Legislator Case Law & Legislation
490/2025 AI generated

490/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 490/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με τη με αριθμό 137/4.7.2024 πράξη της Προέδρου του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης από 1.2.2023 (με αριθ. εκθ. καταθ. 5/1.2.2023) αίτησης αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο της 7.11.2023, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου.

Legislator headnote

AI generated

490/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 490 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 490/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 404/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ξάνθη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Βαλεργάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. του Μ., κατοίκου Ξάνθης, που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν η 34/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 316/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-2-2023 αίτησή της. Με την 137/2024 Πράξη της Προέδου του Β1 Πολιτικού Τμήματος , ορίστηκε κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη με αριθμό 137/4.7.2024 πράξη της Προέδρου του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης από 1.2.2023 (με αριθ. εκθ. καταθ. 5/1.2.2023) αίτησης αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο της 7.11.2023, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου.

2. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016).

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 936/2018) και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική συζήτηση, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 702/2024, ΑΠ 156/2024).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 1.2.2023 με αριθ. καταθ. 5/1.2.2023 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (3.12.2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Από το από 9.9.2024 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Ξάνθης Σ. Δ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω, με αριθ. 137/2024, πράξης της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3.12.2024) και της κλήσης να παραστεί στη συζήτηση αυτής κατά την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Κ.

Κ., ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου του αναιρεσιβλήτου για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη, καθότι, όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του υπ' αριθ. 1919/31.10.2023 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ξάνθης Α.

Σ., ο αναιρεσίβλητος διόρισε τον ως άνω δικηγόρο πληρεξούσιο και αντίκλητό του προκειμένου ο τελευταίος να παρασταθεί, με την ως άνω ιδιότητά του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7.11.2023, κατά την οποία και παρέστη προσηκόντως ο αναιρεσίβλητος με δήλωση, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθώς και σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή ή διακοπή δικάσιμο.

Εφόσον, δε, η επαναλαμβανόμενη με την πιο πάνω πράξη συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος παρέστη προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε στη δικάσιμο της 7.11.2023, και δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, που γίνεται στην αναγραφόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης δικάσιμο (δηλαδή στις 3.12.2024), δικάζεται αντιμωλία. 3.

Με την υπό κρίση από 1.2.2023 και με αριθ. καταθ. 5/1-2-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 316/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την απόφαση αυτή, αφού συνεκδικάστηκαν, έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι αντίθετες εφέσεις που άσκησαν οι διάδικοι, και δη ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, αφενός, και η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, αφετέρου, κατά της υπ' αριθ. 34/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή του πρώτου εναντίον της δεύτερης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στην αναιρεσείουσα, η οποία (επίδοση) διενεργήθηκε στις 4.1.2023 (βλ. τη σχετική επισημείωση του διενεργήσαντος την εν λόγω επίδοση δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Α. - Σ.

Σ. Τ. επί του επιδοθέντος στην αναιρεσείουσα αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο προσκομίζει η τελευταία).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 4. Η αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Με την από 31.8.2018 (με αριθ. εκθ. καταθ. ...2018) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, την οποία απηύθυνε κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρείας, ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ιστορούσε τα εξής: Ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας εργάζεται ήδη από το έτος 1979 στην επιχείρηση της εναγομένης, παρέχοντας προσηκόντως τις υπηρεσίες του.

Ότι τελευταία κατά σειρά συνήφθη μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης η από 1.7.2000 ατομική σύμβαση εργασίας, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος, για πενθήμερη εργασία και 40 ώρες εβδομαδιαίως, οι δε μικτές μηνιαίες αποδοχές του το έτος 2007 διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.667 ευρώ και οι καθαρές σε 1.400 ευρώ.

Ότι από τον Αύγουστο του 2008 εργαζόταν ως οδηγός των φορτηγών της εναγόμενης εταιρείας και ως πωλητής προϊόντων, ενώ κατόπιν, από το έτος 2015 και εφεξής, εργάζεται ως παρασκευαστής και μάστορας ζαχαρωδών και, όταν δεν υπάρχει εργασία στο αντικείμενο αυτό, ως υπάλληλος λογιστηρίου. Ότι και υπό τα νέα του ως άνω καθήκοντα συμφώνησαν με την εναγομένη εργοδότρια να παραμείνει ο μισθός του στο ως άνω διαμορφωθέν ποσό και να εξακολουθήσει να ισχύει, κατά τα λοιπά, η σύμβαση εργασίας του ως είχε.

Ότι το έτος 2010, λόγω της οικονομικής κρίσης, συμφώνησαν να του καταβάλει η εναγομένη μέρος του μηνιαίου μισθού του, και δη 1.000 ευρώ, και να του αποδώσει το υπόλοιπο μέρος των 400 ευρώ μηνιαίως με μελλοντικές καταβολές, όμως, όταν το έτος 2012 ζήτησε να του καταβληθούν τα κατά τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά, η εναγομένη τον ενημέρωσε ότι η σύμβασή του είχε μετατραπεί σε ανειδίκευτου εργάτη με αντίστοιχες, μειωμένες δηλαδή, μικτές και καθαρές αποδοχές.

Ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε στη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του και τη μείωση των αποδοχών του ούτε αναγνώρισε κάποια σχετική επιχειρησιακή σύμβαση, η δε εναγομένη του οφείλει, αρνούμενη να του καταβάλει, το συνολικό ποσό των 84.690,70 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδόματα αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και διαφορές των επιδομάτων αυτών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι και 31.7.2018, και δη, όπως ειδικότερα στην αγωγή αναλύεται, α)ποσό 58.294,41 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι και 31.7.2018 και β)ποσό 26.396,28 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 μέχρι και 31.12.2012.

Ζήτησε, δε, 1)να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το υπό στοιχ. α' ποσό με βάση τη σύμβαση εργασίας του, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και 2)να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το υπο στοιχ. β' ποσό με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, όλα τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 34/2021 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αφού απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθ' ο μέρος αυτή επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί, κυρίως ή επικουρικώς, στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αφενός υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και αφετέρου αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα επιπλέον 15.540,26 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, δώρα εορτών και επίδομα αδείας κατά το διάστημα από 1.1.2013 έως και το μήνα Ιούλιο 2018, όλα δε τα ποσά αυτά νομιμοτόκως.

Κατά της απόφασης αυτής, και συγκεκριμένα κατά το μέρος που έκαστος ηττήθηκε, οι διάδικοι άσκησαν έφεση, και δη ο μεν ενάγων την από 30.9.2021 (με αριθ. εκθ. κατ. ….2021) έφεση, η δε εναγομένη την από 30.9.2021 (με αριθ. εκθ. κατ. …2021) έφεση. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθ. 316/20222 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. 5.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 674/2023, 566/2023, 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 816/2021). Απαιτείται, δηλαδή, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019).

Ο λόγος αυτός, έτσι, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Οι αμφιβολίες αυτές συνάγονται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 1192/2017, 325/2007). Ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός και όταν δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν λήφθηκαν υπόψη κατά το όλο περιεχόμενό τους ένορκες βεβαιώσεις, που μετ' επικλήσεως προσκομίστηκαν ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (πρβλ.

ΑΠ 690/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος (ΑΠ 146/2022, 218/2020, 96/2019, 1081/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη, απαντώντας στην αγωγή και ζητώντας την απόρριψή της, πρόβαλε πρωτοδίκως αναφορικά με το επίμαχο χρονικό διάστημα, τον ισχυρισμό ότι από τις 6.3.2012 και εφεξής μειώθηκαν οι αποδοχές του ενάγοντος δυνάμει Επιχειρησιακών Συμβάσεων Εργασίας που καταρτίστηκαν νομίμως μεταξύ αυτής και της Ένωσης Προσώπων των εργαζομένων της επιχείρησής της, στην οποία (Ένωση Προσώπων) δεν συμμετείχε ο ενάγων, και δη δυνάμει της από 6.3.2012 Επιχειρησιακής Σύμβασης Εργασίας, διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών από τις 6.3.2012 και μετά, και της από 30.1.2014 Επιχειρησιακής Σύμβασης Εργασίας, αόριστης διάρκειας, που αμφότερες κατελάμβαναν στο ρυθμιστικό τους πεδίο όλους ανεξαιρέτως τους εργαζομένους της επιχείρησης, ανεξαρτήτως θέσης και ειδικότητας, συνεπώς και τον ενάγοντα, και με τις οποίες προβλέφθηκε ότι οι μικτές αποδοχές όλων των εργαζομένων μειώνονται στα γενικά κατώτατα όρια της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και ότι, εάν υπάρξει περικοπή ή κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος άδειας για το χρόνο της ισχύος τους, αυτά δεν θα υποχρεούτο η επιχείρηση να καταβάλει στους εργαζόμενους.

Τον ισχυρισμό της αυτό επανέφερε και με την έφεσή της, παραπονούμενη ότι το πρωτοβάθμιο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, ενώ θα έπρεπε να τον κάνει δεκτό και να απορρίψει την αγωγή. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της προσκόμισε μετ' επικλήσεως, κατά την πρωτόδικη και κατά την κατ' έφεση δίκη, μεταξύ των άλλων και το από 2.3.2012 πρακτικό αρχαιρεσιών και την από 2.3.2012 ιδρυτική πράξη της Ένωσης Προσώπων που συνέστησαν, κατ' άρθρ. 3 παρ. 5 του ν. 1876/1990, όπως η παράγραφος αυτή τέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 4024/2011, όλοι οι εργαζόμενοι της επιχείρησής της, πλην του ενάγοντος, καθώς και τις προαναφερόμενες από 6.3.2012 και 30.1.2014 Επιχειρησιακές Συμβάσεις Εργασίας, που αυτή (εναγομένη) κατήρτισε με την εν λόγω Ένωση Προσώπων, επίσης δε και τα λοιπά έγγραφα καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, που κατωτέρω αναφέρονται.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης, κρίνοντας αναφορικά με τα έγγραφα, τα οποία η εναγομένη μετ' επικλήσεως προσκόμισε σχετικώς, τα εξής: "...Εξάλλου, σε σχέση με το επίδικο χρονικό διάστημα εργασίας του ενάγοντος η εναγομένη ανώνυμη εταιρία επαναπροσκομίζει μετ' επικλήσεως το 02-3-2012 πρακτικό αρχαιρεσιών και την από 02-3-2012 ιδρυτική πράξη της ένωσης προσώπων που συνέστησαν, κατ' άρθρο 37 του ν. 4024/2011, όλοι οι εργαζόμενοι της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, πλην του ενάγοντος, καθώς και τις από 06-3-2012 και 30-01-2014 επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας που κατήρτισε με την ένωση προσώπων, δυνάμει των οποίων οι μικτές αποδοχές όλων των εργαζομένων (άρα και του ενάγοντος, μολονότι μη συμβληθείς) μειώθηκαν στα γενικά κατώτατα όρια της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα έγγραφα αυτά, η ένωση προσώπων των εργαζομένων της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας κατήρτισε με την τελευταία, αρχικά την από 06-3-2012 επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας, διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών από 06-3-2012 και κατόπιν, την από 30-01-2014 επιχειρησιακή σύμβαση εργασίας αόριστης διάρκειας, αμφότερες καταλαμβάνουσες στο ρυθμιστικό τους πεδίο όλους ανεξαιρέτως τους εργαζομένους της επιχείρησης ανεξαρτήτως θέσης και ειδικότητας.

Έτσι, με τις συμβάσεις προβλέφθηκε, ότι οι μικτές αποδοχές όλων των εργαζομένων μειώνονται στα γενικά κατώτατα όρια της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας κι ότι εάν υπάρξει περικοπή ή κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος άδειας για το χρόνο της ισχύος τους, αυτά δεν υποχρεούται η επιχείρηση να τα καταβάλει στους εργαζομένους.

Περαιτέρω, ο ενάγων, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 08-02-2020 αλλά και με την προσθήκη στις προτάσεις του προέβαλε τον ισχυρισμό περί πλαστότητας των προσκομιζομένων από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία ως άνω εγγράφων, δηλώνοντας ρητά ότι αμφισβητεί τις επ' αυτών υπογραφές και ειδικότερα, τις υπογραφές των Α.

Α., Π. Ζ., Ι. Μ. Ν. (είναι το ίδιο πρόσωπο με την Ν. Μ. Κ.) και Ε. Μ. επί του από 02-3-2012 πρακτικού αρχαιρεσιών και επί της από 02-3-2012 ιδρυτικής πράξης της ένωσης προσώπων των εργαζομένων της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας, τις υπογραφές του Ε. Μ. και της Α. Τ. επί της από 06-3-2012 επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας και τις υπογραφές των Ε.

Μ. και Ι. Μ. Ν. (είναι το ίδιο πρόσωπο με την Ν. Μ. Κ.) επί της από 30-01-2014 επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας. Ο εν λόγω ισχυρισμός κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι προτείνεται απαράδεκτα, διότι δεν γινόταν επίκληση κανενός αποδεικτικού μέσου προς απόδειξη της βασιμότητάς του, κατά το άρθρο 463 ΚΠολΔ, κι' αξιολογήθηκε ως αμφισβήτηση της γνησιότητας των υπογραφών, με το βάρος απόδειξης να το έχει η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία και προσκόμιζε τα παραπάνω έγγραφα, κσθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά άρνηση.

Τώρα, ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος, με τιςαπό 21-9-2022 έγγραφες προτάσεις του, προβαίνει σε άρνηση της γνησιότητας των υπογραφών των παραπάνω προσώπων επί των προαναφερόμενων εγγράφων, με αποτέλεσμα το βάρος απόδειξης να μετακυλίεται στην εναγομένη, αφού ο προκείμενος ισχυρισμός αποτελεί άρνηση.

Κρίνεται δε και από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι δεν προκύπτει η γνησιότητα των υπογραφών που έχουν τεθεί στα παραπάνω έγγραφα, κι αυτό διότι, μετά από αντιπαραβολή των υπογραφών του Α. Α. και του Π. Ζ. στην από 02-3-2012 ιδρυτική πράξη της ένωσης προσώπων με αυτές στις υπ' αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκη Ξάνθης, της υπογραφής του Ε.

Μ. στο από 02.3.2012 πρακτικό αρχαιρεσιών και στην από 02.3.2012 ιδρυτική πράξη της ένωσης προσώπων, καθώς και στις από 06-3-2012 και από 30-01-2014 επιχειρησιακές συμβάσεις, τόσο μεταξύ τους όσο και με αυτές στις υπ' αριθ. ... ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκη Ξάνθης, της υπογραφής της Ι. Μ. Ν. (είναι το ίδιο πρόσωπο με την Ν.

Μ. Κ.) στο από 02-3-2012 πρακτικό αρχαιρεσιών και στην από 02-3-2012 ιδρυτικής πράξη της ένωσης προσώπων, καθώς και στην από 30-01-2014 επιχειρησιακή σύμβαση, τόσο μεταξύ τους όσο και με αυτές στις υπ' αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκη Ξάνθης και της υπογραφής της Α. Τ. στο από 02-3-2012 πρακτικό αρχαιρεσιών και στην από 02-3-2012 ιδρυτική πράξη της ένωσης προσώπων, καθώς και στην από 06-3-2012 επιχειρησιακή σύμβαση τόσο μεταξύ τους όσο και μετά στις υπ' αριθ. ...

ένορκες βεβαιώσεις της Ειρηνοδίκη Ξάνθης.

Συνεπώς, εφόσον δεν προέκυψε, ότι οι τεθείσες υπογραφές στα ανωτέρω προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία έγγραφα δεν ανήκαν στους παραπάνω, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού περί άρνησης της γνησιότητάς τους, που επαναπροβάλλεται παραδεκτώς στο παρόν Δικαστήριο από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα - εφεσίβλητο, τούτα (έγγραφα) δεν θα εκτιμηθούν καθόλου αποδεικτικά, αναφορικά με την απόδειξη του ισχυρισμού της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας περί του ότι από 06-3-2012 και εφεξής μειώθηκε το ημερομίσθιο του ενάγοντος στο ποσό των 36,25 ευρώ, με βάση τις διαδοχικά ισχύουσες προσκομιζόμενες επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας.....".

Με την κρίση αυτή του Εφετείου, ωστόσο, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε αποδεικτικά μέσα που μετ' επικλήσεως προσκόμισε η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα - εναγομένη σε σχέση με το ζήτημα της γνησιότητας της υπογραφής των ανωτέρω προσώπων. Ειδικότερα, ναι μεν στο προ του αποδεικτικού πορίσματος τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης περιλαμβάνεται η διαβεβαίωση ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και δη, εκτός των άλλων, και "...από τις υπ' αριθμ. 166/14-3-2022 και 167/14-3-2022 ένορκες βεβαιώσεις των:

α)Α. Α. του Μ., β)Π. Ζ. του Ά., γ)Ε. Μ. του Α., δ)Ν. Μ. Κ. του Χ. και ε)Α. Τ. του Π., που αμφότερες δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ξάνθης ...., μετά την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι οποίες παραδεκτώς προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από μέρους της εκκαλούσας - εφεσίβλητης - εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και λαμβάνονται υπόψη από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης ....και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ....., χωρίς, όμως, η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική, για το καθένα, μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα κι όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς ....", εν συνεχεία, δε, αφού αποφάνθηκε επί των αγωγικών κονδυλίων όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν (εκτός από την έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και νυν αναιρεσιβλήτου) την έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Ωστόσο, από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τον προεκτεθέντα ουσιώδη ισχυρισμό της εναγομένης εταιρίας δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του: 1)Tην προσαρτώμενη και συνοδεύουσα την ιδρυτική πράξη από 5.3.2012 έκθεση εγχειρίσεως αυτής (ιδρυτικής πράξης) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, την οποία φέρεται να υπογράφουν αφενός οι Ε.

Μ. και Α. Τ., ως νόμιμοι εκπρόσωποι της Ένωσης Προσώπων, ήτοι πρόσωπα των οποίων αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής επί της ιδρυτικής πράξης την οποία, κατά την έκθεση αυτή, οι ίδιοι κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης, και αφετέρου η Γραμματέας του Ειρηνοδικείου. 2)Την από 5.3.2012 αίτηση των ιδίων προσώπων, δηλαδή των Ε.

Μ. και Α. Τ., ως εκπροσώπων της Ένωσης Προσώπων των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας - ήτοι τα πρόσωπα των οποίων η γνησιότητα της υπογραφής τόσο επί της ιδρυτικής πράξης όσο και επί του πρακτικού αρχαιρεσιών αμφισβητείται - προς το Ειρηνοδικείο Ξάνθης, με την οποία οι ίδιοι αιτούνται, υπό την αμέσως προαναφερόμενη ιδιότητά τους, την καταχώριση στα μητρώα του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, των συνημμένων στην αίτηση αυτή εγγράφων, και δη της προαναφερόμενης ιδρυτικής πράξης και του πρακτικού αρχαιρεσιών, και τη χορήγηση αντιγράφων, και την οποία φέρεται πως υπογράφουν οι ίδιοι, καθώς και την κάτωθι της αίτησης αυτής συνταχθείσα από 5.3.2012, στο Κατάστημα του Πταισματοδικείου Ξάνθης, έκθεση εγχειρίσεως, την οποία υπογράφουν, εκτός από τους ως άνω αιτούντες Ε.

Μ. και Α. Τ., η Γραμματέας του Πταισματοδικείου καθώς και η Πταισματοδίκης. 3)Την προσαρτώμενη και συνοδεύουσα την από 6.3.2012 Επιχειρησιακή Σύμβαση Εργασίας, από 8.3.2012 και με αριθ. 3 πράξη κατάθεση αυτής (Επιχειρησιακής Σύμβασης) στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Ξάνθης, η οποία υπογράφεται αφενός από την Α.

Τ., ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπο της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, ήτοι από πρόσωπο του οποίου η γνησιότητα της υπογραφής επί της Επιχειρησιακής αυτής Σύμβασης αμφισβητείται, και αφετέρου από την Κοινωνική Επιθεωρήτρια Δ. Μ.. 4)Την προσαρτώμενη και συνοδεύουσα την από 30.1.2014 Επιχειρησιακή Σύμβαση Εργασίας από 7.2.2014 έκθεση εγχειρίσεως αυτής (Επιχειρησιακής Σύμβασης) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, την οποία (έκθεση εγχειρίσεως) υπογράφουν αφενός ο Ε.

Μ. και η Ι. Μ. Ν., ως μέλη της Ένωσης Προσώπων των εργαζομένων της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, ήτοι πρόσωπα των οποίων αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο η γνησιότητα της υπογραφής επί της εν λόγω Επιχειρησιακής Σύμβασης Εργασίας, που όμως, κατά την έκθεση αυτή, οι ίδιοι κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης, και αφετέρου η Γραμματέας του Ειρηνοδικείου. 5)Το περιεχόμενο των με αριθ. ...

ενόρκων βεβαιώσεων των 1. Α. () Α. () του Μ. και Μ., 2. Π. Ζ. του Ά. και της Α., 3. Ε. Μ. του Α. και της Α., 4. Ν. () Μ. Κ. () του Χ. και Λ. και 5. Α. Τ., το γένος Π. και Δ. Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ξάνθης, καθώς: Με τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις τους τα παραπάνω πρόσωπα, των οποίων η γνησιότητα των υπογραφών τους τόσο στο πρακτικό αρχαιρεσιών και την ιδρυτική πράξη της ένωσης προσώπων όσο και στις προαναφερόμενες επιχειρησιακές συμβάσεις αμφισβητείται, βεβαιώνουν ότι οι υπογραφές που υφίστανται, κατά περίπτωση, στα έγγραφα αυτά είναι δικές τους.

Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων: Σε αμφότερες τις με αριθ. 166/14.3.2022 και 167/14.3.2022 ένορκες βεβαιώσεις τους οι 1. Α. (όνομα) Α. (επίθετο), 2. Π. Ζ., 3. Ε. Μ., 4. Ν. (όνομα) Μ. Κ. (επίθετο) και 5. Α. Τ., βεβαιώνουν οτι οι υπογραφές, που υπάρχουν τόσο στην από 2.3.2012 ιδρυτική πράξη της Ένωσης Προσώπων όσο και στο από 2.3.2012 πρακτικό αρχαιρεσιών της Ένωσης Προσώπων είναι δικές τους, ότι όντως συνήφθησαν οι άνω επιχειρησιακές συμβάσεις, τις οποίες υπέγραψαν οι κατά περίπτωση νόμιμοι εκπρόσωποι της Ένωσης Προσώπων, που στην από 6.3.2012 επιχειρησιακή σύμβαση, με βάση όσα βεβαιώνουν οι 3ος, 4η και 5η, ήταν οι 3ος και 5η από αυτούς, και στην από 30.1.2014 επιχειρησιακή σύμβαση, σύμφωνα με όσα βεβαιώνουν όλοι, ήταν οι 3ος και 4η από αυτούς, ενώ οι φερόμενοι ως υπογράψαντες τις δύο Επιχειρησιακές Συμβάσεις βεβαίωσαν επίσης ότι οι υπογραφές είναι δικές τους.

Ακόμη οι 3ος, 4η και 5η επιβεβαίωσαν τις κατά περίπτωση πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειές τους, ήτοι, κατά περίπτωση, οι 3ος και 5η αναφορικά με την κατάθεση, στις 5.3.2012, στο Ειρηνοδικείο - Πταισματοδικείο Ξάνθης της ιδρυτικής πράξης και του πρακτικού αρχαιρεσιών καθώς και της αίτησης περί καταχώρισής τους στα μητρώα του Ειρηνοδικείου, οι 3ος και 5η αναφορικά με την υπογραφή από τους ίδιους, ως νομίμων εκπροσώπων της ένωσης προσώπων, της από 6.3.2012 Επιχειρησιακής Σύμβασης, η δε 5η από αυτούς και της κατάθεσής της, από την ίδια, στις 8.3.2012, στην Επιθεώρηση Εργασίας Ξάνθης, και, τέλος, οι 3ος και 4η αναφορικά με την υπογραφή από τους ίδιους, ως νομίμων εκπροσώπων της ένωσης προσώπων, της από 30.1.2014 Επιχειρησιακής Σύμβασης και της κατάθεσής της από αυτούς, στις 7.2.2014, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης.

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα σχετικώς στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης ως προς το σκέλος του εκείνο με το οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της γνησιότητας των επίμαχων υπογραφών των ως άνω προσώπων, την οποία ο ενάγων αμφισβήτησε. Ειδικώς, δε, όσον αφορά τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, πρέπει να επισημανθεί, ότι, ενώ μνημονεύονται στα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν καθ' ο αφορά ειδικώς στις τεθείσες επ' αυτών (ενόρκων βεβαιώσεων) υπογραφές των πιο πάνω προσώπων των οποίων αμφισβητήθηκε η υπογραφή στα επίμαχα ως άνω έγγραφα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δημιουργούνται ως προς αυτές αμφιβολίες για το αν λήφθηκαν υπόψη κατά το όλο περιεχόμενό τους.

Αντιθέτως, ο αναιρετικός λόγος ως προς το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο με την παραπάνω κρίση του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως στην οικεία πιο πάνω νομική σκέψη επισημαίνεται, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 12 θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, και όχι όταν, όπως εν προκειμένω, το δικαστήριο δεν έλαβε καν υπόψη του τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα. 6.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ήτοι κατόπιν της παραδοχής ως βάσιμου του άνω σκέλους του λόγου αναίρεσης, πρέπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί καθ' ο αφορά στην κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί ως προς το μέρος της που αναφέρεται ανωτέρω στο σκεπτικό την υπ' αριθ. 316/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ