βγήκε στην πλατεία της ..... κρατώντας ένα πλακάτ στο οποίο είχαν αναγραφεί τ' ακόλουθα : "Ο ανηψιός μου Χ1 και η ανηψιά μου ....... με εξαπάτησαν και μου πήραν την περιουσία μου, ότι θα την δώσουν στον γυιό μου".......
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν το Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη υπόθεση ο αρχικά ενάγων Ψ παρασύρθηκε σε δηλώσεις βουλήσεως τις οποίες ενσυνείδητα και από πρόθεση του προκάλεσε ο εναγόμενος, ενισχύοντας, με τις αναφερόμενες παραπάνω παραπλανητικές διαβεβαιώσεις του, την ενδόμυχη πεποίθηση του ενάγοντος ότι έχει αποκτήσει γυιό και εκμεταλλευόμενος την επιθυμία του να βρει αυτόν και να του μεταβιβάσει την περιουσία του, προέβη στις ανωτέρω ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαινε αν δεν είχε πεισθεί από τις ρητές υποσχέσεις του εναγόμενου, ότι τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάσθηκαν σ' αυτόν, είτε λόγω πωλήσεως, είτε λόγω κληρονομιάς θα μεταβιβάζονταν στο μέλλον στον γυιό του, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν επρόκειτο ποτέ να συμβεί, εφόσον δεν υπήρχε το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο.
Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος στις 27/12/2001, δη λαδή σε χρόνο που ζούσε ο Ψ και μετά την έκδοση της υπ' αριθμόν 602/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς με την οποία έγινε δεκτή αίτηση του αρχικά ενάγοντος και τέθηκαν υπό μεσεγγύηση τα μεταβιβασθέντα στον εναγόμενο δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων ακίνητα, μεταβίβασε κατά κυριότητα στις θυγατέρες του ....., .....
και ...... όλα τα παραπάνω ακίνητα, δυνάμει.... Συμβολαίων γονικής παροχής που μεταγράφηκαν νόμιμα. Επιπλέον δε από την τελευταία αυτή ενέργεια του εναγόμενου αποδεικνύεται και το αβάσιμο του ισχυρισμού του ότι οι προς αυτόν μεταβιβάσεις από τον ενάγοντα δεν ήσαν αποτέλεσμα απάτης, αλλά έγιναν λόγω πωλήσεως και μόνον και επειδή ήθελε να εξασφαλίσει τις θυγατέρες του, καθόσον δεν είναι λογικό να μη ζητήσει ο εναγόμενος να καταρτισθούν οι προσβαλλόμενες δικαιοπραξίες κατευθείαν στο όνομα των θυγατέρων του, αφού ως αγοραστής αυτών είχε κάθε νόμιμο δικαίωμα να απαιτήσει τούτο από τον πωλητή, αποφεύγοντας έτσι και τις πρόσθετες δαπάνες των διπλών μεταβιβάσεων.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προσβαλλόμενες με την ένδικη αγωγή δικαιοπραξίες, πάσχουν από ακυρότητα, εφόσον οι περιεχόμενες σ' αυτές δηλώσεις βουλήσεως του αρχικά ενάγοντος ήσαν αποτέλεσμα της απάτης την οποία μετήλθε ο εναγόμενος και η οποία υφίστατο κατά το χρόνο που έγιναν αυτές.
Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά το αίτημα της περί ακυρώσεως των ως άνω δικαιοπραξιών ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, απορριπτομένων ως αβάσιμων των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προβληθέντων από τον εναγόμενο ισχυρισμών, τους οποίους επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος ως αυτοτελείς λόγους εφέσεως και συγκεκριμένα: 1) περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης αυτού στην ένδικη αγωγή, αφού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα ακύρως μεταβιβασθέντα σ' αυτόν ακίνητα, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής είχαν μεταβιβασθεί από αυτόν στις θυγατέρες του, οι προσβαλλόμενες με την ένδικη αγωγή ως ακυρώσιμες δικαιοπραξίες καταρτίστηκαν μεταξύ του Ψ και του εναγόμενου, ο οποίος και μετήλθε την απάτη και συνεπώς μόνου νομιμοποιούμενου ως εναγόμενου στην προκείμενη αγωγή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας και 2) περί μη στοιχειοθέτησης στην προκειμένη περίπτωση της κατ' άρθρον 147 ΑΚ απάτης, α) εξαιτίας του ότι η φερόμενη ως απατηλή συμπεριφορά αυτού αφορά σε υπόσχεση εκ μέρους του εκπλήρωσης παροχής στο μέλλον σε συνδυασμό με την ενδιάθετη πρόθεση του να μην εκτελέσει τη συγκεκριμένη συμβατική του υποχρέωση, ισχυρισμός ο οποίος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά τα προαναφερόμενα, διότι πρόκειται περί απάτης υπό την έννοια του Αστικού Κώδικα (άρθρο 147 ΑΚ) και όχι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης κατά τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, κατ' εφαρμογήν των αναφερομένων στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας και β) λόγω ελλείψεως του στοιχείου της προς βλάβη της περιουσίας του απατηθέντος με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του ιδίου, εφόσον πρόκειται για επαχθείς και όχι χαριστικές δικαιοπραξίες, ενώ ο ίδιος κατέβαλε το συμφωνημένο τίμημα, ισχυρισμός ο οποίος είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος καθόσον για τη στοιχειοθέτηση της απάτης του άρθρου 147 ΑΚ, είναι αδιάφορο εάν στον απατηθέντα προκλήθηκε ή όχι περιουσιακή βλάβη με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος εκείνου που μετήλθε την απάτη, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η απατηλή συμπεριφορά του τελευταίου η οποία προκάλεσε την ελαττωματική δήλωση βουλήσεως του απατηθέντος δεν αφορά στην καταβολή ή όχι τιμήματος, αλλά εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο εναγόμενος έπεισε τον αρχικά ενάγοντα πως τα μεταβιβασθέντα σ' αυτόν περιουσιακά του στοιχεία θα περιέρχονταν στο γυιό του και ότι οι μεταβιβάσεις προς αυτόν ήταν αναγκαίες για συγκεκριμένους λόγους.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται παραπάνω, ότι ο αρχικά ενάγων, λόγω της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφορά του εναγόμενου, υπέστη ηθική βλάβη, η οποία συνίσταται στην απογοήτευση και τη στενοχώρια που προκλήθηκαν σ'αυτόν από τις συγκεκριμένες απατηλές ενέργειες του εναγόμενου σε βάρος του, οι οποίες εξαιτίας της στενής συγγενικής τους σχέσης, της μεγάλης ηλικίας του και της εμπιστοσύνης με την οποία περιέβαλε αυτός τον ανεψιό του, εμπιστοσύνη την οποία ο τελευταίος δεν δίστασε να εκμεταλλευθεί, αν και γνώριζε ότι επρόκειτο για ζήτημα που για τον ενάγοντα θείο του είχε ιδιαίτερη συναισθηματική αξία, προσέλαβε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.
Έτσι, το Δικαστήριο εκτιμώντας τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό της υπαιτιότητας του εναγόμενου και το είδος και την έκταση της βλάβης που προκλήθηκαν στον ενάγοντα καθώς και την περιουσιακή κατάσταση των μερών, κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αρχικώς ενάγοντος, πρέπει να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 2.000 ευρώ, το οποίο μετά τη στάθμιση των παραπάνω απαιτούμενων από το νόμο, στοιχείων κρίνεται στη προκειμένη περίπτωση εύλογο.....
και νομίμως επιδικάζεται υπέρ της κληρονόμου του απατηθέντος αρχικά ενάγοντος, κατ' .εξαίρεση από τον κανόνα της διατάξεως του άρθρου 933 εδ. α ΑΚ περί του ακληρονόμητου της συγκεκριμένης αξιώσεως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση τυχαίνει εφαρμογής η περιεχόμενη στο δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου 933 ΑΚ διάταξη, αφού ο δικαιούχος αυτής, πριν αποβιώσει (20-10-2002), οπότε και κληρονομήθηκε από την ήδη εκκαλούσα είχε επιδώσει στον εναγόμενο την ένδικη αγωγή του με την οποία ασκήθηκε η αξίωσή του αυτή.".
Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς: με την εκ μέρους του αναιρεσείοντος - εναγομένου παράσταση, προς τον αρχικώς ενάγοντα, ψευδών γεγονότων ως αληθών, με την εκ μέρους του τελευταίου ζημιογόνο δήλωση βουλήσεως, ήτοι την μεταβίβαση προς τον αναιρεσείοντα περιουσιακών του στοιχείων, καθώς και με τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των απατηλών ενεργειών του αναιρεσείοντος και της ζημιογόνου πράξεως του παθόντος αυτές δε οι αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο (μοναδικός) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο -κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και προβάλλονται τα αντίθετα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 63/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατικής 'Εδρας Λιβαδειάς).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ