Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendants and substantive grounds for liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Patras. The court ruled that the first and third defendants failed to appear or be represented during the hearing, yet the appeal was still heard in their absence. Substantively, the court found the lower court's finding that the third defendant was not liable due to his retirement at the time of the accident was legally sound and free from contradiction. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the second appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576, 176, 183, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may proceed with the hearing of a cassation request in the absence of an appellee who fails to appear or participate properly, and the appeal is dismissed if the lower court's factual findings regarding liability are consistent and well-founded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 490 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 490/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Φ. του Ι., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Χ. του Δ., κατοίκου …, 2. Ζ. Π. του Α., κατοίκου …., και 3. Ν. Χ. του Α., κατοίκου …. Οι 1ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Παπαχριστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2014 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 18-2-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2016 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 306/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών που εξαφάνισε την ως άνω 220/2016 απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείου Πατρών. Κατόπιν αυτής εκδόθηκαν οι: 124/2019 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 17/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1και 2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει ορισθεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 20-10-2021 και με αριθ. κατ. …/20-10-2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Α. Φ. κατά των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Χ., 2) Ζ. Π. και 3) Ν. Χ., που προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης που έγινε στο ακροατήριο με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο κατά την παραπάνω δικάσιμο οι πρώτος και τρίτος αναιρεσίβλητοι, Ν.
Χ. και Ν. Χ., δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε ως προς τους διαδίκους αυτούς, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ παρέστησαν και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιους δικηγόρους η αναιρεσείουσα και η, ως άνω, δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες με αριθ. …/7-2-2022 κι …./7-2-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Σ. Μ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (27-9-2022) για τη συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στους, ως άνω, πρώτο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι, αν και κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν παραστάθηκαν, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους.
Με την κρινόμενη από 20-10-2021 και με αριθ. κατ. …/20-10-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 17/20-1-2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί των από 21-4-2019 και με αριθ. κατ. …/8-11- 2019 και από 8-2-2020 και με αριθ. κατ. …/13-2-2020 εφέσεων κατά της με αριθ. 124/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων επί της από 30-7-2014 και με αριθ. κατ. …/30-7-2014 (κύριας) αγωγής και επί της από 18-2-2015 και με αριθ. κατ. …/18-2-2015 παρεμπίπτουσας αγωγής.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Ν. Χ., ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, με την, ως άνω, από 30-7-2014 αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, προκειμένου να εκδικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στρεφόμενος κατά των: 1) Ζ.
Π., ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, 2) Α. Φ., ήδη αναιρεσείουσας και 3) Ν. Χ., ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει σύμβασης έργου, που καταρτίσθηκε το Μάιο 2012 μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, η τελευταία ανέλαβε, με την ιδιότητα της εργολάβου, την εκτέλεση του έργου της κατασκευής και τοποθέτησης ενδοδαπέδιας θέρμανσης στην οικοδομή της πρώτης εναγομένης, η οποία όμως, ως κυρία του έργου, είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα στη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του εν λόγω έργου, ενώ ο τρίτος εναγόμενος είχε αναλάβει την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών, με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού.
Ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας η δεύτερη εναγομένη προσέλαβε αυτόν (ενάγοντα) ως οικοδόμο - πλακοστρωτή, προκειμένου να εκτελέσει εργασίες τσιμεντοκονιάματος δαπέδου στην παραπάνω οικοδομή, στα πλαίσια της κατασκευής του συστήματος ενδοδαπέδιας θέρμανσης, ενώ είχε προσλάβει και τον αδελφό του ενάγοντος, Δ.
Χ. ως τεχνίτη και το Ν. Δ., ως οικοδόμο πλακοστρωτή. Ότι στις 29-1-2013 έλαβε χώρα εργατικό ατύχημα, υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκης, συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε σοβαρά. Ότι αποκλειστικά υπαίτιοι στην επέλευση του ατυχήματος και του τραυματισμού του είναι οι εναγόμενοι, αφού με την παραπάνω ιδιότητά του ο καθένας παρέλειψαν παρανόμως και υπαιτίως να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας.
Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 300.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, η, ως άνω, δεύτερη εναγομένη, Α.
Φ., με την, ως άνω, από 18-2-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, προκειμένου να εκδικασθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στρεφόμενη κατά των: 1) Δ. Χ., 2) Ζ. Π. και 3) Ν. Χ., αφού επικαλέσθηκε ότι ασκήθηκε εναντίον της η, ως άνω, από 30-7-2014 κύρια αγωγή, της οποίας το περιεχόμενο παρέθεσε αυτούσιο, ισχυρίσθηκε ότι υπαίτιοι για το αναφερόμενο στην κύρια αγωγή ατύχημα και τον τραυματισμό του (εκεί) ενάγοντος είναι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς, ως εργοδότης του παθόντος, η δεύτερη, ως κυρία του έργου, που θεωρείται εργοδότρια του παθόντος, αφού υποχρεούτο στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του εργατοτεχνικού προσωπικού και ο τρίτος ως πολιτικός μηχανικός, που είχε αναλάβει την επίβλεψη του έργου.
Ζήτησε δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, σε περίπτωση ουσιαστικής παραδοχής της από 30-7-2014 κύριας αγωγής και υποχρέωσής της να καταβάλει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό, σε εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί εναντίον της, να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, Δ.
Χ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) υποχρεούται να της καταβάλει ολόκληρο το ποσό αυτό, άλλως να της καταβάλει το 35% του εν λόγω ποσού, οι δε δεύτερη και τρίτος των παρεμπιπτόντως εναγομένων να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται να ης καταβάλουν το 35% και 25%, αντίστοιχα, του ίδιου ποσού. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με τη με αριθ. 220/2016 απόφαση:
α) κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της παρεμπίπτουσας αγωγής, την οποία παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, προκειμένου να εκδικασθεί κατά την τακτική διαδικασία και β) αφού έκρινε ότι η κύρια αγωγή αρμοδίως εισήχθη ενώπιόν του κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τους πρώτη και τρίτο των εναγομένων και δέχθηκε αυτήν ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 50.000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: α) η από 3-8-2016 έφεση της δεύτερης εναγομένης παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Α. Φ. και β) η από 14-9-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, Ν. Χ.. Το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με τη με αριθ. 306/2018 απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε τη με αριθ. 220/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά το μέρος που έκρινε επί της κύριας αγωγής και παρέπεμψε την υπόθεση ως προς αυτήν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, προκειμένου να εκδικασθεί κατά την τακτική διαδικασία.
Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, στο οποίο εισήχθησαν και συνεκδικάσθηκαν η από 30-7-2014 κύρια αγωγή και η από 18-2-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή, εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία τη με αριθ. 124/2019 οριστική απόφαση, με την οποία: α) απέρριψε κατ' ουσίαν την κύρια αγωγή ως προς την πρώτη και τον τρίτο των εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν αυτήν ως προς τη δεύτερη εναγομένη και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 90.000 ευρώ, β) απέρριψε κατ' ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς τους δεύτερη και τρίτο των παρεμπιπτόντως εναγομένων, δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν αυτήν ως προς τον πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το 50% του ποσού που η τελευταία θα καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: α) η από 21-4-2019 και με αριθ. κατ. …/8- 11-2019 έφεση του κυρίως ενάγοντος Ν. Χ. και η β) η από 8-2- 2020 και με αριθ. κατ. …/13-2-2020 έφεση της δεύτερης κυρίως εναγομένης, παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Α. Φ.. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δικάζον αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθ. 17/2021 απόφαση του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις.
Η κρινόμενη από 20-10-2021 και με αριθ. κατ. …/20-10-2021 αίτηση αναίρεσης, για το παραδεκτό της οποίας (εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία) κατατέθηκε το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 παρ. 3 περ. Βδ' του ΚΠολΔ με αριθ. …. e παράβολο, ποσού 450 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υπάρχει από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα δικαίου υποχρέωση προστασίας, όπως στην περίπτωση που δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.
Τέτοια υποχρέωση προστασίας, σε περίπτωση εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών υπάρχει για τον εργοδότη, τον εργολάβο και τους προστηθέντες από αυτούς, με βάση το π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους και το ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα" (ΑΠ 374/2018, ΑΠ 181/2016, ΑΠ 1848/2011).
Έτσι, κατά το άρθρο 2 του ν. 1396/1983, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού, θεωρούνται: 1) τεχνικό έργο, κάθε οικοδομική ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση, 2) μέτρα ασφαλείας, όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας, 3) κύριος του έργου ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου, στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του τεχνικό έργο, 4) εργολάβος, το πρόσωπο που συμβάλλεται με σύμβαση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό, 5) υπεργολάβος, το πρόσωπο που συμβάλλεται με σύμβαση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του...Κατά το άρθρο 3 του ίδιου νόμου ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα αν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται: 1.
Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο.... Εξάλλου, στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου ορίζεται: 1. σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. 2.
Σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα, καθόλη τη διάρκεια ης διακοπής. 3. Πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο.
Στο άρθρο δε 5 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι ο εργολάβος και ο υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα αν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, ο εργολάβος τμήματος του έργου δεν έχει μεν υποχρέωση να λαμβάνει και να τηρεί μέτρα ασφαλείας για προηγούμενα τμήματα του έργου, για τα οποία αντίστοιχη υποχρέωση έχουν οι εργολάβοι ή υπεργολάβοι των τμημάτων αυτών, ή αναλόγως ο κύριος του έργου, αν όμως τα μέτρα αυτά δεν έχουν ληφθεί, οφείλει να μην αρχίσει την εκτέλεση του δικού του έργου, διότι διαφορετικά εκθέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού του και υποχρεούται, συνεπώς, σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας, να αποζημιώσει τους παθόντες, αφού με την παράλειψή του και την ανοχή του στην έλλειψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας δημιούργησε και ο ίδιος κατάσταση επικινδυνότητας για το προσωπικό του (ΑΠ 1858/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 παρ. 1, 4 και 5 ν. 1396/1983 ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει την υποχρέωση να δίνει οδηγίες κατασκευής σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, μεταξύ άλλων, σταθερών ικριωμάτων, να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται και να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 111 του ν. 1073/1981 "περί εργασιών αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού και μέτρων ασφαλείας" στις οικοδομικές και εν γένει εργοταξιακές εργασίες παρίστανται ανελλιπώς καθόλη τη διάρκεια της ημερήσιας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδότες ή οι εκπρόσωποι αυτών, ενώ οι εργολάβοι και οι υπεργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζόμενους περί των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι επί σύμβασης έργου, ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη, ο οποίος, επομένως, ευθύνεται για τη ζημία που ο εργολάβος θα προξενήσει σε τρίτον κατά την εκτέλεση του έργου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ (ΑΠ 181/2016, ΑΠ 179/2015), κατά την έννοια της οποίας, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή ανάμεσα στον προστήσαντα και τον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να δίνει στο δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή να τον επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 1624/2022, ΑΠ 160/2021).
Περαιτέρω, επί αδικοπραξίας, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. (ΑΠ 303/2023).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1801/2017). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, όταν δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια ο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται κατ' αρχήν σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης, επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
Την αρχή αυτή (της αναλογικότητας) υπό την προεκτεθείσα έννοια εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει των παραπάνω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 1624/2022, ΑΠ 160/2021, ΑΠ 367/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 414/2019). Εξάλλου, για το ορισμένο των από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 120/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003).
Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερόμενη έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των παραπάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 1162/2019).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1162/2019).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010), ενώ το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε σε συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι τούτο έχει και η μη ρητή αξιολόγηση και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για τη μη λήψη υπόψη ή τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία αυτό έπρεπε να λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 836/2019, ΑΠ 720/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμόν …./16-02-2000 άδειας οικοδομής της Δ/νης Χ.Ο.Π.
της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης …., χορηγήθηκε στην πρώτη εφεσίβλητη της α' έφεσης δεύτερη εφεσίβλητη της β' έφεσης, Ζ. Π., άδεια "για προσθήκη καθ' ύψος σε υπάρχον ισόγειο διωρόφου μονοκατοικίας" στο ευρισκόμενο στη συμβολή των οδών … και … αρ. …, στον ….., ιδιόκτητο οικόπεδο της. Ο τρίτος εφεσίβλητος, τόσο της α' όσο και της β' των εφέσεων, Ν.
Χ., διπλωματούχος αρχιτέκτων και πολιτικός μηχανικός, ορίστηκε επιβλέπων μηχανικός για τη γενική επίβλεψη και την επίβλεψη του φέροντος οργανισμού και της θερμομόνωσης. Ακολούθως, με το από 25-05-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου, η προαναφερόμενη ιδιοκτήτρια του ως άνω ακινήτου ανέθεσε στην εκκαλούσα- παρεμπιπτόντως ενάγουσα και δεύτερη εναγόμενη της κυρίας αγωγής, Α.
Φ., η οποία είναι μηχανολόγος μηχανικός και δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον τομέα, της ενεργειακής διαχείρισης κτηρίων και της εμπορίας ειδών κλιματισμού και θέρμανσης, τη μελέτη, την προμήθεια και την κατασκευή συστήματος ενδοδαπέδιας θέρμανσης M. στους ήδη τότε ανεγερθέντες 1° και 2° ορόφους της οικοδομής της, συνολικής επιφάνειας 240 τ.μ., σύμφωνα με τις προσφορές, το χρονοδιάγραμμα εργασιών και τα τεχνικά φυλλάδια και σχέδια, που το συνόδευαν και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του (1ος όρος).
Στο ίδιο ως άνω συμφωνητικό και δη στον 6° όρο, αναφέρεται επί λέξει ότι "Η εργολήπτρια είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, καθώς και τις διατάξεις περί ασφάλειας των εργαζομένων. Ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει την άμεση απομάκρυνση κάθε τεχνίτη ή εργάτη που θα κρίνει ακατάλληλο ή ανεπαρκή ή επιδεικνύοντα προκλητική, βάναυση και προσβλητική συμπεριφορά.
Η εργολήπτρια είναι υποχρεωμένη να προβεί στην άμεση και αναντίρρητη συμμόρφωση. Η εργολήπτρια, κατά την εκτέλεση του ανατιθέμενου σε αυτήν έργου υποχρεούται: α) Να χρησιμοποιεί έμπειρο για την εργασία αυτή προσωπικό, αποκλειόμενης απόλυτα της χρησιμοποίησης ανηλίκων, β) Να λαμβάνει με σχολαστικότητα κάθε απαιτούμενο μέτρο για την ασφάλεια των εκάστοτε εργαζομένων και να προλαμβάνει κάθε ατύχημα δυνάμενο να προκληθεί κατά την εκτέλεση της εργασίας τους.
γ) Να συμμορφώνεται απόλυτα προς τις αστυνομικές και λοιπές διατάξεις". Επίσης, στον όρο 7 του ίδιου συμφωνητικού αναφέρεται επί λέξει: "Συμφωνείται ρητά ότι με το παρόν εργολαβικό ο εργοδότης αναλαμβάνει μόνο την υποχρέωση καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος ουδεμία σχέση έχων με το προσωπικό που θα χρησιμοποιήσει για την εκτέλεση του αναλαμβανόμενου έργου η εργολήπτρια, η οποία θα είναι και αποκλειστικά υπεύθυνη για την καταβολή πάσης φύσεως αποδοχών σε αυτό, εργοδοτικών εισφορών, ασφαλιστικών καλύψεων και γενικά κάθε αξίωση του προσωπικού που απορρέει από τη μεταξύ εργολήπτριας και αυτού σχέση".
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο από 25.5.2012 τεχνικό φυλλάδιο-προσφορά της εκκαλούσας- δεύτερης εφεσίβλητης, το έργο της κατασκευής ενδοδαπέδιας θέρμανσης προηγείται χρονικά της τελικής επικάλυψης του δαπέδου (π.χ. με πλακίδια) και πραγματοποιείται τεχνικά σε δύο στάδια και συγκεκριμένα κατά το πρώτο στάδιο τοποθετείται και στερεώνεται στο δάπεδο, πάνω σε μονωτικό υλικό, το δίκτυο θέρμανσης, που αποτελείται από εύκαμπτους σωλήνες θέρμανσης M., ενώ κατά το δεύτερο στάδιο, το οποίο ενδιαφέρει στην ένδικη υπόθεση, γίνεται ρίψη και διάστρωση οπλισμένου με χαλύβδινες ίνες τσιμεντοκονιάματος, που επικαλύπτει το τοποθετηθέν δίκτυο θέρμανσης.
Η έναρξη των εργασιών συμφωνήθηκε να γίνει μετά την πάροδο 25 ημερών από την ειδοποίηση της εφεσίβλητης ιδιοκτήτριας Ζ. Π. ότι η οικοδομή είναι έτοιμη για την τοποθέτηση της θέρμανσης και το τέλος των εργασιών θα γινόταν μέσα σε 20 ημέρες από την έναρξή τους, ενώ η ως άνω εφεσίβλητη έπρεπε να διαθέσει την οικοδομή για το διάστημα των 15 ημερών αποκλειστικά για τα συνεργεία τοποθέτησης.
Ακολούθως, αρχές Ιανουαρίου του έτους 2013, η εκκαλούσα-εργολάβος, η οποία είχε την υποχρέωση επιλογής του εργατοτεχνικού προσωπικού, σύμφωνα με τους ανωτέρω 6° και 7° όρους της από 25.5.2012 σύμβασης έργου με τη δεύτερη εφεσίβλητη της α' έφεσης - δεύτερη εφεσίβλητη της β' έφεσης -κυρία του έργου, βάσει των οποίων δεν απαγορεύθηκε σε αυτήν η περαιτέρω υπεργολαβία του έργου ή τμήματος αυτού, ανέθεσε τη διάστρωση του τσιμεντοκονιάματος του δαπέδου των δύο ορόφων, που συνιστά τμήμα του έργου της τοποθέτησης της ενδοδαπέδιας θέρμανσης, με σύμβαση έργου, δηλαδή ως υπεργολαβία στον αδελφό του ενάγοντος -εκκαλούντος και μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Δ.
Χ., που είχε τις ειδικές γνώσεις που απαιτούνται για τη διάστρωση τσιμεντοκονιάματος και. με τον .οποίο είχε συνεργαστεί στο παρελθόν και σε άλλα ομοειδή έργα, και ο οποίος, ως επικεφαλής, μαζί με τον εκκαλούντα-αδελφό του και τον Ν. Δ. (μάρτυρα εκκαλούντος-ενάγοντος), ως εργάτες πλακοστρωτές, ανέλαβαν την κατασκευή και τη διάστρωση του τσιμεντοκονιάματος επικάλυψης στους δύο ορόφους της ανωτέρω οικοδομής, έργο το οποίο ο ανωτέρω τεχνίτης συμφώνησε με την εκκαλούσα να ολοκληρωθεί εντός 5-6 ημερών από την έναρξή του.
Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι ο εκκαλών δεν συνδεόταν με την εκκαλούσα - δεύτερη εναγομένη της κύριας αγωγής με σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως έκρινε με δύναμη δεδικασμένου η προαναφερόμενη τελεσίδικη 306/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που δεσμεύει τους διαδίκους της παρούσας δίκης, ως προς τη διάγνωση της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους αυτούς, η οποία συνιστά προδικαστικό ζήτημα από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της παρούσας δίκης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο (
ΙΙΙ) νομική σκέψη και η οποία (ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση) εξαφάνισε την 220/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά το μέρος της που έκρινε επί της ουσίας την από 30.7.2014 κύρια αγωγή και την παρέπεμψε στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο προκειμένου να δικαστεί με την τακτική διαδικασία.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι η εκκαλούσα -εναγομένη δεν ήταν εργοδότρια του εκκαλούντος- ενάγοντος αλλά τέτοιος ήταν ο αδελφός του Δ. Χ. και ότι δεσμεύεται ως προς το προδικαστικό αυτό ζήτημα της έννομης σχέσης που συνδέει τους εν λόγω διαδίκους από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο δεύτερος λόγος της από 21.4.2019 έφεσης τυγχάνει αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Κατόπιν τούτων, στις 23.1.2013 ξεκίνησε η διάστρωση του τσιμεντοκονιάματος στην ανωτέρω οικοδομή από το συνεργείο του μη διαδίκου Δ. Χ., παρόντος του προστήθεντος της εκκαλούσας, Π. Ζ., μηχανολόγου μηχανικού (και μάρτυρά της που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών), ο οποίος παρείχε τις αναγκαίες τεχνικές και μόνο οδηγίες για την προσήκουσα εκτέλεση του έργου, σύμφωνα με τα συνοδεύοντα της από 25.5.2012 σύμβασης έργου σχέδια και τεχνικά φυλλάδια των προδιαγραφών του, ήτοι τις οδηγίες των ποσοτήτων για τη μείξη των υλικών, δηλαδή της άμμου ειδικών προδιαγραφών, του τσιμέντου, των ειδικών χαλύβδινων ινών οπλισμού (καρφίδες) και του ειδικού πρόσθετου χημικού υγρού, χωρίς να επεμβαίνει κατά τα λοιπά στον τρόπο εκτέλεσης του έργου, δηλαδή της τοποθέτησης του θερμομπετόν και της κατασκευής των αρμών, που καθοριζόταν αποκλειστικά από τον Δ.
Χ., με τις υποδείξεις του οποίου και μόνο συμμορφώνονταν ο εκκαλών-ενάγων και ο Ν. Δ. κατά την προσφορά της εργασίας τους. Ακολούθως, στις 29.1.2013, έχοντας ήδη ολοκληρώσει την επικάλυψη με τσιμεντοκονίαμα του θερμοδικτύου σωληνώσεων στον β' όροφο της οικοδομής, το συνεργείο του Δ. Χ., στο οποίο ανήκε και ο εκκαλών-αδελφός του, εργαζόταν πλέον στον α' όροφο της ίδιας οικοδομής και συγκεκριμένα εκτελούσε το κυρίως έργο στο εσωτερικό του ορόφου, όπου ήταν τοποθετημένο το προς επικάλυψη θερμοδίκτυο σωληνώσεων, έχοντας ως βοηθητικό χώρο τον εξώστη του ίδιου ορόφου προς την οδό ….
μήκους 8 μέτρων και πλάτους 2,20 μέτρων, - στον οποίο δεν είχαν ακόμη τοποθετηθεί σταθερά κάγκελα, ούτε είχε τοποθετηθεί κιγκλίδωμα ή δίκτυο προστασίας, ούτε γενικά είχε ληφθεί κάποιο, συλλογικό ή ατομικό μέτρο προστασίας των εργαζομένων έναντι του κινδύνου της πτώσης τους - όπου γινόταν τόσο η εναπόθεση των υλικών και κυρίως της συσκευασμένης σε σάκους του 1-1,5 τόνου άμμου με τη χρήση τηλεσκοπικού γερανού (παπαγαλάκι), ενσωματωμένου στο φορτηγό που μετέφερε τα οικοδομικά υλικά, όσο και η ανάμειξή τους και εν τέλει η παρασκευή του θερμομπετόν.
Περί ώρα 11.30 π.μ. της ίδιας ημέρας τελείωσε η άμμος, ενώ είχε ήδη διαστρωθεί μέχρι τότε το μεγαλύτερο μέρος του δαπέδου του α' ορόφου, πλην ενός τμήματος 30 τ.μ. πλησίον της θύρας του εξώστη και ο Δ. Χ. επικοινώνησε τηλεφωνικά με την προμηθεύτρια των υλικών, Τ. Κ., και ζήτησε να του φέρει την απαιτούμενη ποσότητα άμμου για την ολοκλήρωση του έργου, πλην όμως εκείνη τον ενημέρωσε ότι η μεταφορά της θα καθυστερούσε αρκετές ώρες και για το λόγο αυτό, προκειμένου το συνεργείο να μην μείνει άπρακτο, ο Δ.
Χ. ενημέρωσε με τη σειρά του το σύζυγο της εφεσίβλητης-κυρίας του έργου Ζ. Π., που κατοικούσε στο ισόγειο της ίδιας οικοδομής, ότι αυτός και οι εργάτες του θα αποχωρούσαν από την οικοδομή και θα επανέρχονταν την επόμενη ημέρα για τη διάστρωση του εναπομείναντος τμήματος. Όμως, λόγω της αντίδρασης του συζύγου της ανωτέρω εφεσίβλητης και των έντονων παραπόνων του προς την εργολάβο-εκκαλούσα για την μη τήρηση της υπόσχεσής της προς ολοκλήρωση και παράδοση του έργου την ημέρα εκείνη (29.1.2013), η τελευταία επικοινώνησε με την προμηθεύτρια των υλικών και κατάφερε να γίνει η παράδοση της άμμου την ίδια ημέρα, περί ώρα 14.30 μ.μ.
έτσι ώστε να ολοκληρωθεί αυθημερόν το έργο. Η μεταφορά της άμμου, που ήταν τοποθετημένη σε σάκους των 1-1,5 τόνων, έγινε με φορτηγό της προμηθεύτριας των υλικών, η δε ανύψωση των σάκων με την άμμο και η εναπόθεση τους στον προαναφερθέντα εξώστη του α' ορόφου θα γινόταν, όπως και τις άλλες φορές, με τη χρήση του τηλεσκοπικού γερανού του φορτηγού, που χειριζόταν ο οδηγός του φορτηγού, όπως και έγινε.
Κατά τη διαδικασία της ανύψωσης και εναπόθεσης του πρώτου σάκου με την άμμο, ο χειριστής του γερανού, επαναλαμβάνοντας τη μέθοδο που είχε ακολουθηθεί τις προηγούμενες ημέρες και το πρωινό της ίδιας ημέρας, κράτησε αιωρούμενο το σάκο σε απόσταση περίπου 50 εκ. πάνω από το δάπεδο του εξώστη του α' ορόφου, λόγω περιορισμού της προς τα άνω κίνησης του γερανού από την οροφή του εξώστη, ο δε εκκαλών-ενάγων και ο Ν.
Δ. έλυσαν το άνοιγμα στη βάση του σάκου, με αποτέλεσμα η άμμος να αρχίσει να πέφτει, μέσω του στομίου, στο δάπεδο του εξώστη. Πλην όμως, μετά από μικρό χρονικό διάστημα, η άμμος συσσωρεύτηκε στο στόμιο του σάκου και το έφραξε, εμποδίζοντας έτσι να ολοκληρωθεί η πλήρης εκκένωση του και για το λόγο αυτό, ο μεν Ν.
Δ., που βρισκόταν προς το εσωτερικό του εξώστη, άρχισε να απομακρύνει την άμμο από το στόμιο του σάκου με τα χέρια του, ο δε εκκαλών-ενάγων, που βρισκόταν στην άκρη του εξώστη με πλάτη προς το κενό, προσπάθησε να κόψει το λαιμό του σάκου με μαχαίρι, ώστε να είναι ευχερέστερη η έξοδος της. Στην προσπάθειά του αυτή, ο εκκαλών έχασε την ισορροπία του, με αποτέλεσμα να πέσει από τον εξώστη του ά' ορόφου με την πλάτη προς το κενό, να καταλήξει στο δάπεδο του ισογείου ορόφου και να υποστεί βαρύτατο τραυματισμό σε ολόκληρο το σώμα του και ιδίως στο κεφάλι.
Αμέσως μετά την πτώση του ο εκκαλών διακομίσθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο Πανεπιστημιακό Γ. Ν. Π. «Π. η Β." όπου διασωληνώθηκε και υποβλήθηκε σε αρχικό έλεγχο ο οποίος ανέδειξε οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα δεξιά, εγκεφαλικό οίδημα, παρεκτόπιση των μορίων μέσης γραμμής, κάταγμα αριστερού ζυγωματικού, ρινικού οστού, υπερκονδύλιο κάταγμα δεξιού μηριαίου οστού χωρίς ιδιαίτερη παρεκτόπιση, αιμορραγική θλάση δεξιά κροταφικά, θλάσεις πνεύμονα.
Αυθημερόν, ο εκκαλών διακομίστηκε στο Γ.Ν.Π. «Ο. Ά. Α." όπου υποβλήθηκε σε δεξιά ευρεία κρανιεκτομία με μηνιγγοπλαστική και τοποθέτηση ενδοκοιλιακού καθετήρα (camino) καταγραφής ενδοκράνιας πίεσης (ICP), ο οποίος παρέμεινε αρκετές ημέρες ανοικτός ώστε να παροχετεύει ΕΝΥ και αφαιρέθηκε στις 16-02-2013, ενώ ο κρανιακός οστικός κρημνός τοποθετήθηκε στο υποδόριο λίπος του πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος στην περιοχή του αριστερού υποχονδρίου από το οποίο μπορούσε να αφαιρεθεί και να επανατοποθετηθεί.
Νοσηλεύθηκε στη ΜΕΘ και παρά τη βαριά και κρίσιμη αρχική κατάστασή του, σταδιακά σταθεροποιήθηκε και βελτιώθηκε, ενώ παρέμεινε διασωληνωμένος έως τις 28-02-2013. Στις 8-03- 2013 εξήλθε από τη ΜΕΘ και διακομίσθηκε στη νευροχειρουργική κλινική του Πανεπιστημιακού Γ. «Π. Η. Β.» για αποθεραπεία, έχοντας πλήρη επικοινωνία, με κινητικότητα των άκρων με ελάχιστο περιορισμό του αριστερού άνω άκρου, έφερε γυψονάρθηκα δεξιού κάτω άκρου ενώ εκκρεμούσε η τοποθέτηση του οστικού ελλείματος κρανίου, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος έως τις 22-03-2013.
Εξήλθε με οδηγίες για φυσικοθεραπεία-κινησιοθεραπεία, κινητοποίηση με υποστήριξη, επανέλεγχο και προγραμματισμό επανατοποθέτησης οστικού κρημνού και με σχετική φαρμακευτικού αγωγή. Εξερχόμενος του ως άνω νοσοκομείου στις 22-03-2013 εισήλθε στο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας "Θ. Ο.-Γ. Κ. Π. Α..Ε.." για παρακολούθηση προγράμματος ιατρικής αποκατάστασης, ήτοι κινησιοθεραπείας, λογοθεραπείας, υδροθεραπείας, εργοθεραπείας και ψυχολογικής υποστήριξης λόγω διαταραχών ορθοστάτησης, βάδισης, ισορροπίας, συντονισμού συνεπεία της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με συνοδές διαταραχές ανωτέρων εγκεφαλικών λειτουργιών και εξήλθε στις 3.6.2013.
Την ίδια ημέρα εισήλθε στη νευροχειρουργική κλινική του Πανεπιστημιακού Γ. «Π. Η. Β.» και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση επανατοποθέτησης οστικού κρημνού για την αποκατάσταση της αποσυμπιεστικής κρανιοτομίας που είχε διενεργηθεί κατά τη νοσηλεία του στη ΜΕΘ του ΓΝΠ. «Ο. Ά. Α." στις 29.1.2013, ενώ εξήλθε στις 10.6.2013 προκειμένου να συνεχίσει το πρόγραμμα στο προαναφερόμενο Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Πανεπιστημιακό Γ. «Π. Η. «Β. εξετάστηκε στις 4.6.2013 από την ιατροδικαστή Γ' τάξης και προϊσταμένη της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας …., Α. Τ., η οποία συνέταξε την με αρ.πρ. …./25.7.2013 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξέτασης, στην οποία διαπίστωσε ότι ο εκκαλών ορθοστατούσε και βάδιζε για μικρές και μεσαίες αποστάσεις υπό επίβλεψη και αυτοϋπηρετείτο για τις περισσότερες από τις καθημερινές του δραστηριότητες, αν και έχρηζε της παρουσίας και άλλου ατόμου, ήταν δε προσανατολισμένος χωροχρονικά, ενώ έχρηζε συνέχισης του προγράμματος ως εξωτερικός ασθενής με προσδόκιμο περαιτέρω βελτίωσης κινητά σε επίπεδο αυτοϋπηρέτησης, ο δε χρόνος αποθεραπείας και πλήρους αποκατάστασής του δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί ακόμη.
Κατά την έξοδό του στις 20.6.2013 από το ως άνω Κέντρο Αποκατάστασης και Αποθεραπείας του "Θ. Ο.- Γ. Κ. Π. Α." ορθοστατούσε και βάδιζε για μικρές και μεσαίες αποστάσεις υπό επίβλεψη και αυτοϋπηρετείτο για τις περισσότερες από τις καθημερινές του δραστηριότητες, αν και έχρηζε την παρουσία άλλου ατόμου, από δε το θεράποντα ιατρό του συστήθηκε αποχή από τα εργασιακά του καθήκοντα για 15 ημέρες.
Συνέχισε δε να παρακολουθεί πρόγραμμα ιατρικής αποκατάστασης στο ως άνω θεραπευτήριο ως εξωτερικός ασθενής. Για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ο εκκαλών εξακολούθησε να παρουσιάζει σοβαρά κινητικά προβλήματα με ΑΡ ημιπάρεση και έκτοπες οστεοποιήσεις των γονάτων άμφω και δυσκαμψία ΑΡ ώμου, ενώ παράλληλα έπασχε από έντονα συμπτώματα άγχους και μετατραυματικού στρες.
Παράλληλα δε, διαπιστώθηκε και η ανάγκη του για λογοθεραπεία στην οποία και υποβλήθηκε, λόγω σοβαρών διαταραχών στο λόγο του. Στις 2.5.2014 εξετάστηκε εκ νέου στα εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής του ΓΝΠ. «Ο. Ά. Α.", όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε αριστερή σπαστική ημιπάρεση στα πλαίσια πυραμιδικής συνδρομής, διαταραχές λόγου ως επί κατανομαστικής αφασίας, διαταραχή μνήμης, μετατραυματικό στρες.
Στις 4.5.2014 εισήχθη στην ορθοπεδική κλινική του Πανεπιστημιακού Γ. «Π. Η. «Β. και στις 5.5.2014 υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης έκτοπης οστεοποίησης αριστερού γόνατος και εξήλθε στις 21.5.2014. Συνέχισε δε να παρακολουθεί ως εξωτερικός ασθενής, λόγω της βαρύτητας της κατάστασής του, το ειδικό πρόγραμμα ιατρικής αποκατάστασης στο "Θ.
Ο. - Γ. Κ. Π. Α.", ήτοι φυσιοθεραπεία, υδροθεραπεία και ψυχολογική υποστήριξη. Στις 30.1.2015 εξεταζόμενος στα εξωτερικά ιατρεία της ορθοπεδικής κλινικής του Πανεπιστημιακού Γ. «Π. Η. «Β. βεβαιώθηκε ότι λόγω των προαναφερόμενων έκτοπων οστεοποιήσεων και στο δεξί γόνατο, θα έπρεπε και αυτό να χειρουργηθεί και ως εκ τούτου, στις 29.3.2015 εισήχθη στο ως άνω νοσοκομείο και στις 30.3.2015 υποβλήθηκε σε σχετική εγχείρηση και εξήλθε στις 6.4.2015.
Εν τω μεταξύ, ήδη μετά από αξιολόγηση από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ, είχε διαπιστωθεί ότι ο εκκαλών πάσχει από σπαστική αριστερή ημιπάρεση, αφασικές διαταραχές σοβαρού βαθμού, έκπτωση των νοητικών λειτουργιών συνεπεία βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, έκτοπο οστεοποίηση γονάτων άμφω με λειτουργικά προβλήματα και ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ανερχόταν σε 85% κατά ιατρική πρόβλεψη από 24.9.2013 έως 30.9.2016 και για το ίδιο χρονικό διάστημα έχρηζε βοήθειας και συμπαράστασης έτερου προσώπου.
Με τις με αριθμούς …/28.1.2015 και …/17.3.2015 αποφάσεις του Διευθυντή του ΙΚΑ …, χορηγήθηκε σ' αυτόν πλήρη σύνταξη αναπηρίας με προσαύξηση 25% λόγω απόλυτης αναπηρίας. Ακολούθως, σύμφωνα με το με αρ.πρωτ. …./6.7.2016 πιστοποιητικό της φυσιάτρου Ε. Α., του Πανεπιστημιακού ΓΝΠ, ο εκκαλών εμφανίζει δυσκολία στην πρόσφατη και εργαζόμενη μνήμη (γνωσιακό έλλειμα) με καταθλιπτικό συναίσθημα και ενίοτε επιθετική συμπεριφορά, κολλώδη ομιλία, ενώ το αριστερό άνω άκρο παρουσιάζει μειωμένη μυϊκή ισχύ στην αντίσταση σε όλες τις μυϊκές μάζες και μειωμένη λεπτή κινητικότητα.
Το αριστερό κάτω άκρο παρουσιάζει ανισοσκελία σε σχέση με το δεξί 2 cm με φυσιολογική μυϊκή ισχύ. Βαδίζει με επισφαλή ισορροπία λόγω της ανισοσκελίας, χωρίς βοήθημα. Είναι ανεξάρτητος στην αυτοεξυπηρέτησή του. Λόγω δυσκαμψιών των γονάτων αλλά και (αρ) ώμου και άλλων συνοδών προβλημάτων λόγω της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, είναι ανίκανος να εκτελέσει εργασία που προϋποθέτει παρατεταμένη ορθοστασία ή άνοδο κλίμακας, όπως επέβαλε η προηγούμενή του εργασία ως οικοδόμου.
Επιπλέον, σύμφωνα με το με αρ. πρωτ. …3.6.2016 πιστοποιητικό του ΓΝΠ, ο εκκαλών παρουσιάζει σοβαρού βαθμού (αρ) ημιπάρεση, με έντονη σπαστικότητα στα πλαίσια πυραμιδικής συνδρομής, διαταραχή λόγου, διαταραχή μνήμης με συνοδό δυσχέρεια στις διαδικασίες μάθησης και οργανικό ψυχοσύνδρομο υπό αγωγή. Καταλήγει δε, ότι λόγω της ανωτέρω κατάστασης της υγείας του δεν δύναται να εργαστεί.
Σύμφωνα δε με την με ΑΠ …/13.7.2016 ιατρική γνωμάτευση της 6ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πελοποννήσου, Ιονίων Νήσων, Ηπείρου και Δυτικής Ελλάδας, ο εκκαλών εμφανίζει υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή μετά από ΚΕΚ. Έχει συνεχή ψυχιατρική παρακολούθηση και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Εξάλλου, με τις με αρ.
…/6.3.2017 και …/6.3.2017 αποφάσεις του Διευθυντή του ΕΦΚΑ/Περιφερειακό Υποκατάστημα …., παρατάθηκε η σύνταξη αναπηρίας του εκκαλούντος λόγω βαριάς αναπηρίας ποσοστού 86%, με ποσό ίσο με της πλήρους σύνταξης, καθώς και η καταβολή του ποσού της επικουρικής σύνταξης βαριάς αναπηρίας, ίση με το 100%, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2016 έως τις 31.3.2017, ενώ με την από 12.2.2019 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΕΦΚΑ/…' Τοπικό Υποκατάστημα …., αναγνωρίστηκε ότι το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 75% για το χρονικό διάστημα από 1.1.2019 έως τις 31.12.2021, λόγω αριστερής υπολειμματικής πυραμιδικής συνδρομής-διαταραχές ανωτέρω νοητικών λειτουργιών σε έδαφος παλαιάς χειρουργηθείσης ΚΕΚ, αντιδραστικής κατάθλιψης, έκτοπου οστεοποίησης γονάτων άμφω χειρουργηθείσης και ΜΤΧ δυσκαμψίας μέτριου βαθμού.
Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει πλήρως η βαρύτητα του τραυματισμού του εκκαλούντος, καθώς και ότι αυτός έχει υποστεί μόνιμες βλάβες, ένεκα των οποίων δεν μπορεί να ασκήσει πλέον το επάγγελμα του οικοδόμου και για το λόγο τούτο λαμβάνει αναπηρική σύνταξη και τόσο η φαρμακευτική αγωγή την οποία λαμβάνει όσο και οι θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε (φυσιοθεραπείες, κινησιοθεραπείες και λογοθεραπείες) ή πρόκειται τυχόν στο μέλλον να υποβληθεί, σκοπό έχουν όχι την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του αλλά την τυχόν βελτίωση τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής του υγείας.
Κατά συνέπεια το αίτημα ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την πορεία της υγείας του σήμερα, το οποίο προβάλλει η εκκαλούσα στην από 8.2.2020 έφεση της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατά τα προδιαληφθέντα, το ως άνω εργατικό ατύχημα και ο εξαιτίας αυτού σοβαρός τραυματισμός του εκκαλούντος -ενάγοντος, οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια (υπαιτιότητα) της εκκαλούσας-εργολάβου και του ιδίου του παθόντος-εκκαλούντος.
Ειδικότερα, η εκκαλούσα, αν και γνώριζε ότι ήταν συνυπεύθυνη με την ιδιότητά της εργολάβου του έργου κατ' άρθρο 5 του Ν. 1396/1983 για τη λήψη και την τήρηση όλων των μέτρων ασφαλείας, ανεξάρτητα αν αυτό εκτελείτο με τον ανωτέρω υπεργολάβο, Δ. Χ. - μη διάδικο στην παρούσα δίκη, εντούτοις δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για την πρόληψη πτώσης από ύψος και εν προκειμένω από τον ως άνω εξώστη του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής, με τοποθέτηση ανθεκτικών προσωρινών κιγκλιδωμάτων στα πέρατα του εξώστη, με επαρκές ύψος, που να διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο.
Εξάλλου, εκτός των κιγκλιδωμάτων, δεν φρόντισε ώστε να εκτελούνται οι εργασίες με κατάλληλο εξοπλισμό και μηχανισμούς συλλογικής προστασίας και δη εξέδρες περιμετρικά του εξώστη του πρώτου ορόφου ή δίχτυα προστασίας, ούτε έλαβε ατομικά μέσα ασφαλείας και δη δεν προμήθευσε τους εργαζόμενους στο συγκεκριμένο έργο με κράνη και ζώνες ασφαλείας.
Οι παραλείψεις αυτές, δεδομένης και της στενότητας του ως άνω εξώστη, συντέλεσαν αιτιωδώς στην πρόκληση της πτώσης και του ως άνω τραυματισμού του εκκαλούντος, καθόσον αν είχαν τηρηθεί έστω κατ'ελάχιστο τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, μετά βεβαιότητας θα είχε αποφευχθεί η πτώση του ή έστω θα είχε περιορισθεί ο ως άνω σοβαρότατος τραυματισμός του.
Εξάλλου, η εκκαλούσα- εργολάβος ήταν εξίσου συνυπεύθυνη με τον ως άνω υπεργολάβο για την επιλογή και την υπόδειξη του ασφαλέστερου χώρου εργασίας, που εν προκειμένου δεν ήταν ο ως άνω εξώστης, λόγω της στενότητας αυτού και περαιτέρω παρέλειψε, αν και όφειλε και μπορούσε να ελέγξει, μέσω του εντεταλμένου συνεργάτη της Π.
Ζ., αν έχουν ληφθεί τα ως άνω μέτρα ασφαλείας από τον ανωτέρω υπεργολάβο, γεγονός που δεν έπραξε εφόσον δεν σκόπευε να λάβει κανένα μέτρο ασφαλείας καθώς δεν ήθελε να επωμιστεί το κόστος της λήψης τους, παρότι ως εργολάβος μηχανολόγος μηχανικός είχε πολύχρονη εμπειρία των κινδύνων κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, ωστόσο δεν προέβλεψε, αν και μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη στις συναλλαγές επιμέλεια, τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, στη συγκεκριμένη οικοδομή από την πτώση τους από ύψος και επέτρεψε την εργασία τους παρά την πλήρη έλλειψη μέτρων ασφαλείας.
Ασφαλέστερα, θα μπορούσε να επιβάλλει οι ως άνω εργασίες παρασκευής του τσιμεντοκονιάματος να εκτελεστούν στο ισόγειο της οικοδομής και το υλικό να μεταφέρεται χειρωνακτικά μέσα σε κατάλληλα δοχεία στον πρώτο όροφο μέσω της εσωτερικής σκάλας της οικοδομής ώστε μετά βεβαιότητας θα είχε αποφευχθεί το επίδικο ατύχημα, ωστόσο κάτι τέτοιο απαιτούσε περισσότερες ημέρες εργασίας και κατά συνέπεια την καταβολή μεγαλύτερης αμοιβής στον υπεργολάβο, αφού θα ήταν περισσότερα τα ημερομίσθια.
Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, που προβλήθηκε πρωτοδίκως, ότι αν τοποθετούνταν κιγκλιδώματα, θα έπρεπε στο σημείο που γινόταν η ανύψωση του αμμόσακου, να κοπούν αυτά λόγω του χαμηλού ύψους του εξώστη ώστε να μπορεί να γίνει η τοποθέτηση αυτού στον εξώστη και ότι συνεπώς δεν ήταν απαραίτητο μέτρο ασφαλείας η τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων είναι αβάσιμος και απορριπτέος εφόσον θα μπορούσαν να τοποθετηθούν κιγκλιδώματα κατά μήκος όλου του εξώστη και στο συγκεκριμένο σημείο να δημιουργηθεί ανοιγοκλεινόμενη πόρτα εισόδου του σάκου, άλλως θα μπορούσε να τοποθετήσει χειρολισθήρες και να επιβάλλει στους εργαζόμενους να φορούν κράνος και ζώνες ασφαλείας, οι οποίες θα απέτρεπαν την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός μέτρου.
Επίσης, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, υπεύθυνος για τη λήψη μέτρων ασφαλείας ήταν ο υπεργολάβος Δ. Χ.-μη διάδικος στην παρούσα δίκη, ακόμη και αν θεωρηθεί αληθής δεν αναιρεί την ευθύνη της ως εργολάβου, διότι όπως προεκτέθηκε, κατά τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 του Ν. 1396/1983 αυτή είναι συνυπεύθυνη με τον υπεργολάβο για τη λήψη των ανωτέρω μέτρων, αλλά έχει και την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου αν ο τελευταίος έλαβε ή όχι τα μέτρα αυτά.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ότι τα μέτρα αυτά ασφαλείας έπρεπε να ληφθούν σε προγενέστερο στάδιο εργασιών της οικοδομής, δεδομένου ότι οι ένδικες εργασίες ήταν εσωτερικές, επίσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον, σύμφωνα με όσα ελέχθησαν στην υπό στοιχείο (I) νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, ο εργολάβος τμήματος έργου οφείλει να μην αρχίσει την εκτέλεση του δικού του έργου χωρίς να έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα, ενώ όπως ήδη αναφέρθηκε, εν τοις πράγμασι χώρος εργασίας του εν λόγω συνεργείου ήταν και ο εξώστης και όχι μόνο ο εσωτερικός χώρος.
Επομένως, η εκκαλούσα δεν επέδειξε κατά την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της, τη συμπεριφορά που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρισκόταν υπό τις ίδιες συνθήκες πριν και κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αντίθετα παρέλειψε παντελώς τη λήψη μέτρων ασφαλείας από πτώση από ύψος, ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως εργολάβος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 του Ν.1396/1983, 103,107 και 111 του π.δ. 1073/1981, 17 παρ.1 και 2 περ.β' του π.δ. 778/1980, 7 παρ. 7 του π.δ. 17/1996 και παράρτημα IV/Τμήμα II του π.δ. 305/96, αλλά και των όρων 6 και 7 της από 25.5.2012 σύμβασης έργου που κατήρτισε με την κυρία του έργου (πρώτη εφεσίβλητη α' έφεσης και δεύτερη εφεσίβλητη β' έφεσης), σύμφωνα με τους οποίους αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να λαμβάνει κάθε απαιτούμενο μέτρο για την ασφάλεια των εργαζομένων και να προλαμβάνει κάθε ατύχημα και επέτρεψε την εργασία στον εξώστη του πρώτου ορόφου, ενώ υπήρχε και ο προεκτιθέμενος εναλλακτικός τρόπος εργασίας στο ισόγειο της οικοδομής, η συμπεριφορά της αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του εκκαλούντος.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα και ο σοβαρός ένεκα τούτου τραυματισμός του εκκαλούντος οφείλεται και σε συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου, που ανέρχεται σε ποσοστό 30%, καθόσον ο εκκαλών ενήργησε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 114 παρ.5 του π.δ. 1073/1981, διότι αν και γνώριζε την έλλειψη των μέτρων ασφαλείας και ήταν έμπειρος πλακοστρωτής και μπορούσε να εκτιμήσει τους εργασιακούς κινδύνους, την κρίσιμη στιγμή, επιχείρησε επιπόλαια και απρόσεκτα να κόψει το στόμιο του σάκου ώστε να εκκενωθεί αυτός από την άμμο, λαμβάνοντας θέση με το σώμα του προς την εξωτερική πλευρά του εξώστη και με την πλάτη του στο κενό, ασκώντας πίεση και δύναμη στο σάκο με τη χρήση μαχαιριού, ενώ ευχερώς θα μπορούσε να σταθεί πλησίον του έτερου εργαζομένου Ν.
Δ. προς το εσωτερικό του εξώστη και προς τον τοίχο της οικοδομής, θέση η οποία ασφαλώς θα μείωνε τον κίνδυνο της πτώσης του. Περαιτέρω, παρά το ότι ουδείς μπορεί να αξιώσει, κατά την καλή πίστη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, από έναν εργάτη, ο οποίος γνωρίζει τους κινδύνους κατά τη διάρκεια της εργασίας του, να αρνηθεί να παράσχει αυτή αν προηγουμένως οι αρμόδιοι δεν λάβουν τα προβλεπόμενα συλλογικά μέτρα ασφαλείας, αφού μια τέτοια εκδοχή θα απάλλασσε από την ευθύνη εκείνους που αποκομίζουν τα οφέλη από μια επικίνδυνη επαγγελματική δραστηριότητα, ωστόσο, ο εκκαλών θα μπορούσε να απαιτήσει από τον υπεργολάβο, αδελφό του, Δ.
Χ. να του χορηγήσει έστω ατομικά μέσα ασφαλείας, ήτοι κράνος και ζώνη ασφαλείας, ή ακόμη να εκτελέσουν την κατασκευή του τσιμεντοκονιάματος στο ισόγειο της οικοδομής και τη μεταφορά του κατόπιν στον πρώτο όροφο από το κλιμακοστάσιο της οικοδομής, οπότε και θα είχε αποφευχθεί ο σοβαρός τραυματισμός του.
Ακολούθως, ο τρίτος εφεσίβλητος και των δύο εφέσεων, δεν ευθύνεται για το ένδικο ατύχημα και τον σοβαρό τραυματισμό του εκκαλούντος με την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού του έργου της θερμομόνωσης, εφόσον όπως προκύπτει από το με αρ.πρωτ. ……/29.11.2012 πιστοποιητικό της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, αυτός έπαυσε οριστικά την άσκηση του επαγγέλματος του πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα μηχανικού από 18.12.2012 κατόπιν υποβολής αιτήσεως συνταξιοδότησης την 10η. 12.2012.
Ως εκ τούτου, εφόσον δεν έφερε κατά το χρόνο του ατυχήματος (29.2.2013) την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού δεν υπέχει ευθύνη με την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού του επίδικου έργου και ακολούθως δεν ευθύνεται αυτός για το ένδικο εργατικό ατύχημα, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1,4 και 5 του Ν. 1396/1983 και τα π.δ. 1073/81 και 778/80, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο (I) νομική σκέψη σχετικά με τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος το έργο μηχανικού.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις, ήτοι από την κατάθεση τόσο του μάρτυρα και συζύγου της κυρίας του έργου, Ι. Π., ο οποίος κατέθεσε ότι τον Μάιο του 2012 ενημέρωσε τον μηχανικό ότι η εκκαλούσα-εργολάβος ανέλαβε εργολαβικά την τοποθέτηση συστήματος ενδοδαπέδιας θέρμανσης, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα της εκκαλούσας, Π.
Ζ., ο οποίος κατέθεσε ότι η εργολάβος δεν είχε ενημερωθεί ποιος ήταν ο μηχανικός του έργου (αν και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πάντα σε ένα οικοδομικό έργο είναι γνωστός ποιος είναι ο επιβλέπων μηχανικός), αλλά και από την κατάθεση του υιού του εφεσίβλητου μηχανικού Α. Χ., το εν λόγω έργο ξεκίνησε τον Ιανουάριο του έτους 2013 εν αγνοία του εφεσίβλητου -επιβλέποντος μηχανικού, χωρίς προηγουμένως να τον ενημερώσουν για το πότε ακριβώς θα ξεκινούσαν οι εργασίες θερμομόνωσης, τόσο η επιβλέπουσα εργολάβος, προκειμένου βεβαίως να μη λάβει μέτρα ασφαλείας τα οποία θα κόστιζαν δυσανάλογα ενόψει της μικρής διάρκειας του έργου, όσο και η κυρία του έργου Ζ.
Π., όπως είχε υποχρέωση από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.2 και 3 του Ν. 1396/1983 και ως εκ τούτου δεν δόθηκε η δυνατότητα στον τρίτο εφεσίβλητο να ειδοποιήσει εγκαίρως την κυρία του έργου για την προαναφερόμενη συνταξιοδότησή του και την ανάγκη αλλαγής του προσώπου του επιβλέποντος μηχανικού του επίδικου έργου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από το ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας έκδοσης έτους 2012, σε συνδυασμό με το από 10.9.2012 δελτίο ελέγχου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, ο τρίτος εφεσίβλητος-μηχανικός στο αμέσως προγενέστερο του επίδικου ατυχήματος χρονικό διάστημα, είχε ενημερωθεί από την κυρία του έργου, μετά από προηγηθέντα από 10.9.2012 έλεγχο των αρμόδιων επιθεωρητών, για την εκτέλεση εργασιών εξωτερικής θερμομόνωσης από τον εργολάβο Χ.
Γ. και αυτός, ως επιβλέπων μηχανικός, είχε υποδείξει στις 11.9.2012, τη λήψη των τότε απαιτούμενων μέτρων από τον ως άνω εργολάβο, ήτοι πλήρους στήριξης των ικριωμάτων, τοποθέτησης κουπαστής και περιμετρικά των εξωστών και χρήσης κράνους και ειδικών υποδημάτων, ενώ στις 13.9.2012 διαπίστωσε την ύπαρξη σκαλωσιάς, την οποία τοποθέτησε ο εργολάβος και επισήμανε ότι απαγορεύεται η τροποποίηση και η μερική αποσυναρμολόγηση έως το πέρας των εργασιών, οι οποίες ολοκληρώθηκαν στις 12.12.2012 και έκτοτε αυτή αφαιρέθηκε, γεγονός που καταδεικνύει μία επιμέλεια εκ μέρους του στην άσκηση των καθηκόντων του.
Περαιτέρω, η πρώτη εφεσίβλητη, κυρία του επίδικου έργου, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν υπέχει την αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας για ης αδικοπραξίες των προστηθέντων προσώπων κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα της διεύθυνσης και της επίβλεψης του έργου, διότι αφενός μεν με τους 6° και 7° όρους της από 25.5.2012 σύμβασης έργου, με' την οποία ανέθεσε στην εκκαλούσα την τοποθέτηση του συστήματος ενδοδαπέδιας θέρμανσης, αυτή ήταν υποχρεωμένη μόνο για την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος και ρητώς συμφωνήθηκε ότι την ευθύνη επιλογής του προσωπικού και την υποχρέωση λήψης των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας των εκάστοτε εργαζομένων και της πρόληψης κάθε ατυχήματος δυνάμενο να προκληθεί κατά την εκτέλεση της εργασίας τους την είχε αναλάβει αποκλειστικά η εκκαλούσα εργολάβος, αφετέρου δε ο μάρτυρας του ενάγοντος, Ν.
Δ., που εξετάσθηκε με επιμέλειά του, ο οποίος και ο ίδιος εργαζόταν στο, επίδικο έργο, ενόρκως κατέθεσε ότι μόνο ο σύζυγος αυτής (κυρίας του έργου) ερχόταν στο έργο,. χωρίς να δίνει τεχνικές εντολές στο συνεργείο, αλλά απλώς κοιτούσε την εξέλιξη των εργασιών. Επίσης, το γεγονός ότι την ημέρα του ατυχήματος και περί ώρα 11.30 π.μ., ο υπεργολάβος ενημέρωσε το σύζυγο της εφεσίβλητης-κυρίας του έργου για την έλλειψη της άμμου και κατόπιν ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εκκαλούσα προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για την καθυστέρηση και να ζητήσει την αυθημερόν ολοκλήρωση του έργου, αφού είχαν απομείνει μόνο 30 τ.μ.
εκ του συνόλου των 240 τ.μ., σε καμία περίπτωση δεν δύναται να εκληφθεί ως δεσμευτική οδηγία προς τους εργαζομένους ως προς το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών τους από την κυρία του έργου, αλλά ως έντονη επιθυμία τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων της εκκαλούσας ως εργολάβου, αφού ήταν η έκτη και τελευταία ημέρα για την αποπεράτωση της διάστρωσης του τσιμεντοκονιάματος στην οικοδομή.
Εξάλλου, το γεγονός ότι με τον 6° όρο οι εν λόγω διάδικοι είχαν επιπλέον συμφωνήσει ότι ο εργοδότης δικαιούται να ζητήσει την άμεση απομάκρυνση κάθε τεχνίτη ή εργάτη που θα κρίνει ακατάλληλο ή ανεπαρκή ή επιδεικνύοντα προκλητική, βάναυση και προσβλητική συμπεριφορά και ότι η εργολήπτρια είναι υποχρεωμένη να προβεί στην άμεση και αναντίρρητη συμμόρφωση, ουδόλως αποδεικνύει ότι η κυρία του έργου είχε διατηρήσει το δικαίωμα αυτεπιστασίας, δηλαδή εποπτείας των εκτελούμενων εργασιών και των εργαζομένων, άρα ότι ήταν υποχρεωμένη να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας όπως κατά λογική ανακολουθία ισχυρίζονται τόσο ο εκκαλών όσο και η εκκαλούσα, στους αντίστοιχους λόγους των εφέσεών τους, εφόσον ρητώς συμφωνήθηκε με τον ίδιο ως άνω όρο ότι αποκλειστικά υπεύθυνη για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας ήταν η εκκαλούσα, σύμφωνα με τα αναλυτικώς ανωτέρω αναφερόμενα.
Εφόσον, επομένως, το τμήμα του έργου της τοποθέτησης ενδοδαπέδιας θέρμανσης είχε ανατεθεί εργολαβικά στην εκκαλούσα, η οποία σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο της προαναφερόμενης σύμβασης έργου είχε αναλάβει την υποχρέωση λήψης και τήρησης των προλεχθέντων μέτρων ασφαλείας, η εφεσίβλητη-κυρία του έργου δεν είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου που να δικαιολογεί έννομη σχέση προστήσεως με την εκκαλούσα-εργολάβο και ως εκ τούτου δεν ευθύνεται ως προστήσασα για τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις της τελευταίας, ούτε είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά τη διάταξη του-άρθρου 4-παρ.Ι του-Ν. 1396/1983 για τη λήψη μέτρων ασφαλείας, ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ανωτέρω συμφωνία δεν ισχύει έναντι τρίτων είναι νομικά αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Εξάλλου λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, το βαθμό και το είδος της αμέλειας που βαρύνει την εκκαλούσα-εργολάβο του έργου, τη συνυπαιτιότητα του παθόντος (με την επισήμανση ότι η παραδοχή της συνυπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση του ατυχήματος δεν άγει σε μαθηματική μείωση της αναγνωριζόμενης ή επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του, όπως αντιθέτως συμβαίνει στην αποζημίωση λόγω περιουσιακής ζημίας, αλλά οδηγεί στη λήψη υπόψη και συνεκτίμηση της συνυπαιτιότητας αυτού για τον εύλογο προσδιορισμό της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης μαζί με τα υπόλοιπα προσδιοριστικά στοιχεία), το είδος της σωματικής βλάβης που υπέστη, την έκταση της προσβολής του σώματος και της υγείας του, την ταλαιπωρία και τον πόνο που δοκίμασε, την ανικανότητά του για μεγάλο χρονικό διάστημα για την άσκηση οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας ένεκα της οποίας λαμβάνει αναπηρική σύνταξη και τις επιπτώσεις της βλάβης αυτής στην εν γένει οικογενειακή του ζωή, καθόσον κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 34 ετών και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων ηλικίας (5) και (3) ετών, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του εκκαλούντος και της εκκαλούσας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εκκαλών υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 90.000 ευρώ.
Το ανωτέρω ποσό είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9παρ.2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης".
Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλονται οι παρακάτω αναιρετικοί λόγοι, που αφορούν κάθε αναιρεσίβλητο. Ειδικότερα: Α) Όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο: α) με τον 13° λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να καθορίσει το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του σε 30%, αντί του ποσοστού 70%, κατά το οποίο ήταν συνυπαίτιος, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 300, 914, 932 ΑΚ και 114 παρ. 5 του π.δ. 1073/1981.
Ο λόγος αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που αφορά τον καθορισμό της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού συνυπαιτιότητας κάθε υπαιτίου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, β) με τον 12°, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, το σύνολο του ποσού των 90.000 ευρώ, που δέχθηκε ότι δικαιούται για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς να το μειώσει κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του, που προσδιόρισε σε 30%, οπότε τούτο, κατόπιν της σχετικής μείωσης, θα ανερχόταν στο ποσό των 63.000 ευρώ (90.000-30%), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297-300,480, 914, 932 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό των 90.000 ευρώ, έλαβε υπόψη εκτός των άλλων κριτηρίων και τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος-παθόντος, ώστε να μην τίθεται ζήτημα περαιτέρω μείωσης αυτής, με τη ρητή μάλιστα (ορθή) επισήμανση ότι "η παραδοχή της συνυπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση του ατυχήματος δεν άγει σε μαθηματική μείωση της αναγνωριζόμενης ή επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, όπως αντιθέτως συμβαίνει στην αποζημίωση λόγω περιουσιακής ζημίας, αλλά οδηγεί στη λήψη και συνεκτίμηση της συνυπαιτιότητας αυτού για τον εύλογο προσδιορισμό της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης μαζί με τα υπόλοιπα προσδιοριστικά στοιχεία), γ) με τους λόγους αναίρεσης 14° και 16°, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και 15°, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 90.000 ευρώ, αντί του ποσού των 5.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ελλιπή αιτιολογία, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθιερώνουν την αρχή της αναλογικότητας, και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που επιτάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αφού το, ως άνω, ποσό των 90.000 ευρώ που επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπερτερεί (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε προσβάλλει το ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα της αναιρεσείουσας, που προστατεύεται με την παραπάνω υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη της ΕΣΔΑ, αφού υπάρχει μια ανεκτή σχέση μεταξύ του θεμελιακού αυτού δικαιώματος της περιουσίας και του επιδικασθέντος, ως άνω, ποσού.
Β) Όσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη: α) Με τον 4°, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 1 π.δ. 778/1980, 2, 3, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 ν. 1396/1983 και 922, 926, 927 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι συνυπεύθυνη του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος ως προστήσασα αυτήν (αναιρεσείουσα), διότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου, με αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχθηκε, αφενός μεν ότι δεν αποδείχθηκε τούτο, ότι δηλαδή η δεύτερη αναιρεσείουσα, ως κυρία του έργου, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το παραπάνω δικαίωμα, αφετέρου δε ότι είχε αυτή το δικαίωμα να ζητήσει την άμεση απομάκρυνση κάθε τεχνίτη ή εργάτη που θα έκρινε ανεπαρκή ή που θα επεδείκνυε προκλητική, βάναυση και προσβλητική συμπεριφορά.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι, ως άνω παραδοχές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και δεν αλληλοαναιρούνται. Όπως δε με πλήρη και σαφή αιτιολογία δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, (φύλλο 16α' της προσβαλλόμενης απόφασης) το γεγονός ότι οι εν λόγω διάδικοι είχαν συμφωνήσει ότι ο εργοδότης (δηλαδή η δεύτερη αναιρεσείουσα) δικαιούται να ζητήσει την άμεση απομάκρυνση κάθε τεχνίτη ή εργάτη που θα κρίνει ακατάλληλο, ή ανεπαρκή, ή επιδεικνύοντα προκλητική, βάναυση και προσβλητική συμπεριφορά και ότι η εργολήπτρια (δηλαδή η αναιρεσείουσα) είναι υποχρεωμένη να προβεί στην άμεση συμμόρφωση, ουδόλως αποδεικνύει ότι η κυρία του έργου είχε διατηρήσει το δικαίωμα αυτεπιστασίας, δηλαδή εποπτείας των εκτελούμενων εργασιών και των εργαζομένων, β) Με τον πέμπτο, από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: 1) δεν έλαβε υπόψη, αφού δεν απεφάνθη επ' αυτού, τον ισχυρισμό της ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι συνυπεύθυνη του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος, καθόσον, ενώ δεν είχε αναθέσει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε ένα εργολάβο, παρέλειψε να λάβει πριν την εγκατάσταση του εργολάβου των προηγουμένων τμημάτων του έργου και να διατηρήσει καθόλη τη διάρκεια αυτού τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, που της είχε υποδείξει ο επιβλέπων μηχανικός, όπως υποχρεούται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 1396/1983, 2) άλλως απέρριψε τον, ως άνω, ισχυρισμό της σιωπηρά, χωρίς αιτιολογία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (φύλλο 16α' αυτής) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, αποφαινόμενο αιτιολογημένα ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν είχε νομική υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 1396/1983 για τη λήψη μέτρων ασφαλείας, εφόσον το τμήμα του έργου της τοποθέτησης ενδοδαπέδιας θέρμανσης είχε ανατεθεί εργολαβικά στην αναιρεσείουσα, η οποία με βάση σχετικό συμβατικό όρο, είχε αναλάβει την υποχρέωση λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας, το ατύχημα δε έλαβε χώρα στον εξώστη του πρώτου ορόφου της οικοδομής, που, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελούσε χώρο εργασίας του συνεργείου που εκτελούσε τις εργασίες θερμομόνωσης και επομένως αφορούσε τμήμα του έργου, που ανέλαβε και εκτελούσε η αναιρεσείουσα-εργολάβος.
Σύμφωνα δε με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 196/1983, η υποχρέωση του κυρίου να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου του έργου όλα τα υποδεικνυόμενα από τον επιβλέποντα το έργο μέτρα ασφαλείας υφίσταται εφόσον δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβε και εκτελεί ο εργολάβος, γ) Με τον 6°, από τον αριθμό 11 εδ.
γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν με επίκληση από την ίδια ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας του έργου, από το οποίο προκύπτει η παρατήρηση του επιβλέποντος μηχανικού για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το, ως άνω, έγγραφο, όπως τούτο προκύπτει τόσο από τη σχετική βεβαίωση που περιέχεται στο φύλλο 8β' της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αποδείχθηκαν τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά "από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων....από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν πρωτοδίκως οι διάδικοι...", όσο και από τη ρητή μνεία του εν λόγω εγγράφου στο φύλλο 15β' της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αναφορά "όπως προκύπτει από το ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας έκδοσης έτους 2012".
δ) Με τον 7°, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, καθώς με τους 8°, 10° και 11°, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι συνυπεύθυνη του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος, διότι, κατά παράβαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 4 παρ. 2 και 3 ν. 1396/1983 υποχρέωσής της, δεν ενημέρωσε τον επιβλέποντα μηχανικό για την έναρξη εκτέλεσης των εργασιών ενδοδαπέδιας θέρμανσης, ώστε να λάβει αυτός τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις, ως άνω, διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 και 3 ν. 1396/1983 λόγος) και εκ πλαγίου, δηλαδή χωρίς αιτιολογία (8ος λόγος), άλλως με αντιφατική αιτιολογία (10ος και 11ος λόγοι).
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες, ως άνω, διατάξεις δεν εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, αφού με αυτές καθιερώνεται υποχρέωση του κυρίου του έργου σε περίπτωση διακοπής των εργασιών, να ενημερώσει τον επιβλέποντα μηχανικό πριν από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση, διακοπή των εργασιών ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται, ούτε η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στις παραδοχές της.
Κατ' επέκταση δε των παραπάνω, ο, ως άνω, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν συνιστά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε η επικαλούμενη ανεπάρκεια και αντιφατικότητα της προσβαλλόμενης απόφασης να ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1149/2019, ΑΠ 614/2009, ΑΠ 94/2011).
Γ) Όσον αφορά τον τρίτο αναιρεσίβλητο: α) με τον 3° (από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και τους 1°, 2°, 9ο και 11° (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως (3ος λόγος) και εκ πλαγίου (1ος, 2ος, 9ος και 11ος λόγοι) τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 4 και 5 ν. 1396/1983, και των άρθρων του π.δ. 1073/1981 και του π.δ. 778/1980 με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τη θεμελίωση της κρίσης του περί της έλλειψης ευθύνης του τρίτου εναγομένου, ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, ως επιβλέποντος μηχανικού, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου: 1) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων έκρινε ότι η συνταξιοδότησή του, συνεπεία της οποίας είχε παύσει κατά το χρόνο του ατυχήματος να φέρει την ιδιότητα του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, αναιρεί την υποχρέωσή του για λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η υποχρέωσή του αυτή εξακολουθούσε να υφίσταται, αφού δεν παραιτήθηκε εγγράφως της ιδιότητας του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, ούτε ενημέρωσε για τη συνταξιοδότησή του την κυρία του έργου, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και την αρμόδια Πολεοδομία, η έναρξη δε των εργασιών της οικοδομής είχε προηγηθεί της συνταξιοδότησης του (3ος αναιρετικός λόγος), 2) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού δέχθηκε, αφενός μεν ότι λόγω της προηγηθείσας (στις 18-12-2012) συνταξιοδότησης του είχε παύσει κατά το χρόνο του ατυχήματος (29-1-2013) να φέρει την ιδιότητα του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, ακολούθως δέχθηκε ότι δεν είχε ενημερωθεί για την επακολουθήσασα, τον Ιανουάριο 2013, έναρξη των εργασιών θερμομόνωσης και ότι για το λόγο αυτό δικαιολογημένα παρέλειψε ο ίδιος να ενημερώσει την κυρία του έργου για τη συνταξιοδότησή του (1ος, 2ος και 9ος αναιρετικοί λόγοι).
Οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος, με το οποίο πλήττεται η προβαλλόμενη απόφαση για ευθεία (αριθμός 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) παραβίαση του π.δ. 1073/1981 και του π.δ. 778/1980, είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, αόριστοι, και για το λόγο αυτό, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ενάριθμα οι συγκεκριμένες διατάξεις των εν λόγω προεδρικών διαταγμάτων, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς η ευθεία παραβίασή τους, ή η ύπαρξη αντιφάσεων και η έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογιών, σχετικά με την εφαρμογή τους.
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, ότι ο τρίτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος δεν ευθύνεται για το ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του ενάγοντος: Α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1, 4 και 5 ν. 1396/1983, με τις οποίες, όπως προεκτέθηκε, καθιερώνεται υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού να δίνει οδηγίες κατασκευής σταθερών ικριωμάτων, καθώς και οδηγίες σε περίπτωση σοβαρού ή επικίνδυνου έργου, να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας και να υποδεικνύει στον κύριο του έργου τα απαιτούμενα κατά περίπτωση μέτρα ασφαλείας (και όχι να λαμβάνει ο ίδιος αυτά, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα).
Και τούτο διότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο τρίτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος έπαυσε οριστικά την άσκηση του επαγγέλματος του πολιτικού μηχανικού-αρχιτέκτονα μηχανικού από 18-12- 2012, κατόπιν συνταξιοδότησής του και, ως εκ τούτου, εφόσον δεν έφερε κατά το χρόνο του ατυχήματος (29-1-2013) την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, δεν υπέχει ευθύνη με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού και δεν ευθύνεται για το ατύχημα κατά τις άνω διατάξεις.
Με τις εν λόγω δε φερόμενες ως παραβιασθείεσες, ως άνω, διατάξεις δεν προβλέπεται υποχρέωση του τρίτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου: α) για λήψη μέτρων ασφαλείας παρά τη συνταξιοδότησή του, ούτε θεμελιώνεται σχετική ευθύνη αυτού για το ατύχημα από το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα γεγονός ότι δεν παραιτήθηκε εγγράφως από την ιδιότητά του, ως επιβλέποντος μηχανικού, καθώς και από το γεγονός ότι δεν ενημέρωσε πριν τη συνταξιοδότησή του την κυρία του έργου και την αρμόδια πολεοδομία, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα., β) για λήψη των μέτρων ασφαλείας στο συγκεκριμένο τμήμα του έργου ήδη από την έναρξη των εργασιών της οικοδομής, αφού, κατά τα οριζόμενα στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1, 4 και 5 ν. 1396/1983, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου (εκτέλεση του έργου κατά τμήματα από διάφορους εργολάβους, όπως εν προκειμένω) ο επιβλέπων υποδεικνύει τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση για κάθε επιμέρους φάση του έργου.
Επομένως, ο 3ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Β) δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις, ως άνω, διατάξεις, καθόσον οι προεκτεθείσες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του Δικαστηρίου για την έλλειψη ευθύνης του τρίτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος.
Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο τρίτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος έπαυσε να έχει την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού στις 18-12-2012, λόγω της συνταξιοδότησής του, δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι το έργο της ενδοδαπέδειας θέρμανσης ξεκίνησε τον Ιανουάριο 2013 εν αγνοία αυτού, αφού η παραδοχή περί της μη ενημέρωσής του για την έναρξη εκτέλεσης των εργασιών δεν συνιστά, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, παραδοχή του δικαστηρίου ότι έφερε αυτός κατά τον παραπάνω χρόνο (Ιανουάριο 2013) την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού.
Ούτε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του λόγου για τον οποίο απαιτείτο η ενημέρωσή του για τη μεταγενέστερη της συνταξιοδότησης του έναρξη των σχετικών εργασιών, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επικαλέσθηκε τη μη ενημέρωση του τρίτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου για την έναρξη εκτέλεση των εργασιών ως επιχείρημα, σχετιζόμενο με την εκτίμηση των αποδείξεων, για την, λόγω της μη ενημέρωσης, έλλειψη της δυνατότητάς του να πληροφορήσει την κυρία του έργου για το γεγονός της συνταξιοδότησης του, ενώ η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν ευθύνεται αφού είχε συνταξιοδοτηθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν αντιφάσκει προς την παραδοχή ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν είχε ορίσει άλλο επιβλέποντα μηχανικό, διότι δεν είχε ενημερωθεί για η συνταξιοδότηση του προηγούμενου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον 11° αναιρετικό λόγο.
Επομένως, οι 1ος, 2ος, 9ος και 11ος αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων στους πρώτο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων δεν τίθεται, αφού αυτοί, εφόσον δεν παραστάθηκαν δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα. Τέλος, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με ο άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, στο δημόσιο ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 20-10-2021 και με αριθ. …/20-10-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 17/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της, ως άνω, δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
- Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του με αριθ. ….. e παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ