Legislator Case Law & Legislation
491/2006 AI generated

491/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 491/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Ο από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε, όχι όμως και όταν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη αυτά, τα εξετίμησε όμως κατά την αξιοπιστία τους και τα από αυτά προκύπτοντα κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον, του οποίου έπρεπε, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου ως αιτιολογίες κατά την έννοια του αριθμ. 19 του αυτού άρθρου, των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή ασάφεια, ιδρύουν τον από τη διάταξη αυτή λόγον αναιρέσεως, νοούνται οι πραγματικές επί της ουσίας παραδοχές της αποφάσεως και όχι και οι αναγόμενες στην ανάλυση, αξιολόγηση, στάθμιση και γενικά εκτίμηση των αποδείξεων.

Legislator headnote

AI generated

491/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως αναφέρεται στο υποκειμενικό βάρος της αποδείξεως, το οποίο προϋποθέτει έκδοση απόφασης περί διεξαγωγής αποδείξεων. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 670 και 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Keywords

AI generated
overtime exceeding statutory hours commercial traveller contract commuting expenses irregular working hours Sunday work authorization working time directive
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 491 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 491/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Αθανάσιο Θεμέλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Αρτέμιδος Παπαγεωργίου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Δ. Μ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλαβάνο - Τσαπαλίρα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε.", στην οποία έχει συγχωνευθεί δι' αποφάσεως η εταιρεία "ΚΡΟΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάρμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαρτίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2134/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3943/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Μαΐου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανάγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Ο από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε, όχι όμως και όταν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη αυτά, τα εξετίμησε όμως κατά την αξιοπιστία τους και τα από αυτά προκύπτοντα κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον, του οποίου έπρεπε, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου ως αιτιολογίες κατά την έννοια του αριθμ. 19 του αυτού άρθρου, των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή ασάφεια, ιδρύουν τον από τη διάταξη αυτή λόγον αναιρέσεως, νοούνται οι πραγματικές επί της ουσίας παραδοχές της αποφάσεως και όχι και οι αναγόμενες στην ανάλυση, αξιολόγηση, στάθμιση και γενικά εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς οι δια του πρώτου λόγου αναιρετικές αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση και δη τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο βεβαιώσεις της αντιδίκου του και την σε αυτές εξώδικη ομολογία της ως και ότι τούτο (δικαστήριο ουσίας) διέλαβε ελλιπή, αόριστη και αντιφατική αιτιολογία σε σχέση με την στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών τούτων μέσων, είναι απορριπτέες η μεν πρώτη ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και ρητώς μνημόνευσε και έκρινε, για τους διαλαμβανομένους σε αυτή (προσβαλλομένη) λόγους, ότι τα σε αυτά αναφερόμενα δεν απεικονίζουν πράγματι τις ώρες εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, η δε δεύτερη (αντιφατική προς την πρώτη) ως απαράδεκτη. Επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι και η αναιρετική αιτίαση με την οποία πλήττεται η προσβαλλομένη για την λήψη υπόψη μη επιτρεπομένων, κατά νόμον αποδεικτικών μέσων και δη, κατ' άρθρον 393 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. μαρτυρικών καταθέσεων κατά του περιεχομένου εγγράφων (άνω βεβαιώσεων), δεδομένου ότι ο εκ της διατάξεως αυτής αποκλεισμός του εμμαρτύρου μέσου δεν έχει εφαρμογή επί εργατικών διαφορών, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 έως 676 του κώδικος αυτού, ως εν προκειμένω.

2. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ότι το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο εξαιρετική αποδεικτική δύναμη, που δεν είχε από το νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη. Παρότι είχε κατά νόμο και όχι όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο αυτό λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στο Εφετείο, ότι το δικαστήριο αυτό για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την απόδειξη για υπερωριακή εργασία, νυκτερινή απασχόληση και απασχόληση σε ημέρες αργίας, δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στις προαναφερθείσες από 12-1-1996, 22-2-1997 και 12-2-1998 αποδείξεις της αναιρεσίβλητης κατά παραβίαση των οριζομένων στην διάταξη του άρθρου 445 Κ.Πολ.Δ., κατά τα οποία τα νομίμως συντεταγμένα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε η γνησιότητα, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη τους επιτρεπομένης, όμως ανταποδείξεως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι, ως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο δέχθηκε ότι πράγματι η στα παραπάνω έγγραφα δήλωση προέρχεται από τον εκδότη τους αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσίβλητης και περαιτέρω δε, κατ' ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, και μετ' εκτίμηση και των κατ' ανταπόδειξη προσκομισθέντων από την αναιρεσίβλητη αποδεικτικών μέσων, ότι το περιεχόμενό τους δεν ανταποκρίνεται στο πράγματι και δη ότι τούτο δεν απεικονίζει την πράγματι παρασχεθείσα από τον αναιρεσείοντα εργασία, για τους διαλαμβανομένους σε αυτή (προσβαλλομένη) λόγους.

3. Ο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως αναφέρεται στο υποκειμενικό βάρος της αποδείξεως, το οποίο προϋποθέτει έκδοση απόφασης περί διεξαγωγής αποδείξεων. Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 670 και 674 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, οι λόγοι του αναιρετηρίου για εσφαλμένη από την απόφαση αυτή εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

4. Ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές αρχές από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Η παραβίαση δε των διδαγμάτων αυτών ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια της παρατιθεμένης ανωτέρω διάταξης, λόγον αναιρέσεως μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Επομένως ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο βάλλεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής με το να δεχθεί το Εφετείο ότι α) οι προαναφερθείσες από 21-1-1996, 22-2-1997 και 12-2-1998 βεβαιώσεις, από τις οποίες, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος προκύπτουν οι ώρες υπερωριακής απασχόλησης, νυκτερινής εργασίας και εργασίας σε ημέρες αργίας, να συνοδεύονται από αναλυτική κατάσταση των ωρών εργασίας ενώ αυτό, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν συμβαίνει πουθενά και ούτε το έκανε η αναιρεσίβλητη σε άλλες περιπτώσεις, β) ο υπογράψας τις βεβαιώσεις αυτές Θ.

Κ. δεν ήταν το αρμόδιο όργανο της αναιρεσίβλητης να βεβαιώνει τις ώρες απασχόλησης των εργαζομένων και ότι αρμόδιο ήταν μόνο το τμήμα που είχε την ευθύνη της μισθοδοσίας, ενώ δεν προκύπτει αν υπήρχε, κατά τον αναιρεσείοντα, ειδικό τμήμα μισθοδοσίας, γ) δεν προκύπτει χρησιμότητα ετήσιας έκδοσης των ως άνω βεβαιώσεων, αφού δεν χρησιμοποιήθηκαν για την είσπραξη των οφειλομένων και δ) οι βεβαιώσεις αυτές δεν προκύπτει ότι είναι επίσημα έγγραφα της αναιρεσίβλητης, αφού δεν φέρουν αριθμό πρωτοκόλλου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η αποδιδομένη με το λόγο αυτό και περιεχόμενο αιτίαση δεν αφορά παραβίαση συγκεκριμένων διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, (οποίοι και δεν παρατίθενται), αλλά τοιαύτη κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966, με την οποία ορίζεται ότι οι μισθωτοί απασχολούμενοι κατά Κυριακή δικαιούνται, ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας περί της απασχολήσεως αυτή και των άλλων ενδεχομένων συνεπειών, αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατ' άλλη εργάσιμη ημέρα της αρξαμένης την Κυριακή εβδομάδας, προκύπτει ότι ο μισθωτός που εργάζεται την Κυριακή, επιτρεπτώς ή μη και αμείβεται με μηνιαίο μισθό, δικαιούται να λάβει για κάθε μία Κυριακή προσαύξηση 75% επί του 1/25 του νομίμου μισθού του, όχι όμως και το 1/25 του μισθού του, το οποίο οφείλεται, κατά τα άρθρα 904 επ.

Α.Κ., μόνο σε περίπτωση παράνομης στερήσεώς του από την δικαιουμένη εβδομαδιαία ανάπαυση. Στην παράγραφο 5 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι : "Μισθωτός εκ των υπαγομένων εις τας διατάξεις του παρόντος απασχολούμενος κατά Κυριακή μέχρι πέντε ώρες δύναται να αξιώσει ισόχρονο αναπληρωματική εβδομαδιαίαν ανάπαυσιν εκ του εργασίμου χρόνου άλλης ημέρας της αρξαμένης την Κυριακήν εβδομάδος".

Τέλος κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966 : "Αι διατάξεις περί υποχρεωτικής αναπαύσεως καθ' ημέραν Κυριακήν και ημέρας αργίας, δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απασχολουμένων εις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υπηρεσίας και εργασίας εν γένει : α) Μεταφοράς προσώπων ή πραγμάτων παντός είδους, ως και των μετ' αυτών συνδεομένων εργασιών αποστολής - πρακτορεύσεως, φορτώσεως και εκφορτώσεως ...".

Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού προκύπτει ότι οι διατάξεις περί Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας δεν έχουν εφαρμογή στις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις, υπηρεσιών και εργασιών μεταφοράς προσώπων ή πραγμάτων και συνεπώς η εργασία του προσωπικού αυτών είναι νόμιμη και δεν είναι απαγορευμένη κατά τις Κυριακές και τις αργίες, δικαιούνται όμως αυτοί αναπαύσεως σε άλλη ημέρα της εβδομάδας.

Σε περίπτωση δε που η απασχόλησή τους δεν υπερβαίνει τις πέντε ώρες, δικαιούνται ισόχρονης προς την απασχόλησή τους ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και αντίστοιχη αποζημίωση. Επίσης κατά την παράγραφο 1 της 18310/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, οι απασχολούμενοι από 10 μ.μ.

μέχρι 6 π.μ. ώρα λαμβάνουν τις κάθε φορά νόμιμες αποδοχές αυξημένες κατά 25%.

Συνεπώς οι κατά τις ώρες αυτές απασχολούμενοι και με μηνιαίο μισθό αμειβόμενοι δικαιούνται πλέον του μισθού τους για κάθε ώρα της τοιαύτης απασχολήσεώς τους ποσοστό 25% επί του ωρομισθίου τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ανελέγκτως δέχθηκε από την εκτίμηση των σ' αυτήν αναφερομένων αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα :

Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε την 20-4-1995 μεταξύ του αναιρεσείοντος και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης αεροπορικής εταιρίας, προσελήφθη ο πρώτος για να προσφέρει και προσέφερε από τότε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος του εμπορικού τμήματος της αναιρεσίβλητης, απασχολούμενος με ζητήματα ναυλωμένων πτήσεων, δηλαδή επικοινωνούσε τηλεφωνικά ή με αλληλογραφία με FAX με τους ναυλωτές και το αεροδρόμιο για να πραγματοποιήσει τις ακριβείς ώρες των πτήσεων και όσα άλλα ζητήματα ήταν αναγκαία μέσα στα πλαίσια των συμβάσεων ναυλώσεως και προέβαινε στον τελικό σχεδιασμό των πτήσεων, μετά δε την αποχώρηση του Εμπορικού Διευθυντή Α.

Α., ανέλαβε το Νοέμβριο 1997 ως αναπληρωτής Εμπορικός Διευθυντής ασχολούμενος με τις συμβάσεις ναυλωμένων πτήσεων, έχοντας ως προϊστάμενό του τον τότε αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο Θ. Κ.. Οι ώρες εργασίας κατά τις καθημερινές ημέρες ήταν από 3 μ.μ. μέχρι 11 μ.μ. και κατά τις Κυριακές και αργίες ήταν μέχρι πέντε (5) ώρες. 'Εκρινε δε ότι :

α) Ο αναιρεσείων δεν δικαιούται πλήρους αναπαύσεως σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, δεν επεδίκασε δε μειωμένη αποζημίωση για την στέρηση ισοχρόνου προς την απασχόλησή του αναπαύσεως σε άλλη της εβδομάδος ημέρα, ελλείψει σχετικού αγωγικού αιτήματος (για την τελευταία αυτή κρίση δεν πλήττεται με την αναίρεση η απόφαση), β) για την νυκτερινή εργασία, δέχθηκε ότι ο συμφωνηθείς μηνιαίος μισθός του αναιρεσείοντος από την πρόσληψή του (20-4-1995) ανερχόταν στις 200.000 δραχμές και από 1-1-1997 στις 250.000 δραχμές, ήτοι το ωρομίσθιο ανερχόταν στις 1.200 και 1.500 δραχμές, αντίστοιχα, και ότι δικαιούται ως προσαύξηση κατά 25% επί του ωρομισθίου των ως άνω αποδοχών και γ) για την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες προσαύξηση 75% επί του ωρομισθίου των ως άνω αποδοχών του.

Έτσι, όπως, έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς οι περί του αντιθέτου αναιρετικές αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες.

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων των οποίων, υπό την προϋπόθεση της νομίμου επικλήσεως και προσκομιδής τους, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι και η δικαστική ομολογία.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την έφεση της αναιρεσίβλητης ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλομένη Εφετείου και σε σχέση με την αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση αποζημιώσεως για παρασχεθείσας σε αυτή υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, η αναιρεσίβλητη συνομολόγησε ότι ο αντίδικός της παρέσχε σε αυτήν όχι μεν την επικαλουμένη από αυτόν τοιαύτη εργασία, πάντως όμως έστω και ελάσσονα κατά τις μνημονευόμενες ημέρες κατά τις οποίες πραγματοποιήθηκαν πτήσεις των αεροσκαφών της. Όπως προκύπτει από την έλλειψη στην προσβαλλομένη οποιασδήποτε μνείας περί της δικαστικής αυτής ομολογίας αλλά και εκ του συνόλου του περιεχομένου της, αυτή (προσβαλλομένη), η οποία απέρριψε στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εν λόγω αξιώσεις του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη την ομολογία αυτή, την οποία επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων.

Συνεπώς είναι βάσιμη η σχετική αναιρετική αιτίαση και πρέπει εντεύθεν να αναιρεθεί η προβλεπομένη κατά το σχετικό κεφάλαιό της, δηλαδή το περί απορρίψεως ως ουσιαστικά αβασίμων των αξιώσεων αυτών του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης λόγω της μερικής ήττας της (άρθρο 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3943/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το σχετικό κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ